frear

Δύο ποιήματα – του Αλέξανδρου Μηλιά

 

ΑΠ’ ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Διότι σου ταίριαζε ν’ αποσπάς των κοριτσιών το βλέμμα,
κάποιες φορές χάδι στο κορμί, είπε, πρόβλημα των άλλων,
μην αντέχοντας να έχουν δίπλα τους έναν πνιγμένο
στην λίμνη και θαμμένο φρέσκο χώμα γυναικών, αμέριμνο νεκρό.
Καλπάζοντας, Αλέξιε, παιδί θαύμα,
στην προφορά του ονόματός σου θλίψη
παρέσερνε τα δάκρυα των άλλων, γέμιζε τον ουρανό
ίσκιος απ’ το κορμί σου, βυθισμένος, συμβαίνει
οι καρποί να λάμπουν σαν τα χέρια γυναικών,
φυλάξου, είπε, Αλέξιε, παιδί θαύμα, σε κράτησα
στα χέρια μου, το σώμα αποσχισμένο απ’ την χαρά του,
φυλάξου, είπε, κεραυνός, η κόρη μου ανελήφθη εις τους ουρανούς,
αφήνει τα μαλλιά της μες στην καταιγίδα,
η κόρη μου ανελήφθη εις τους ουρανούς,
το σώμα της μαζεύεις σε νοήματα πυκνά νήματα των λέξεων.

Των κοριτσιών το βλέμμα κύκλος ερημιάς, είπε,
στοχεύοντας τις άκρες του στήθους χρειαζόσουν
ένα δεύτερο στόμα, ήσουν γλυκό εσύ κρασί, καλπάζοντας
η γλώσσα σου σαν πυρετός, θέριζα στάχυα των πόνων μου.
Από φρέσκο χώμα πνιγμένος, λίμνη των ματιών μου,
τα βάσανά σου, Αλέξιε, μπόρεσε ο καιρός να με σβήσει,
κι έχω μικρή αγκαλιά, ησυχάζει δυο βήματα
το πρόσωπό σου στο πρόσωπό της,
έχω μικρή αγκαλιά, θλίψη στην προφορά του ονόματός σου,
η κόρη μου ανελήφθη εις τους ουρανούς— συμβαίνει πως
σε κράτησα στα χέρια μου, αν μπορούσα
να ’χω κι εγώ μιαν ελπίδα
ότι σμίγει η βρύση στο χώμα, το δάχτυλό σου πως είναι
πάλι στο στόμα και πνίγει τον θάνατο.

Να εξομολογηθώ σε κάθε περίπτωση να εξομολογηθώ
ό, τι με ξεπερνάει δεν μπόρεσα, δεν μπόρεσα να εξηγηθώ,
χάνω τα μαλλιά μου
στοχεύοντας μια χούφτα χώμα, η κοίμηση των ματιών σου
ριπίδι ανοίγει χρωμάτων, τέλος, χάνω τα μαλλιά μου.
Γλυτώνεις κι η φύση σ’ έχει ξεχασμένον,
το πνεύμα μιας τελείας απ’ τα γραπτά σου
φυσάει εδώ, κάθομαι στο γλαυκό κι ο ήλιος μου δένει τα μάτια.
Η φύση σ’ έχει ξεχασμένον, ένα φόρεμα φαντάζομαι σαν το αίμα,
κεράσια χλωμά, η άκρη της γλώσσας σου,
η κόρη μου αφήνει τα μαλλιά της μες στην καταιγίδα,
το σώμα της μαζεύεις, το σώμα μου
σε νοήματα πυκνά νήματα των λέξεων,
σκόνη του παλιού καιρού, φόρεμα σαν το αίμα,
απ’ το σπασμένο που ανοίγει παράθυρο μπαίνετε μαζί,
χορεύοντας, κεράσια χλωμά κεράσια θαμμένα,
και, Αλέξιε, το πρόσωπο της φωνής μου,
το πρόσωπο της φωνής μου, γιε μου,
πορφυρωμένο πώς λάμπει απ’ την καρδιά σου,
συντετριμμένο πώς λάμπει,
πορφυρωμένο.

ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΠΥΡΓΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ήρθε ένας φόβος να με κρατήσει, ήταν ωραίος
ωραίος ο ουρανός.
Είδα το πρόσωπο του τέλους, συντριμμένη νύχτα,
αστράφτοντας γελούσε ο δίσκος από ασήμι,
έχαιρε το κειμήλιο ετούτο λατρείας, καθρεφτιζόμουν
στις δαχτυλιές των συγγενών μου, άχνη αιώνιο φως.

Άγγιζα την ανάσα που ήμουν μέσα της άστρο της μητέρας,
το σώμα μου αφημένο έπλεε σε νέφη κοριτσιών,
μ’ έβρεχαν θέλγητρα ζωής τα δάκρυα της φυγής μου.

Φοβόμουν την μαύρου εβένου συντροφιά του βάθους,
δεν θα βρισκόταν χέρι ρίζα της πνοής να δώσει άλμα.
Μία γυναίκα σιγοκαίει το θαμμένο σώμα,
μια συντροφιά γυναικών, όνειρο που είδα, όνειρο που δεν θα ξαναδώ,
διάλεξα την πιο ωραία να κοιμηθώ
κι ήταν η γεύση της δάγκωμα λύκου στο πλευρό μου
ή σαν μεσάνυχτα που τρυπούν το στόμα μου δώδεκα φορές.

Ήρθε ένας φόβος να με κρατήσει,
στο προσκεφάλι το δέρμα μου έλαμπε άστρο της μητέρας.
Όπως δροσίζεται το σκέπασμα σώμα της, τα μάγουλά μου
έχουν χρυσό πια σκελετό,
το δείπνο περιμένει τον δικό μου ύπνο, δεν θ’ αργήσει
να με προδώσει η στέψη μου του βασιλείου των ονείρων.

Ήρθε ένας φόβος να με κρατήσει, έχω για τον ουρανό
λόγο που ίσως με βγάλει πεθαμένο.
Στην λίμνη από ασήμι βλέπω το πρόσωπό μου, αντανακλά
φωτοχυσίες εξ αίματος επιθυμιών.
Το γεύμα ξοδεμένο των λύκων, το φιλί μου ισχνό,
είμαι ένα πέρασμα συννέφου στην καλύπτρα της μορφής μου.

Όνειρο που είδα, όνειρο που δεν θα ξαναδώ,
αν ενισχύω το πένθος για την ομορφιά είναι, νομίζω,
μια δοκιμή πίστης.
Φαντάζομαι ένα σμήνος καλογριών
να χάνεται στα δικά μου μάτια, διάλεξα, τους φωνάζω,
την πιο ωραία να κοιμηθώ, διάλεξα εκείνη
που στέλνει τον θάνατο για ύπνο σαν μικρό παιδί.

*

Ανάσα, όψη της μητέρας, βλέμμα
πένθιμο— το πένθιμο των ωραίων που εξασκώ.
Την αγκαλιάζω και βλέπω του στόματος τις γωνίες ν’ ανεβαίνουν
σαν κομήτες που επιστρέφουν στον ουρανό, βλέπω
νερόλακκο της εξοχής του παλιού καιρού, να με βάζει
για μπάνιο μια ώρα πριν το βραδινό, και λέω
ίσως ένας κατακλυσμός, λέω, από λάμψη και νόημα να προσμένει
την στιγμή που κατεβαίνοντας θα σηκώσω
χάραμα, αφρό του ύψους, γέλιο σε μιαν άλλη
ζωή.

Ήρθε ένας φόβος να με κρατήσει.
Έχοντας περιπέσει σε λιποψυχία δεν γνώριζα τίνος
κεραίες της λύπης θα δεχθώ• των συγγενών μου οι δαχτυλιές
αραχνοΰφαντα λευκά, έσβηναν την μνήμη,
και μόνο μια ανάσα μόνο έτρεχε να με σώσει,
δίνοντάς μου όχι την τελευταία πνοή, αλλά χτυπώντας
από μέσα την συντροφιά του εβένου, τα όρια
στο περίκλειστο σπίτι, να χωρέσει ο ουρανός, να γίνω
φάντασμα χλόη φως— εκείνο
το πύρινο ποίημα που έλυσε, λύνει,
και τώρα ακόμα λύνει την σιωπή μου.

[Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Αλέξανδρου Μηλιά που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδ. Πατάκη.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: