Είχαν έλθει τα χελιδόνια, κι ένα κορίτσι στεκόταν στο μπαλκόνι του, γερτό στην κουπαστή, και τα κοιτούσε με λαχτάρα, νιώθοντας μες στα στήθια του το φτερούγισμά τους. Αχ, αναστέναξε, να ’χα κι εγώ φτερά και να πέταγα! Και, τόσος ήταν ο πόθος του κοριτσιού, που η επιθυμία του εισακούστηκε. Μεμιάς μίκρυνε, και φτερά κουνουπιού ξεφύτρωσαν στην πλάτη του. Σαστισμένο το κουνούπι πέταξε πάνω από την κουπαστή, μα ένα χελιδόνι έτυχε κείνη τη στιγμή να περνάει αποκεί, άνοιξε το ράμφος του και το έκανε μια χαψιά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]