Πέρασαν στην ιστορία σαν ρεύμα, χύθηκαν μες στα νερά που ήταν όλο σκιά. Εκείνος με την κιθάρα, αλλος μ’ ένα μεγαλείο στις πλάτες του, κατακρεουργημένοι και έρημα πρόσωπα. Δεν θα μπορούσε κανείς να περιγράψει με ακρίβεια το θέαμα. Ακίνητοι όλοι, σαν τα βραδυνά προσκλητήρια. Μ’ ομίχλες και ονόματα που εκφωνήθηκαν για πάντα. Και εκείνος, και ένας άλλος. Σ’ άλλους ζυγούς, σ’ άλλα δράματα. Τινάζεται όταν ακούγεται τ’ όνομά του, σπάει και σκόρπισε πάνω στα τσιμέντα. Βγάζουν έξω τα κρεββάτια, ποιος ξέρει τι ψάχνουν, όλοι μαζεμένοι πάνω από τον φανταστικό άρρωστο, μ’ ένα ενδιαφέρον κατά βάθος φιλολογικό. Όλοι παραδεχτήκαμε τον αγύρτη που υπονόμευε τις φωνές μας, πήγαμε του μιλήσαμε με ίσιο τρόπο. Τ’ αρνήθηκε όλα, τ’ αρνήθηκε και χάραζε με τα χέρια του, τι λέω μ’ όλο το σώμα του χάραζε στον άνεμο αλλόκοτες γεωμετρίες μ’ αεροπορικές γωνίες, καταδρομές, απελπισίες, γρήγορους έρωτες, το φωταέριο μέσα απ’ τα χέρια σου, σαν λευκός θησαυρός ή την ψυχή μιας δεσποσύνης που έφυγε σπαραχτικά.
Όλα είναι θεατρικά. Τα μάτια του, οι εντυπωσιακές χορδές πιο μέσα εκεί που δεν ζει κανένας. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πού ζουν τα οράματα. Κοντά στα καταφύγια, που τ’ άγρια άλογα χτυπούν τα σώματά τους, υπάρχουν στην ακμή τους, στους βρόμικους δρόμους, εκεί μες στη μετριότητα και τα μπαχαράδικα.
Αυτά τα υψώματα φέρουν στρατιωτικές ονομασίες. Ύψιλον ένα και άλφα ταυ, όπως πυροβολισμοί μες στη νύχτα. Όταν τον ξαναείδαν, στο τέλος όλης αυτής της δοκιμασίας την γύρευε μες στην πόλη. Στ’ Άμστερνταμ τον είδαν που τίναζε τη σκόνη από το παλτό του κοντά σ’ ένα κανάλι, όπως σκοπός. Και στα προάστια της Κορίνθου παράλληλα με σιδηροδρόμους και αντίθετα στα ρεύματα, μόνος κατά τα βουνά, μ’ αρπαγμένα τα χέρια, θολός ο κόσμος μες στο λάδι του, αχνός σαν χριστιανικό κερί. Στα προάστια της Κορίνθου κοντά στα νερά, ευτυχισμένα, βιομηχανικά τοπία και το μεγαλείο της αισιοδοξίας.
Είναι μια απόσταση που δεν καλύπτεται από χέρια, ανώνυμες γέφυρες και άλλα λογοτεχνικά. Είναι μια απόσταση ο χρόνος.
Περίμενες μόνος μες στο κρύο εκείνη την εποχή. Απαλλαγμένος απ΄τις ποινές περνούσες σαν ποτάμια τις λεωφόρους και έτσι σε θυμήθηκαν όλοι, σ’ έδειξαν με τα δάχτυλά τους, είπαν είναι εκείνος ο ένας που χάθηκε μες στο χώμα μ’ όλη του την καρδιά. Έτσι είναι το σχήμα του κόσμου, έτσι είναι το σχήμα και λουφάζεις σαν να πονάς μες στη φάτνη σου, λουφάζεις καθώς περνούν πάντα οι κυνηγοί, ανυποψίαστοι. Φύγε πριν σβήσουν τα πιάνα και οι νύχτες κοντά στο λιμάνι, φύγε και μην κοιτάξεις πίσω. Αν η πόλη κάηκε, αν ο πατέρας πέρασε στην ιστορία, αν στερέψαν τα χώματα και τα στόματα, μην κοιτάξεις πίσω. Ούτε λύπες, ούτε οδύνες. Είναι μοίρα μας κάποια πατρίδα και ολόκληρη η ζωή μας από τύχη. Γερασμένος θα ΄σαι όταν κοιτάξεις, βροχή ο τόπος και η γενιά σου. Μια άγνωστη ηλικία.
Σκόρπισε απ’ την αυλόπορτα σαν άνεμος. Ίσως ο κόσμος ριγήσει. Έπειτα τίποτε. Μόνο ρωγμές και μια φήμη για κει που φάνηκες.
[Πρώτη δημοσίευση. Φωτογραφία: Arthur Elgort.]







