frear

«Με τα λαμπερά κουρέλια του πάθους σου» – Μνήμη Μηνά Δημάκη (1913-1980). 100 χρόνια από τη γέννησή του

 

Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΟΥΡΑΝΟ, ΙΙ

Είδαμε δυο φορές το καινούργιο φεγγάρι να βασιλεύει
Μια τρίτη δε θ’ ανατείλει ποτέ
Στην πατρίδα τ’ αστέρια κοιμούνται στα γαλάζια νερά
Ανάμεσα σε θεόρατα βράχια μαυρισμένα
Ή σβήνουν στα κύματα τ’ άγρια σαν τις γενναίες καρδιές
Στην πατρίδα μου κανείς δεν πέθανε από θλίψη

Ένας σταυρός θα μαρτυράει τ’ όνομά σου
Σε χώματα φανταστικά μιας λήθης αυριανής
Είναι ένα κοιμητήριο μες στης καρδιάς τα βάθη
Για να ταφεί ο νεκρός που έζησε λίγο
Μέσα σε λευκά κρίνα κι άγριες ανεμώνες
Ακούς τον άνεμο σφυρίζει κάποιους θρήνους
Λόγια ειπωμένα μόνο για τον άνεμο:
«Αν κάποτε μ’ αφήσεις θα πεθάνω»
Κι άλλα χιμαιρικά που λένε στις αγάπες

Όταν ακούσεις βήματα στης μοναξιάς τους δρόμους
Θα με θυμάσαι
Όταν τ’ αστέρια μες στα μάτια σου το μεσονύχτι καθρεφτίσεις
Θα με θυμάσαι
Όταν φτερά μες στα όνειρά σου δεις
Θα με θυμάσαι

Κι αν είναι κάποτε να κλαις θα με θυμάσαι

ΚΥΚΛΟΣ, ΙV

Όταν θα ξεφυλλίζεις τη μνήμη
Η θάλασσα θάχει υψώσει τα σύνορα του χωρισμού
Η σιωπή θάχει κόψει το λυγμό της φωνής σου
Θα κρυώνεις
Θα ντυθείς πάλι τα βουνά του περασμένου θέρους
Θα ντυθείς τις θερμές αμμουδιές της ακτής μας
Θα ντυθείς πορφυρές αναμνήσεις
Αλλά τα σύννεφα μελανά θα παραφυλάγουν
Κι όταν απλώσεις το χέρι θα μείνει άδειο και κρύο

Σαν σήμερα η καρδιά μου

ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕΣ ΠΕΘΑΝΕΙ; (VII)

Μην ανάβετε πια τα φώτα
Αφήστε με να κοιμηθώ ανάμεσα στους νεκρούς μου
Να κοιμηθούμε αγκαλισμένοι για πάντα
Δε θέλω να ξαναγυρίζεις
Τέλματα γύρω
Και ποτάμια με βρώμικα νερά
Βατράχια πούχουν ανθρώπινη φωνή
Και νύχτα πηχτή
Ξέχασε πια τον τόπο τούτο το λασπωμένο
Δε θέλω να ξαναγυρίζεις
Για να ντύσεις ένα δεύτερο θάνατο
Με τα λαμπερά κουρέλια του πάθους σου
Να κοάζουν τα βατράχια:
Περνούν δυο φορές πεθαμένοι
Μήτε βρυκόλακες μήτε άνθρωποι
Κολασμένοι νεκροί
Ασαβάνωτοι άταφοι
Τις νύχτες κυνηγιούνται πεθαμένοι

ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕΣ ΠΕΘΑΝΕΙ; (Χ)

Κι ακόμα βουλιάζω ταξιδεύοντας
Κάτω από πέτρες βαριές κ’ αιώνες απόλυτης σιωπής
Σε ανάκτορα προκατακλυσμιαία
Τρομαγμένος
Κι ο βρυκολακιασμένος βασιλιάς στο θρόνο του καθισμένος
Χιλιάδες χρόνια περιμένοντας
Με τα χρυσά του βραχιόλια και τα σκουλαρίκια και
  τα δαχτυλίδια
Γέρος λεπρός μισοφαγωμένος απ’ τα σκουλήκια
Ξαφνικά σηκώνεται και μ’ αγκαλιάζει

ΕΤΣΙ ΜΟΙΑΖΟΥΜΕ

Σαν τα γοτθικά τελώνια
Στους καθεδρικούς ναούς
Πετρωμένα στους τοίχους
Με κείνο το τερατώδες χαμόγελο
Όλο μυστήριο
Οδύνη;
Εκδίκηση;
Πώς να το ξέρεις…

Έτσι μοιάζουμε

[Η φωτογραφία είναι του Steve McCurry.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: