frear

Γιώργου Βέη: Παντού – κριτική του Γιάννη Παπακώστα

Γιώργος Βέης
Παντού
Μαρτυρίες, Μεταμορφώσεις
(Κέδρος 2015)

Ο Γιώργος Βέης, χρόνια τώρα, έμπειρος ταξιδευτής και ποιητής, «μαρτυρεί» και «μεταμορφώνει» ποιητικά τις  εντυπώσεις του. Μόνο που δεν σταματά εκεί. Βλέπει την κορυφή και σκέφτεται τη ρίζα. Η διεισδυτική ματιά του πόρρω απέχει από τη ματιά του τουρίστα που εξαντλείται στην επιφάνεια ή εντυπωσιάζεται από «την αυθάδεια ορισμένων υπερυψωμένων όγκων». Αλλού στρέφει το βλέμμα εκείνος. Το παράδειγμα τού το δίνει η Σιγκαπούρη, που πήρε το όνομά της από εκείνο το λιοντάρι στον πίνακα, που κοσμεί τον χώρο του εστιατορίου «Ku dé ta», όπου ο Βέης πίνει συχνά  τον καφέ του και νοιώθει τα μάτια του λιονταριού  να είναι καρφωμένα επάνω του.  Και σημειώνει:  «Θέλουν προφανώς να με ζαλίσουν, να με παρασύρουν εκεί που ξέρουν καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, στην καρδιά του αρχαίου δάσους της Σιγκαπούρης».

Είναι το λιοντάρι που νόμισε ο πρίγκιπας Σαν Νίλα Ουτάμα ότι είδε από την απέναντι της  Σουμάτρας παραλία. Βέβαια ήταν τίγρης, αλλά αυτή η οφθαλμαπάτη ήταν σημαδιακή. Και το όνομα είναι το παν. «Nomen omen» έλεγαν οι Λατίνοι, θέλοντας να δείξουν τη σημασία που έχει ένα όνομα. Και η πόλη σαν λιοντάρι, θηρίο δυνατό και υπερήφανο, επιδεικνύει δια του ύψους την μεγαλοπρέπειά της·  αυτό είναι  που δίνει και στον Βέη την ευκαιρία να ταξιδέψει στο Περί ύψους του Κάσσιου Διόνυσου ή Ψευδο-Λογγίνου:  «Όμως το υψηλό,  όταν λάμπει καίρια, φωτίζει σαν κεραυνός όλα τα πράγματα κι αναδεικνύει μεμιάς συγκεντρωμένη τη δύναμη του ρήτορα», γράφει,  λες και ο συγγραφέας μιλάει για «τους πολεοδόμους της νεωτερικής Ασίας». Ήδη από την εισαγωγή του περνάει στο μεγαλοπρεπές  φαίνεσθαι, στο υποδηλούμενο επίσης μεγαλοπρεπές οικονομικό οικοδόμημα. Στον Βέη αρέσει να βλέπει. Βλέπω, άλλωστε, είναι ο τίτλος της τελευταίας του ποιητικής συλλογής και Παντού είναι η νέα του  transfiguration, όπως την χαρακτήριζε και την τιμούσε «ο ημέτερος Νικόλαος Κάλας». Το Παντού είναι, θα λέγαμε, η περαιτέρω επεξεργασία των ποιητικών κριμένων του Βέη, ή, λόγω συγκυρίας, η νέα μεταμόρφωσή του με την οποία απολαμβάνει τη Σιγκαπούρη «σαν καρπό του νου».

Χαρτογραφώντας τον κήπο με τα θαύματα της Άπω Ανατολής, Σιγκαπούρη,  Κίνα, Ιαπωνία, δεν μεταφέρει απλώς την περιγραφή των τόπων αλλά και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Και, παράλληλα, ταξιδεύει  και στα κείμενα των συγγραφέων εκείνων που επίσης ταξίδεψαν και έγραψαν και σημάδεψαν με τη γραφή τους την περιπέτεια του ανθρώπινου πνεύματος. Έτσι ο αναγνώστης βρίσκεται πολλαπλά ωφελημένος. Γοητευμένος,  θα έλεγα, γιατί μαθαίνει και χαίρεται αυτά που θεωρεί άξια να μην ξεχαστούν: Αξίες της καθημερινής ζωής που έτσι κι αλλιώς υποκύπτουν κάποτε  στον αμείλικτο χρόνο. Κι εδώ έρχεται στη μνήμη μου μια επιστολή του Γεωργίου Βιζυηνού προς τον Δημήτριο  Βικέλα, ο οποίος (22 Φεβρουαρίου 1884) σημειώνει:  «Σήμερον αναχωρώ εκ  Cardiff ερχόμενος εις Αθήνας δια Κωνσταντινουπόλεως. Περιδρομικόν ταξείδιον καθώς βλέπετε…». Περιδρομικόν ταξείδιον, περί ποίων πραγμάτων; Ρωτάει ο Βέης.

Με τα ποιητικά του όπλα, στραμμένα στα «ινδάλματα των τοπίων» και με τη μελέτη των αντίστοιχων κειμένων, δικαιώνει την ουσία του ταξιδιώτη.  Υπερβαίνει τον φιλοπερίεργο για αξιοθέατα τουρίστα που βομβαρδίζεται από πληροφορίες, οι οποίες σε λίγο ξεθυμαίνουν και διαλύονται. Εστιάζει το φακό του σ’ αυτό που κραυγάζει, διεκδικώντας την προτίμηση του επισκέπτη, αλλά γρήγορα γλιστράει πίσω στο χρόνο για να δει με τα μάτια της ψυχής και τη δύναμη της μνήμης τα κείμενα, μέσω των οποίων ταξίδεψε και είναι βεβαίως πολύ περισσότερα των τόπων. Κοιτάζοντας ο αναγνώστης το μότο κάθε αποσπάσματος, κάνει το δικό του προσωπικό ταξίδι. Κι επειδή στους τόπους δεν μπορεί να πάει, θα πάει στα κείμενα, κι όταν δεν θα μπορεί να πάει σε όλα , τότε θα δανεισθεί την αίσθηση, με τις εντυπωσιακές εικόνες και τις μαρτυρίες των καταγεγραμμένων μαρτυριών. Εδώ, λοιπόν, και ο δικός μας  ο Διονύσιος Σολωμός και ο Οδυσσέας Ελύτης, και η Ρέα Γαλανάκη και άλλοι πολλοί που σαν αστραπή περνούν από τις σελίδες του βιβλίου για να αφήσουν ένα ίχνος ελληνικό εκεί στην μακρινή, στο άλλο ημισφαίριο, στην άλλη πατρίδα του συγγραφέα.

Θα άξιζε κάποτε ένα μελετητής να συγκεντρώσει όλες αυτές τις αναφορές και να τις μελετήσει, να καταγράψει τις σκέψεις του που έγιναν  «τούβλο στον τοίχο», καθώς λέει ο Ζωρζ Μπατάιγ, ή, για να θυμηθούμε τον δικό μας Σεφέρη «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» (Τρία Κρυφά ποιήματα, «Επί Σκηνής» Στ΄), είναι δηλαδή το θεμέλιο που μας κληροδότησαν οι αιώνες για να χτίσουμε, η κάθε γενιά με τη σειρά της, το δικό της έργο.

Τι είναι λοιπόν το ΠΑΝΤΟΥ του Βέη; Ταξίδι, τοπίο, σκέψη, ανάμνηση, πατρίδα, άρωμα άλλης γης που όπου κι αν είσαι σου θυμίζει τη δική σου, τα ορατά και αόρατα σε σύνθεση; Όλα, θα απαντούσε κανείς. Είναι όμως και το Παλαιό Φάληρο, το οποίο ο καλλιτέχνης- συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια μέσω ενός ελληνικού γλυκίσματος- της γαλατόπιτας- που δοκίμασε άγλυκο στην Ιαπωνία. Ο συνειρμός της α-γεύσης πρυτάνευσε, αλλά και της όρασης, που το γλυκό, λόγω χρώματος, τον έστειλε στα φρούτα ενός πίνακα του Καραβάτζιο. Εκεί, με τη μπουκιά γεύσης του «τίποτα», πήρε την αφορμή για να κάνει μιαν άλλου είδους υπέρβαση στο χώρο. Δεν ψάχνει πια για πράγματα ή για λέξεις, αλλά για «σκιές ερεθισμάτων», για «προβολές πόθων»  και, αν αναγνωρίζω καλά, κάτω από την αφαιρετική ποιητικότητα των φράσεων, προβάλλει το συγκρίσιμο μέγεθος που βρίσκεται ΠΑΝΤΟΥ και κυρίως πίσω στις αρχετυπικές εντυπώσεις. Ο Βέης με το βιβλίο του αυτό μας δανείζει τα μάτια του για να ταξιδέψουμε στα όνειρά του.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly