frear

Η ποίηση του κινηματογράφου – του Οδυσσέα Ελύτη (και μια ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους)

[…] Η σχέση κινηματογράφου και ποίησης και ειδικότερα της σύγχρονης ποίησης, είναι νομίζω αδιαμφισβήτητη. Ένα παράδειγμα, μονομερές ίσως, αλλά πολύ ζωηρό, έντονο, και πρόσφορο, είναι το έργο του Αμερικανού Ντίσνεϋ. Η αφετηρία της τεχνικής του Ντίσνεϋ, παρουσιάζεται ολότελα διαφορετική από εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν έως σήμερα στον κινηματογράφο. Δεν υπάρχει εδώ κινούμενο μάτι του σκηνοθέτη, που να παραλαμβάνει τις φωτογραφικές στιγμές των αντικειμένων του υλικού κόσμου και να τις ξαναενώνει με άλλη μορφή στην οθόνη, ανασυνθέτοντας έτσι την όψη του κόσμου σε μεγαλοπρεπή έπη ή σε λυρικές εικόνες δυνατής ποιητικής πνοής. Έως σήμερα, μονάχα η φωτογραφία μεγαλουργούσε. Ο Ντίσνεϋ έμπασε το σχέδιο. Αυτός πρώτος σκέφθηκε να πάρει το σχέδιο και να το εμψυχώσει. Αυτός σκέφθηκε να συνδυάσει την αλληλουχία των σχεδίων στην κινηματογραφική κορδέλα και (παρόμοια με τα πρωτόγονα παιχνίδια που μεταχειριζόμασταν στο σχολείο) να απαρτίσει σειρές ολόκληρες από μικρές υποθέσεις.

Αδελφώνοντας το χιουμοριστικό σχέδιο με την κίνηση και την μουσική, πέρασε γρήγορα από το απλό παιχνίδι στην καλλιτεχνική πράξη. Γιατί έχοντας σαν δεδομένα την απόλυτη ελευθερία και την δυναμικότητα του σχεδίου από την μία, και την υπάκουη σε οποιαδήποτε θέληση, μουσική προσαρμογή από την άλλη, σκέφθηκε πως είχε στο χέρι του μιαν οπτική και ακουστική παντοδυναμία που έπρεπε να την χρησιμοποιήσει φτάνοντας αμέσως σε εκείνα που, για να τα πετύχουν άλλα φιλμ, έπρεπε να περάσουν από κινηματογραφικά ντεκουπάζ, τρυκάζ, και μοντάζ αλλεπάλληλα. Κι έπρεπε να τα χρησιμοποιήσει ακόμα προς μια καθαρά αντιρεαλιστική άποψη, δίνοντας ακριβώς εκείνο που δεν μπορούσε να γίνει στον φυσικό κόσμο (άρα να αντιγραφεί), εκείνο που θαρρούσε πως αποτελεί τον κόσμο της φαντασίας και που ως σήμερα, είχε βρει μιαν εκδήλωση διαφορετικής υφής στο ποίημα, στο όνειρο, στο παραμύθι. Παρακολουθήσαμε έτσι μια πλούσια σειρά μικρών έργων όπου ολόκληρο το ζωικό και το φυτικό βασίλειο έπαιρνε ζωή σαν από ξαφνική ανάσταση, και με ιδιότητες ανθρώπινες έπαιζε δράματα πρωτόβλεπτης και πρωτάκουστης σημασίας. Από το πρώτο του καρτούν ως το τελευταίο μεγάλο του έργο του ανάγλυφου κινηματογράφου, το Η Αλίκη και οι Επτά Νάνοι, πέρασε κάτω από τα μάτια μας ένα αδιάκοπο ξετύλιγμα εκπληκτικών σκηνών, όπου η πολυχρωμική δροσιά της φύσης και του βίου των ζώων, μας έδειξε ως ποιο σημείο ένας αγνός άνθρωπος είναι σε θέση να ξαναδημιουργήσει την ατμόσφαιρα της παιδικής αφέλειας και διαβολιάς που, καμιά φορά, δίνει και στους μεγάλους την πιο γνήσια λύτρωση.

Στην πρώτη του περίοδο – πριν χρησιμοποιήσει ακόμα το χρώμα – δημιούργησε τον τύπο του Μίκυ Μάους, που έγινε αμέσως διεθνής και δημοφιλέστατος. Ένα σπινθηροβόλο μικρό ποντίκι που δοκιμάζει όλες τις χαρές και τις λύπες του ανθρώπου, σκαρώνοντας βρωμοδουλειές, τρυπώνοντας παντού, ανατρέποντας τα πάντα, πότε χαρούμενο και πότε ερωτοχτυπημένο, αλλά πάντοτε συμπαθητικό. Στη δράση του, αυτό συνοδεύεται πιστά από μια ηχητική αντίστιξη, τόσο συγχρονισμένη και μπριόζα, που σφιχτοδένει το σύνολο και μας προσφέρει ένα παράδειγμα οπτικοακουστικής αρμονίας που άλλα φιλμ της εποχής εκείνης δεν κατάφερναν ποτέ. Στην δεύτερη περίοδό του, γλιτώνει εγκαίρως από την αυτοεπανάληψη και την τυποποίηση, δημιουργεί έναν νέο τύπο, τον πολυπαθή Ντόναλντ, απλώνεται σε πολύ ευρύτερους ορίζοντες, και αγκαλιάζει ολόκληρο τον αγαπημένο κόσμο της φαντασίας των παιδιών, προσθέτοντας ένα πολύτιμο στοιχείο, το χρώμα, που δυνάμωνε την οπτική εντύπωση λούζοντας με δροσιά την πριμιτιβιστική του χάρη. Εδώ πια ο πλουτισμός είναι απρόοπτος. Πουλιά, πετεινοί, πελαργοί, γουρουνόπουλα, σαλιγκάρια, σκουλήκια, πάπιες, ελέφαντες και καμηλοπαρδάλεις, αποτελέσανε μια κοινωνία με εξαιρετική ζωτικότητα, γεμάτη από την σημασία των ασήμαντων επεισοδίων τους. Παράλληλα, τα δέντρα, τα φυτά, τα λουλούδια, τα σύννεφα, οι ρίζες, οι λίμνες και τα ποτάμια αποκτήσανε για πρώτη φορά κίνηση, επαναστατήσανε καταλύοντας την καθήλωσή τους στο έδαφος, και περιβληθήκανε με ανθρώπινες και υπερανθρώπινες δυνάμεις που, ξανοίγοντας έναν κόσμο άγνωστο, αυθόρμητο, παρθενικό, και εντελώς καινούργιο, αναγκάσανε και τον πιο αποστεωμένο και λογικόν άνθρωπο, να αναγνωρίσει την ποιητική αξία της πρωτογονικής αυτής αποκάλυψης.

Το καρτούν Σίλλυ Σύμφωνυ, δημιουργήθηκαν από μια σειρά τολμηρών, μοντέρνων ποιημάτων, που το κάθε ένα τους τροποποιεί την πραγματικότητα, φτάνοντας στην υπερπραγματικότητα, που το καθ’ ένα τους είναι μια ριψοκίνδυνη πράξη του πνεύματος μέσα στις περιοχές του αγνώστου, και που κάτω απ’ την επίφαση παιχνιδιού και χιούμορ (που μονάχα αυτή γίνεται αντιληπτή και πολλές φορές ακόμη και με περιφρόνηση από τους αθεράπευτα σοβαροφανείς Έλληνες), κρύβει τα σπέρματα μιας ανήσυχης αλλά και γόνιμης ιδιοσυγκρασίας.

Ίσως, μου έχουν πει πολλοί, πως εκείνα που με κάνουν να εκφράζομαι με τόσο θαυμασμό για το έργο του Ντίσνεϋ, είναι τα στοιχεία της έκπληξης, του απρόοπτου, του παραλογικού και του υπερβολικού, στοιχεία δηλαδή, που αποτελούν γι’ αυτούς, τα στίγματα της εφήμερης επιτυχίας κάθε μοντέρνου. Ναι, δεν παραγνωρίζω πως υπάρχουν πράγματι τέτοια στοιχεία εκεί μέσα, μα μου φαίνεται πως πέρα απ’ όλα αυτά, υπάρχει και αξίζει να θαυμαστεί, μια καταπληκτική κατανόηση της ιδιαίτερης εκείνης ευαισθησίας που μορφοποιήθηκε στον σημερινό άνθρωπο, ένα αίσθημα πηγαίο, ζωντανό και υγιές, που με μια σπάνια ευκινησία κυκλοφορεί παντού, αγκαλιάζει σύγκορμα τα γήινα αγαθά, τα αξιοποιεί σε διαφορετικές κλίμακες, τα ανθρωποποιεί ή τα απολιθώνει, κι αυτά όλα με μια δύναμη ανώτερη, με έναν αέρα μεγάλης ελευθερίας. Σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή, ο κινηματογράφος έδωσε τα μέσα. Και δεν θα αργήσει καθόλου θαρρώ η μέρα εκείνη, όπου μεγάλοι ζωγράφοι, μουσικοί και ποιητές θα συνεργαστούν με σκηνοθέτες και οπερατέρ για να παραστήσουνε, κατά έναν τρόπο μοναδικό, εκείνο που ακόμη διαισθανόμαστε σήμερα, εκείνο που αποκαλούμε ευαισθησία του μοντέρνου. Ένας κόσμος ολόκληρος, βγαίνει από την ουδετερότητα της ψυχρής ματιάς και παίζει τον ρόλο του, διαγράφοντας την καμπύλη μιας απρόβλεπτης τροχιάς μέσα στο διάστημα. Πτυχές λησμονημένων ονείρων, αφελείς τρόμοι παιδικών ηλικιών, φαντασιώσεις στιγμών της μοναξιάς, μορφές μυστικών παραμυθιών, χτυπητοί παραλογισμοί δυνατών συγκινήσεων, ξυπνούν μέσα από τα άδυτα της ψυχής μας και ορθώνονται θλιβερά ή χαρούμενα στο άγγισμα της μπαγκέτας του μάγου Ντίσνεϋ. Ρόδινα πρωινά ξυπνούν τον μαγεμένο κόσμο. Τα δέντρα σκιρτούν, τεντώνουν τα μπράτσα τους, χασμουριούνται και ρίχνουν μια ματιά στις φωλιές που φυλάνε με στοργή τους θησαυρούς των νυκτερινών κελαηδισμών τους. Τα λουλούδια παίρνουν το μπάνιο τους στις δροσοσταλίδες. Οι μικρές λίμνες γεμίζουν φως και φύκια. Τα ψάρια κυκλοφορούνε με κέφι για να ανταποκριθούν στις μικρές έγνοιες τους, που κατά βάθος είναι μεγάλες. Το πουλί που είχε χρησιμεύσει για ξυπνητήρι, πατάει στις νότε του ανεβαίνοντας στον ουρανό. Τα παιδιά του χορεύουν μπαλέτο στο εύθραυστο κλαδί. Το πιο άτακτο, ξεφεύγει για να δοκιμάσει μια περιπέτεια με φίδια, σκουλήκια και φανταστικά ερπετά. Δέσμες από φλόγες χορεύουν. Ο άνεμος λυγίζει τα σπίτια. Όλα είναι δυνατά. Μακριά στο πέλαγος, ένα μικροσκοπικό καράβι χορεύει κυνηγημένο από το πνεύμα της τρικυμίας. Μια πελώρια τρίαινα ταράζει τους βυθούς. Ένα κύμα, σηκώνεται ψηλότερα από τα άλλα, και αγριεμένο κοιτάζει το μικρό καράβι. Ένα άλλο γίνεται πελώριο χέρι, τ’ αρπάζει και το κλυδωνίζει. Μα η σωτηρία υπάρχει πάντοτε στις μικρές αγαθές ψυχές των πλασμάτων του υπερφυσικού αυτού κόσμου. Όλα τελειώνουν καλά και ποτέ χάππυ εντ δεν στάθηκαν τόσο δικαιολογημένα όσο μέσα σε αυτόν τον αυτόνομο κόσμο, που είναι ο αυτόνομος κόσμος της ποίησης, και που σαν μοναδικό του θέμα και μοναδικό του υλικό, έχει τη ζωή, τη μικρή και τη μεγάλη ζωή, οδυνηρή και πασίχαρη, πάντοτε εξαντλημένη και πάντοτε καινούργια, στα μάτια ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου. Γιατί η ποίηση, είτε λέξεις μεταχειρίζεται, είτε φθόγγους, είτε σχέδια, είτε χρώματα, είτε ύλη σκληρή, παραμένει ποίηση, παραμένει ως υπέρτατη σύλληψη του κόσμου. Κι ίσως φανώ υπερβολικός όταν πω πως ο Ουώλτ Ντίσνεϋ ανήκει στις προσωπικότητες εκείνες που εργαστήκανε μοναδικά, για να δώσουν τον ιδιαίτερο εκείνο τόνο που χαρακτηρίζει στις μεγάλες της γραμμές την σημερινή εποχή. Κατά βάθος, το δαιμόνιο που βρίσκει μαζί του διέξοδο στον κινηματογράφο, είναι το ίδιο που βρίσκει διέξοδο στους πίνακες του Ζαν Μιρώ, στα σχέδια ενός Μασσόν, στις φωτογραφίες ενός Μαν Ρέυ, στα γλυπτά ενός Λίπσιτζ, στα υφαντά μιας Χίλντα Πόλστερερ, στους γύψους ενός Ζαντκίν, στα μέταλλα Ταγιά, στα κτίρια ενός Λε Κορμπυζιέ, στα ποιήματα ενός Ελυάρ…

Αν τώρα, εμείς έχουμε περάσει από καιρό στην χειρότερη παχυδερμία, αν έχουμε μικρύνει τόσο πολύ τον εαυτό μας ώστε να μην μας είναι πια βολετό να προχωρήσουμε πέρα απ’ τις επιφάνειες, αν έχουμε αποξενωθεί από καθετί το αληθινό, το ζεστό και το υπέρτατο, αν δημιουργήσαμε μια χαμαίζηλη ρουτίνα ζωής γεμάτη κακίες και μικρότητες, αν τυφλωθήκαμε ξαφνικά και δεν βλέπουμε άλλο από τις ταπεινές μας ορέξεις, ποιος φταίει;

Παρήγορο είναι τουλάχιστον να αναλογιζόμαστε πως υπάρχουν μερικοί, λιγοστοί, γενναίοι άνθρωποι σε όλες τις γωνιές της γης, που εργάζονται άοκνα για να μας ανασυνδέσουν από άλλους, καινούργιους, άγνωστους δρόμους, με το μεγάλο Νόημα της Ζωής.

[Απόσπασμα από ευρύτερο κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, τον Ιούνιο του 1938.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: