Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης
Kurfürstendamm
Έμπειρες μεγαλοκυρίες
με πουδραρισμένο διπλοσάγονο
και ώμους οπλισμένους με αστρακάν
πασπάτευαν νοερά
ανάμεσα στα σκέλια
όλους τους άντρες που περνούσαν
κι έπιναν από φλιτζάνια του καφέ
τη δική τους ασημαντότητα
γουλιά γουλιά
μέχρι που νύχτωσε
κι εξαφανίστηκαν.
Και τότε, ως όφις
που πλησιάζει σφυρίζοντας,
επάνδρωσαν νταβατζήδες τις γωνίες
και τ’ αρχίδια τους άρχισαν κιόλας να φουσκώνουν
στα πορτοφόλια.
Αναφορικά με το λιβάδι
Το λιβάδι, για παράδειγμα, το λιβάδι.
Να ‘μαι, λοιπόν, ξαπλωμένος
στο λιβάδι και από κάτω μου χιλιάδες
σκαθάρια, κάμπιες, σκουλήκια…
χιλιάδες, μυριάδες… απασχολημένα όλα με το μασούλημα.
Ξέρω αν θάψω το κορμί μου
ως τη μέση, θα πετάξει
ρίζες.
Σπουδαία
που είναι η γη:
της μπήγεις ένα κούτσουρο
κι εκείνο βλασταίνει.
Ξενιτιά
Ένας άντρας κοντοστέκεται και σε κοιτάζει.
Βλέπει την ξενιτιά στο πρόσωπό σου. Τον κοιτάζεις.
Στα πρόσωπα και των δυο σας υπάρχει μια ξενιτιά,
ένας παράξενος καημός που σαν γεύση υπόξινη
διατρέχει τη ζωή σας απ’ άκρη σ’ άκρη.
Η ξενιτιά σου είναι η ξενιτιά του
κι η ξενιτιά του είσ’ εσύ.
***
Ο Τούρκος –κρητικής καταγωγής από τη μεριά του πατέρα του– συγγραφέας, δημοσιογράφος και ηθοποιός Aras Ören (Άρας ΄Έρεν) γεννήθηκε το 1939 στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1963 ζει στο Βερολίνο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: Andreas Feininger. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]







