frear

Τα οικογενειακά μας μυστικά – του Γιώργου Καρτάκη

[Άνοια]

Ο πατέρας μου ήταν παιδί, φοβόταν το θάνατο.
Όταν μεγάλωσε, κατέφυγε στην άνοια:
Θυμάσαι,
μου έλεγε,
που όταν ήσουν μικρός και σε μάλωνα,
μου έλεγες πως είμαι κακός;

Ο θάνατος τα παιδιά τα παίρνει στο Σείριο,
στους ενήλικες αφήνει το πένθος.

***

Η βάβω

Πάντα μια ξένη απόμεινε η βάβω μου στα μέρη μας. Ήρθε με τη μάνα μου νύφη, κι αυτή στο χωριό του πατέρα. Μας μεγάλωσε. Μας έκανε τα χατίρια, όταν η μάνα μάς μάλωνε. Έχωνε στο πιθάρι με τον καρπό τα μήλα, να μην τα φάμε μονομιάς, κι ένα-ένα μας τα ΄δινε. Ήξερε τους τόπους, τα χόρτα, έφερνε απ΄την κορυφή στη ράχη της προσάναμμα και ξεπλέρωνε μ’ έργο του πατέρα μου τη φιλοξενία.

Ποτέ δεν ξαναπήγε πίσω στο δικό της χωριό. Ούτε το γύρεψε. Έκλαιγε όταν μ’ επιμονή τη ρωτούσα να μάθω για τον άντρα της, τον παππού μου. Είχα το όνομά του, μα δεν τον γνώρισα ποτές.

Όταν πέθανε, τη θάψαμε στο χωριό. Δεν είχαμε λεφτά να την πάμε στο δικό της. Βολεύτηκε ανάμεσα στους άλλους μου παππούδες, στον ίδιο τάφο –μια ξένη, μια αντίζηλος. Μόνο στο μνήμα δεν σκαλίσαμε το όνομά της, λες και δεν θα ΄ταν μόνιμη.

Μια πλάκα έβαλα μετά από χρόνια εγώ από πάνω, κολλητή, που τη γράφει. Να τη θυμούνται όσο υπάρχει ακόμα ζωντανή μνήμη, που τη μελετά.

***

Τα οικογενειακά μας μυστικά

Όταν έλειπαν και ήξερα πως θ΄αργήσουν, άνοιγα το μπαούλο με τις μαντεμένιες κλειδαριές. Στο πλάι, σ’ ένα εσωτερικό σκαφάκι για τα ψιλικά, κάτω από βελόνες, ανακατεμένα νήματα και κλωστές, είχε ο πατέρας μου μια χειροβομβίδα απ’ τον πόλεμο. Ασφαλισμένη, βαθυπράσινη, σε κουρελάκι μάλλινο τυλιγμένη. Στα μάτια μου φαντάζει ακόμα και σήμερα κόκκινη –μάλλον απ΄ το φόβο.

Στο μπαούλο είχε κι η μάνα μου τα κοριτσίστικά της φουστάνια: κρέπια καφετιά και κρεμεζί, σταμπαρισμένα κίτρινα απ΄το χρόνο. Ανακάτευα να βρω, θαρρείς, το μυστικό, που κάθε φορά μου διέφευγε κι ας ήξερα απ΄έξω, τι είχε μέσα το μπαούλο. Μ’ έπνιγε η ταγκή μυρωδιά της κλεισούρας κι όσο πιο βαθειά τρύπωνα τα χέρια, τόσο πιο βαθειά έμπαινε στα πνευμόνια μου εκείνη: Η κρυφή ζωή των γονιών μου μ’ ερέθιζε.

Ύστερα ήρθαν, μάνα, τα κρύα και οι βαρυχειμωνιές. Μ΄ένα σχισμένο πανωφόρι, χοντρό μαντήλι και γαλότσες στα νερά, στα λασπόνερα. Ήθελες να τα ξεχάσεις τούτα τα ρούχα. Δεν ήταν δικά σου, μου ‘χες πει μια φορά. Ούτε η χειροβομβίδα έσκασε στα χέρια μου, ούτε το μυστικό μύτη. Και μια εποχή, αποφάσισε επιτέλους κι ο πατέρας να την παραδώσει στην αστυνομία. Κατάλαβε μάλλον πως ο πόλεμος είχε χαθεί οριστικά πια. Όταν πέθανες, σε θάψαμε με μια άσπρη νυχτικιά. Ρούχο άλλο δε βρέθηκε καλό να σου βάλουμε. Μα να που με στιχάκια ντύθηκαν τώρα όλα τα οικογενειακά μας μυστικά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη