frear

Για το “Ερώ” του Γιώργου Ρούσκα – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Γιώργος Ρούσκας
Ερώ
Εκδ. Σοκόλη, 2017-04-26

Ερώ, ο μέλλων χρόνος του ρήματος φημί που σημαίνει λέγω, δηλαδή θα πω.  Αλλά και Ερώ που σημαίνει,  αγαπώ με πάθος. Ο ποιητής, επιλέγοντας το ρήμα με τις  δύο έννοιες, χτυπάει δύο νότες αντιστικτικά και κάνει καλά δύο δουλειές. Κυριολεκτεί ούτως ή άλλως και με τις δύο· και λέγει και αγαπά αυτά περί των οποίων λέγει. Για τον έρωτά του θα μιλήσει· έναν έρωτα, ο οποίος θα αναπτυχθεί σε πέντε πράξεις, μέρη, επεισόδια: «Θέση», «Διάθεση», «Ένθεση», «Μετάθεση», «Φωτοσύνθεση». Σταθερό πάντα το δεύτερο συνθετικό, η «θέση» του, και εναλλασσόμενο το πρώτο, με μια πρόθεση, η οποία αλλάζει τρις, μέχρι να καταλήξει να συν-τεθεί με φως, «φωτό». Μια συλλογή γεμάτη έρωτες.

Δεν είναι τυχαία η έναρξη και η  κατάληξη. Το πρώτο ποίημα «Του Πέλοπος η νήσος» και το τελευταίο «Ιλιάδα μου Ελλάδα» οριοθετούν την είσοδο και την έξοδο από το σώμα του ποιήματος και την ψυχή του. Και τα δύο ποιήματα είναι ομοιόμορφα, επτά τετράστιχα, παραδοσιακής μορφής με δεκαπεντασύλλαβο στίχο και ομοιοκαταληξία. Το πρώτο στηρίζεται στην γεωγραφική απόληξη της ελληνικής  χερσονήσου που η ανάγκη την μετέτρεψε σε νησί, έστω και με την μετατροπή ενός Ισθμού σε κανάλι. Η υμνητική περιδιάβαση της ενδοχώρας σταθμεύει σε τόπους, σε χρόνους και ιστορία και  αποτελεί μια  πανθεωτική ματιά και μια ερωτική αναφορά. Η Πελοπόννησος γίνεται γυναίκα, της οποίας κάθε λεπτομέρεια έχει τη σημαίνουσα συμβολή της στο ερωτικό όλο.

Το τελευταίο ποίημα πατάει σε όλη την Ελλάδα, επιθετικά προσδιορίζεται με ένα έπος, την Ιλιάδα,  με αίμα και φως λουσμένη και η μία και η άλλη  «Η ιστορία του φωτός εδώ είναι γραμμένη/ η Τέχνη εδώ μεγάλωσε η φωτογεννημένη». Στην ομοιομορφία του πρώτου και του τελευταίου ποιήματος καταθέτω και το ομοιοτέλευτο των λέξεων Πέλοπος-νήσος και του τελευταίου Ιλιάδα-Ελλάδα.

Μία ποιητική γεωγραφία, η οποία έχει το αναμνηστικό της σήμα σε κάθε δρόμο και καμπή. Το «Ου παντός πλειν ες Κόρινθον» δίνει στον ποιητή τη αφορμή να αναδείξει την απαιτητική πόλη, την οποία  δεν μπορούσε να προσεγγίσει o τότε ταξιδιώτης, ο τωρινός μπορεί. Όμως εγώ νομίζω πως ο εξ Αθηνών είχε μπροστά την Κακιά Σκάλα, ληστές, άγρια βουνά, πεύκα, δύσκολη πρόσβαση, αν και ο Φλωμπέρ κάνοντας  την ίδια διαδρομή έμεινε κατενθουσιασμένος. Άλλωστε και ο Ρούσκας από το Μαρκόπουλο, μέσω Αττικής Οδού θα πάει. Θα αφήσει πίσω του την Πεντέλη, στο «σύθαμπο» να «δεσπόζει», τους παραστάτες στο δρόμο, «ιατρικό» και «Υγεία» «λίγο αργότερα/ έξοδος για Λαμία… Οινηίδες φυλής Αχαρνές/ στριμωγμένες από της Πάρνηθας τον όγκο βορινά/ νότια από αντιπαροχής/ αμέτρητα μπετόν κυβικά». Είναι φανερό πως, χωρίς να κραυγάζει, ρυθμικά και βιαστικά, σε ροή κινούμενου ταχέως Ι.Χ. παρατηρεί πόσο τα πάντα ρει. Η  εξέλιξη το απαιτεί, το μπετόν παντού παρόν, αναδυόμενες ανάμεσα σε τσιμέντα ομορφιές, αρχαιότητες, στοιχεία και στοιχειά των οποίων την παρουσία προσπερνάμε βιαστικοί, αδιάφοροι κι ανυποψίαστοι, ωθούμενοι από τη βιασύνη των καιρών..

Το αυτοκίνητο τρέχει στους δρόμους, το σώμα στο κάθισμα, η ψυχή στο στήθος. «Στη θάλασσα των λέξεων / μυρίζει ιώδιο και μελάνι… /Βίος το σκάφος./ Η περιπέτεια, εμπειρία, το ταξίδι/ είναι Αυτός!». «Ταξιδευτής στους δρόμους της γης. /Μετανάστης σε μονοπάτια ονείρων».

Η συλλογή είναι ταξιδιωτική όχι μόνο έξω στο χώρο αλλά και μέσα στη μνήμη, όχι μόνο «Εκεί» αλλά και «Εδώ», «Τότε» και «Τώρα», «Χθες» και «Αύριο». Παλαντζάρει ανάμεσα στις όχθες των αντιθέσεων. Μια από δω μια από κει, σαν τους υαλοκαθαριστήρες που «ρυθμικά / αριστερά, στάση, μεταβολή, δεξιά/ ανάσα, μεταβολή, το αυτό», αλλά και  «ρούμπα χορεύουν, τυλίγουν, ξετυλίγουν/ ανοίγουν προς τα έξω και οι δυο,/ κλείνουν ταυτόχρονα προς τα μέσα/ μαζεύοντας τη βροχή… παίρνοντας αγκαλιά τις στάλες… / όπως… γυρίζοντας τη μπλούζα/ γυάλινους βόλους τα παιδιά». Εικόνες από την περασμένη παιδική εποχή της αθωότητας, ωριμάζουν μέσα σε νέο ντεκόρ. Κι ο έρωτας, που από τη φύση ξεκίνησε, στους θάμνους, στα λουλούδια,  σε αρσενικό και θηλυκό μεταμορφώθηκε, θεριεύει και «σ’ όσους με αγάπη ελευθερώνονται/ αλλιώς τα φαινόμενα» φανερώνονται.  Τα λουλούδια, τα χρώματα, τα αρώματα, το κορίτσι στην «Παραλία, bar καφέ γωνιακό… / Η θεά Αμφιλύκη/  τζιν σορτσάκι κοντό… κορμί σφιχτό… μαλλιά καστανά μακριά / … Να σηκωθώ,/ της φύσης το ποίημα να πλησιάσω/ έτοιμος ‘‘στη χειρότερη’’ να καώ/ να κάνω πως αλλού κοιτάζω/ ή να συνεχίσω από μακριά θαυμάζοντας/ για την άλλη ποίηση να μιλώ;». Ο παράδεισος είναι εδώ, εικόνα θεϊκή, επί γης.   Η μνήμη μας τρέχει στου Μίλτου Σαχτούρη την «lynne»: «στον Πόρο/ βρέθηκε/  η lynne / ένα κορίτσι /από τη γηραιά Αλβιόνα/ όμως ξαφνικά έκλεισε το μπαρ/βλέπω όνειρα φριχτά / … Αν δεν βρει αλλού  δουλειά / η  lynne / θα γυρίσει πίσω/… και τότε καληνύχτα σας».

Παρόμοια σκηνοθεσία, πρόσωπα και αγωνία. Η ομορφιά η από αλλού φερμένη έρχεται να συνδαυλίσει την ερωτική επιθυμία που παίρνει πλέον σαφή προσανατολισμό. Πάντα έτοιμο το σκάφος για το ερωτικό ταξίδι, το οποίο διαρκώς μεταλλάσσεται σε ποίηση και η ποίηση σε γυναίκα, μέχρις ότου, το αντικείμενο του πόθου να αποκτήσει  συγκεκριμένη μορφή και ο λόγος, χωρίς αναστολές να αγριέψει, περνώντας σε πιο δραστικές περιγραφές. Ο ποιητής δεν φείδεται εικόνων και περιγραφών για να  εκφράσει αυτό που τον συνταράζει και για να ανασυστήσει τον ερωτικό χώρο, τη φωλιά, την ηδονή και την απόλαυσή της.

Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν ξεχνά τον διάλογο με το χρόνο που τρέχει κι αυτός. Κι από το ένα στο άλλο, από το σώμα στο μυαλό με το στοχασμό στο ρέον και φευγάτο, ο ποιητής λέει «Πενθώ» για ό,τι πέρασε και έχασε, αγάπες, έρωτες παιδιά, «Αυτά που δεν» και άλλα που θυμίζουν εν μέρει το Μονόγραμμα του Ελύτη και εν μέρει  ΙΔ΄ από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα του Σεφέρη, σε μια δική του μετάπλαση: «Ό,τι πέρασε πάει, πέρασε./ Αγκάλιασέ το./Δικό σου είναι κι αυτό».

Η συλλογή εξελίσσεται ερωτικά από τα απέξω στα από μέσα,  από τη φύση στον άνθρωπο, μ’ ένα διακείμενο εξαιρετικό που δείχνει την ευγενή καταγωγή του. Η ποίηση του Ρούσκα δεν έχει μόνο πατρίδα αλλά και προγόνους των οποίων η παρουσία στο φόντο είναι ζωντανή και  λικνίζεται, δίνοντας την εντύπωση ότι όλα στροβιλίζονται όπως ο ίδιος σ’ ένα καθόλου τυχαίο ως ρυθμό «αργεντίνικο ταγκό στη βροχή ερωτευμένος» (σαν τον Gene Kelly,  I’m singing  in the rain and I’ m happy again).

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη