1. Η γιαγιά
Πολλά χρόνια πριν.
Χωριό μικρό. Σπίτι παλιό. Ασβεστωμένοι τοίχοι. Μεγάλη αυλή.
Πετάω πέτρες στον κόσμο,
μπας και πετύχω κάποιον
και πέσει κάτω, και γελάσουμε.
Η μαμά μαλώνει.
Εγώ κλαίω.
Η γιαγιά γελάει.
Ο παππούς ανέκφραστος.
Ο μπαμπάς αλλού.
Λίγα χρόνια μετά.
Ίδιο χωριό. Εκκλησία παλιά. Ασβεστωμένοι τοίχοι. Μεγάλη αυλή.
Ο παπάς ψάλλει.
Η γιαγιά αλλού.
Η μαμά κλαίει.
Ο παππούς ανέκφραστος.
Ο μπαμπάς μαλώνει.
Εγώ πετάω πέτρες στον ουρανό,
μπας και πετύχω τη γιαγιά
και πέσει κάτω, και γελάσουμε.
2. Ο παππούς
Τον θυμάμαι πάντα ξαπλωμένο. Ποτέ καθιστό. Μερικές φορές όρθιο, ή περίπου όρθιο, να σέρνει τα πόδια του στον δρόμο προς το αποχωρητήριο, έναν ασφυχτικά μικρό θάλαμο στην άκρη της αυλής που έζεχνε βρόμα σκατού από μια τρύπα που είχε στη μέση. Ξαπλωμένος έτρωγε, ξαπλωμένος έπινε το μεσημεριανό ούζο του, στις δώδεκα ακριβώς κάθε μέρα, με τον συνοδευτικό μεζέ που του ετοίμαζε η γιαγιά – ξεκινούσε ακριβώς στις έντεκα και μισή, για να προλάβει. Η γιαγιά είχε χρόνια καρκίνο, το έμαθα πολύ αργότερα. Πάντα χαρούμενη τη θυμάμαι, με κορμί σκεβρωμένο, αλλά με μάτια γελαστά και χέρια γρήγορα. Πάντα έτρεχε κάτι να προλάβει.
Μια μέρα ο παππούς μου ζήτησε μια χάρη. Να του πάω μια μακριά βέργα, γερή, να διώχνει τις πουλάδες στην αυλή, γιατί μπλέκονταν στα πόδια του όταν πήγαινε να κάνει την ανάγκη του. Περήφανος εγώ, να μου ζητάνε χάρη, τρίτη δημοτικού πήγαινα, έψαχνα όλη μέρα να βρω την κατάλληλη βέργα. Την έκοψα από μια μουριά της γειτονιάς, κοντά στο σπίτι. Μακριά, ευλύγιστη και συνάμα γερή, έσπαγε δύσκολα. Φανταζόμουν τον παππού να κυνηγάει τις κότες, κρατώντας το μαστίγιο – δώρο πολύτιμο του εγγονού του. Με πόση χαρά την παρέδιδα στα χέρια του, μ’ επισημότητα σχεδόν, κι ας μου αντιγύρισε αυτός ένα ξερό ευχαριστώ.
Λίγες μέρες μετά, με πήρε η μαμά μαζί της στο χωριό, για να βοηθήσει τη γιαγιά στο πασχαλινό καθάρισμα. Ο μπαμπάς έλειπε πάλι. Το παλιό πετρόχτιστο σπίτι χρειαζόταν πολύ κόπο για να συγυριστεί κι η γιαγιά όλο και πιο δύσκολα τα κατάφερνε. Όλο και της ξέφευγαν πιάτα με ξεραμένα υπολείμματα της προηγούμενης μέρας, όλο και το φαγητό γινόταν ανάλατο ή λύσσα στο αλάτι. Ο παππούς κοιμόταν ήδη για μεσημέρι στο πίσω δωμάτιο. Πριν ξεκινήσουν τις δουλειές, οι δυο γυναίκες μπήκαν μόνες τους στον μικρό οντά για να φορέσουν πρόχειρα ρούχα. Εγώ χάζευα στην αυλή μια κότα που σκάλιζε με το ράμφος το χώμα, καθισμένος σ’ ένα σκαμνί κι ακουμπώντας στον ασβεστωμένο τοίχο, κάτω απ’ το μικρό παράθυρο του οντά. «Τι είναι τα σημάδια αυτά στο σώμα σου, ρε μάνα;», άκουσα τη μαμά να ρωτά τη δική της. Σιωπή. «Τι βρήκε και σε χτύπησε αυτή τη φορά;» Δεν θυμάμαι αν ειπώθηκε κάτι άλλο. Δεν πρόλαβα να ακούσω. Θυμάμαι μόνο να τρέχω στο πίσω δωμάτιο, στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα, να ψάχνω απεγνωσμένα τη βέργα του παππού, να κλαίω δυνατά, να τη βρίσκω, να μπαίνει μέσα η μαμά κι η δική της μαμά, να βάζω όλη μου τη δύναμη να σπάσω τη βέργα, κι αυτή να μην σπάει, να με μαλώνει η μαμά, η γιαγιά να σιωπά, ο παππούς, που είχε στο μεταξύ ξυπνήσει, να με κοιτά ανέκφραστος. Το βράδυ ανέβασα πυρετό. Ίδρωνα όλη νύχτα κόκκινες μαστιγιές, τύψεις και φόβο.
3. Ο μπαμπάς
Στα παιδικά μου μάτια
πόσο μεγάλος
πόσο ισχυρός
πόσο δριμύς
πόσο βαρύς
πόσο μόνιμος
πόσο ακλόνητος
πόσο αλύγιστος κι ολοκληρωτικός
ο πόνος της απουσίας του.
4. Η μαμά
Σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες
να μιλάω (όταν μου δίνεται ο λόγος)
να σιωπάω (όταν δεν μου δίνεται)
να ακούω (πάντα ό,τι μου λες)
να κοιτάω (τα μάτια σου, να μου κάνουν νόημα αν πρέπει να δεχτώ ή ν’ απορρίψω το κέρασμα στις επισκέψεις)
να παίζω (προσεχτικά, μη γυρίσω σπίτι λερωμένος)
να τρώω (όλο το ψωμί μου, αλλιώς θα μείνω μοναχός, χωρίς γυναίκα)
να σκεπάζομαι (καλά κάτω απ’ το πάπλωμα, τις νύχτες των καβγάδων σας).
Κυρίως όμως σ’ ευγνωμονώ που μ’ έμαθες
να μην πετάω πέτρες στον κόσμο και στον ουρανό
(τώρα, μεγάλος πια, πετάω λέξεις).
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Juan Carlos Mestre. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]







