(Ι)
Τα βράδια ξεχνιέμαι και γελάω.
Πιάνω το χέρι σου – ζεστό – απ’ το βιβλίο.
Το μαξιλάρι πέφτει στο πάτωμα σαν βροχερό πρωινό.
Μοιραζόμαστε μια φέτα ψωμί.
Ζωγραφίζουμε πάνω στα χείλια το αυριανό μας χαμόγελο,
ένα ματσάκι δενδρολίβανο, δυο άπλυτα ποτήρια,
τη σκόνη απ’ την παλιά πιατέλα στο ράφι που γέρασε.
Άλλοτε πάλι έρχεται η γειτόνισσα και μας φέρνει λουλούδια – δεν τα μυρίζεις.
Το τραπέζι γεμίζει με ψίχουλα, κομμένες φωνές και σελίδες γραμμένες από μιαν Άνοιξη.
Είμαστε 15 χρονών. Ο υπάλληλος στο γραφείο κηδειών δεν έχει καμία εξουσία.
Χτυπάμε κουδούνια και τρέχουμε. Σπάμε το κουλούρι στα δυο.
Κάνουμε το σταυρό μας και γελάμε.
Μα πιο πολύ γελάμε. Και δεν νυχτώνει.
Από το ανοιχτό μας πουκάμισο, ένα καράβι φεύγει για την Κάτω Ιταλία.
Σήμερα όλοι θα αγαπήσουμε μια Μαρία.
Ο Κώστας θα βγει απ’ την εντατική.
Ο Δημήτρης θα σταματήσει τα χάπια.
Διψάσαμε στο πάρκο με τα πεύκα. Παγωμένοι σαν χειμωνιάτικη Δευτέρα.
Κόψαμε ένα κομμάτι απ’ την καρδιά. Τα σκυλιά κοιτούσανε θλιμμένα.
Μετράω τις απουσίες – γραμμές στα πληγωμένα μου γόνατα.
Βάφω το σπίτι με το χρώμα της γλώσσας σου. Αναπνέω σκοτάδι και θάλασσα.
Σε αγάπησα πολύ εκείνο το βράδυ.
(ΙΙ)
Εδώ σε βρίσκω.
Στην παγωμένη κούπα του καφέ,
στις γλάστρες, στο ξεχασμένο ρούχο στη βεράντα.
Στη Δευτέρα μετά από μια βαρετή Κυριακή.
Η βροχή σε ξεφυλλίζει σαν ένα παλιό τετράδιο.
Διαβάζω ξανά το γραμμένο μου αίμα στο πουκάμισο.
Ανάμεσα από χιλιάδες χαμόγελα τα χείλια σου
δυο κέρματα στο καπέλο του ζητιάνου.
Είναι το αργό πρωινό πάνω στα πράγματα, με
τα φιλιά μου να τρέχουν στο πάτωμα.
Το πεινασμένο μου σώμα –
προχωρημένο απόγευμα να κατεβαίνω απ’ το ταβάνι
ηττημένος από την νίκη των ματιών σου.
Είναι πάλι το όνειρο μέσα μου:
τα βλέφαρά σου καρφωμένα στ’ αστέρια.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Monika Gawinowska. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]








