frear

Μαρία Μανδάλου: 4 ποιήματα

Έχθος

Η Αρετή δε μας συνάντησε ποτέ.
Εμείς, υπήρχαμε.
Για να γεννάμε τις ωδίνες της.

[…]

Ψηλάφισες τις άγουρες
ακίδες του κορμιού μου.
Το μόρσιμον ήμαρ
και την έκταση.
Τελείωσα μαζί σου.
Σε πείραξαν αίφνης
οι αλαργινοί μου βόστρυχοι.
Τα μάτια σου έσταζαν θάλασσα.
Κι εγώ ήμουν τυφλή.

Αδικαιολόγητο ήταν ετούτο το μεθύσι.
Ροκάνιζες ερείπια φτερούλια.
Δεν είπες, «στάσου, μας βλέπουν».
Μόνο ακολουθούσες
το χαύνο της απόγνωσης
και τσάκιζες
στιλπνές παραφυάδες της πρωΐας,
μικρά ασύμφορα τραύματα…

Ήθελα να σου βρω ένα όνομα.
Συντραύλιζαν οι χειμώνες
στους ασκούς σου
μνήματα χορικά.
Η ενοχή μετάλλαζε
το στόμα σου
σε ηλύσια δύση

Καιρό προτού να γεννηθείς
οι κυνόδοντες παλμοί σου
κακάριζαν ασίγαστα
φωτοβολίδες κι άρμπουρα.
Κάθισες στα γόνατα της βροχής.
Περίμενες να σε ξεψειρίσει.

[…]

Δεν ήμουνα η Ευρυδίκη.
Όμως εσύ,
είχες πλαγιάσει με τον Ορφέα
στα μάτια της Μέδουσας.

Ab exordio mundi 

Μετά των βαρβάρων
εκείνων
την αδόκητη άφιξη,
αλάτι έσπειρε
το χώμα ο Θεός,
δίοικος Οδυσσέας
Μια Καλυψώ απαντοχή,
μια Πηνελόπη οφειλή,
και των αθλίων οι ορδές
ανοίξαν τις ομπρέλες τους
κι άναψαν φυλαχτά
και προσευχές
στην κόψη του Εφιάλτη
Μπαΐρια γίνηκαν τα λόγια μας
μεγάλη ψεύτρα η ενοχή
μας άλεθε ωραία
Ανεπαισθήτως ορφανοί,
σκαρώναμε σύνορα
νησάκια,
επιλόχεια τραύματα
γκράφιτι εσφιγμένα
Μια θλίψη θεριακλού
αργά μας κατάπινε,
οθόνη συμπληγάδα
Κι από μακριά μας έγνεφε
τυφλά εμβατήρια
και όρκους προσανάμματα
μας στόμωνε
η Ιστορία η μαμμή,
φύρα του Νόστου
αγιάτρευτη,
ανάθεμα στον πόνο

Ημιτελές

Μες την κερήθρα άφρισε ο πόνος του
μέρα τρυγία που ευλογημένα όνειρα
αφήνανε των Δαναών κεράσματα
μέντα και δυόσμο και αλισφακιά
στο στόμα της Νεράιδας
Θυσίας ευχολόγιο
το λαβωμένο ελάφι
στον κόρφο του στάλιζε
Αίμα αλφάδι στα θεμέλια
εκεί που θάχτιζε κάποτε
το σπίτι του, με γαλανά παράθυρα
και γιασεμί στην πόρτα
Στον αφαλό της ερημιάς,
κονάκι των Αγγέλων
Χρόνους μετά,
σε πόλη άθλια
ετούτα συλλογίζονταν,
σκοτάδια μητρικά
ως τον κατάπιναν,
τον άλεθαν αχόρταγα
και τον περιγελούσαν
Και η φωνή του ρημαδιό
χωράφι ξερικό η ψυχή του,
μηδέ πουλί μηδέ χορτάρι
Κάτι στιχάκια κίβδηλα
της νιότης κουσούρια
αερικά
μαζί του τά ΄σερνε
σε θλιβερές γειτονιές σε καταγώγια
στου Λόγου τις κακοτοπιές
και στου Καιρού τις όμορφες πλεχτάνες
“Τυφλό η μνήμη απόστημα,
της ύπαρξης
ασήμαντη αιτία κι αφορμή”,
ο θλιβερός ούτως ειπείν
αυτόχειρ,
την ώρα την επάρατον
ίσως και να σκεφτόταν…

Ίζημα

Μεσάνυχτα
καλοκαιριού
με το φεγγάρι
τσιγάρο άναψε
στης Βίγλας
το ξέφωτο
στον Κούμαρο
ψηλά
αρχαίος υετός
πάννυχος
Διομήδης
Ασφοδελοί
στο μετερίζι
κυπαρισσάκια
έλατα
και σκοτεινές
ελιές
Φωνήεντα
τον τύλιξαν
Αχνές
πουτάνες
λέξεις
Έχυνε

[Προδημοσίευση από το βιβλίο Αποψίλωση ονείρων, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Σμίλη]

 

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: