Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης
Η λέξη άνθρωπος
Η λέξη άνθρωπος, στο λεξικό
ως λήμμα καταχωρημένη
εκεί που ανήκει:
ανάμεσα στον ανθρωπόμορφο και την ανθρωποσύναξη.
Η πόλη,
παλιά και νέα,
όλο ζωντάνια, με δέντρα
αλλά και
οχήματα. Εδώ
ακούω τη λέξη. Αυτό το γλωσσικό σημείο
το ακούω εδώ συχνά. Μπορώ
να μετρήσω πόσες φορές και από ποιον. Μπορώ
ν΄αρχίσω προτάσεις μ΄αυτό.
Όπου δεν υπάρχει αγάπη,
τη λέξη αυτή μην τη λες.
***
Σεπτέμβρης
Τώρα σκοτάδι
κυματίζει
πλατύ,
βαραίνει τις ώρες. Δεν θέλεις να φύγεις.
Τα ρόδα χλωμά,
οι μαργαρίτες σκαρφαλώνουν ακόμα
στο φράχτη,
μενεξελιά του δειλινού
η θωριά.
Μα εμείς
θ’ αγαπιόμαστε. Κάθε πρωί
θα ξεκινάμε λέγοντας
λευκά τραγούδια από χιόνι
δυνατά·
το στήθος μας
θα ’ναι γεμάτο καλοκαίρι,
θα έχουμε φιλιά στο λαιμό, το τσιριτρί
των γρύλλων στα μαλλιά.
***
Δεκέμβρης
Τραγούδι που διασχίζει το χιόνι
στο βουερό σκοτάδι,
τη μικρή σημύδα να ζεστάνει.
Φτερούγα,
φτερούγα, εσύ, πουλιού, λευκό
τραγούδι. Μιλούσαμε στα σκοτεινά
κάτω από το ψηλό φεγγάρι,
που πήγαινε καβάλα στον άνεμο.
Γήινος είμαι,
πέφτω πλάι στο χώμα. Ο γέρος Κινέζος
μπαίνει στην εικόνα του
και απομακρύνεται.
***
Ο παγοδρόμος
Προς το φως
–ανάκατο με των πουλιών το σύννεφο–
απομακρύνεται. Λέει:
λαμποκοπούν τα βουνά απ΄τους πάγους.
Μια φορά, κατά το μεσημέρι, παίρνει και πάλι
το χιονισμένο μονοπάτι. Λέει:
πράσινος πάγος το ρέμα σας.
Άραγε να κοιμούνται ακόμα τα ψάρια; Πηδάει
κι αντιλάλησε η νύχτα.
Περπατάει στην όχθη.
Τους κούφιους ήχους αφουγκράζεται
κάτω από την κοίτη, την κλαγγή του άλματος στη ροή του νερού.
Περνάει απέναντι. Γνέφει από πέρα. Ύστερα τον αγκαλιάζουν
τα δάση.
Σε λίγο –λοξά απ΄ τον ουρανό–
τον ακολουθούν αγριόπαπιες, πέφτουν
στο σύθαμπο που στεκόταν
αυτός. Πάνω απ’ το σπίτι μου
οι στρατιές
τραβούν φωνάζοντας.
***
Νεκρή γλώσσα
Αυτός που τα φτερά έξω
χτυπά, την πόρτα αυτός που αγγίζει,
είναι ο αδελφός σου – τον ακούς.
«Laurio», λέει :«Νερό» –
ένα τόξο, άχρωμο, βαθύ.
Τον έφερε ο ποταμός,
ανάμεσα σε αχιβάδες και χοχλίδια:
ένα ακτινωτό φυτό
στην άμμο, πράσινο.
«Warne» λέει και «wittan»:
οι κάργιες δεν έχουν δέντρο
κι εγώ έχω τη δύναμη να σε φιλήσω,
μένω στον τόπο σου.
Πες του, ότι δεν θες
να τον ακούς –
έρχεται σαν την οχιά, έρχεται
σαν σμήνη από σφήκες, φωνάζει
σαν γρύλλος, αυγαταίνει με το βάλτο
κάτω απ΄το σπίτι, στις πηγές
ψιθυρίζει, «smordis» ακούς εσύ:
η Λευκαγκαθιά σου θα μαραθεί,
αύριο θα πεθαίνει στο φράχτη.
laurio : Νερό
warne : Κάργια
wittan: Βοσκοτόπι
smordis: Λευκαγκαθιά
***
Επιστροφή
Το ξύλινο παγκάκι –σκληρό έπιπλο.
Εκεί, ανάμεσα στα πεύκα,
η κούνια: μια σανίδα από δυο ξεφλουδισμένα
κλαδιά. Περνάει ο κούκος,
η χαλκοκουρούνα και ο τσαλαπετεινός,
το αηδόνι, που τελικά είναι τσιχλαηδόνι:
το τραγούδι του είναι πιο σύντομο, πιο λακωνικό,
πιο τραχύ –να δώσει ο Θεός.
Εγώ όμως ήρθα για να κοιμηθώ
κάτω από τα δοκάρια του
ύπνο αράχνινων ιστών, χρυσόμυγων,
ύπνο αραχνοΰφαντων ποδιών. Στην πηγή του
γυρίζει το φως. Οι αγελάδες τσαλαβουτούν
γύρω απ΄τον ίσκιο τους και το ψάρι
χαράζει σημάδι αφρισμένο
στο νερό.
Εγώ όμως κοιμάμαι,
δεν είμαι εδώ.
Θα ψάξω μια θέση
(φαρδιά όσο μνήμα), το μικρό βουναλάκι.
Ψηλά απ’ τα λιβάδια
θα μπορώ ν΄αγναντεύω
το ποτάμι.
***
Ο Γερμανός συγγραφέας Γιοχάννες Μπομπρόβσκι γεννήθηκε το 1917 στο Τιλσίτ και πέθανε το 1965 στο Αν. Βερολίνο. Στα έργα του περιγράφει τους σοβαρούς ανθρώπινους χαρακτήρες της Ανατολικής Πρωσίας καθώς και τον διχασμό τους μεταξύ σλαβικής και γερμανικής νοοτροπίας και πολιτισμού.
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Εrnst Ηaas. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]







