Καὶ τὶς δείξει μοι τὴν ὁδόν; Ἄπειρος γάρ εἰμι ταύτης, εὐθὺς ἔδειξεν αὐτῷ Σαρακηνοὺς μέλλοντας ὁδεύειν τὴν ὁδὸν ἐκείνην. Προσελθὼν τοίνυν καὶ ἐγγίσας αὐτοῖς ὁ Ἀντώνιος, ἠξίου σὺν αὐτοῖς εἰς τὴν ἔρημον ἀπελθεῖν. Οἱ δὲ, ὥσπερ ἐξ ἐπιτάγματος τῆς προνοίας, προθύμως αὐτὸν ἐδέξαντο. Καὶ ὁδεύσας τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας μετ’ αὐτῶν, ἦλθεν εἰς ὄρος λίαν ὑψηλόν.
Βίος τοῦ Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου, 49.5-7
Κρατούσε μόνο μια στιγμή ο θάνατος της μέρας. Ξαπλώνοταν αργά πάνω στη μαύρη άμμο. Ζάρωνε αίμα το κορμί μία σχισμή σελήνη λίμνη υγρό κορμί αστέρια που να σέρνοντας την άμμο αστερίες. Άπλωνε χέρι μάρμαρο και κρύων’ ο αγέρας άπλωνε λόγχη την παλάμη άδραχνε κόρφο θησαυρό χίλιοι νεκροί φυλάνε. Τέντωνες πείσμα απόγνωση προς την περίμετρο των σκελετών τα κόκαλα πυξίδα μαύρη το σκότος φυλακή.
Ασκούσα τα μάτια μου στο ενδόμυχο κι εκείνα που έβλεπα δεν με ’βλεπαν. Σκοτάδι.
Βγαίναν από την άμμο σκελετοί και στέγνωνε το αίμα.
Βγαίναν από την άμμο σκελετοί και τράβαγαν τ’ αστέρια.
Βγαίναν από την άμμο σκελετοί πομπή λευκή στο Σέλας.
Ξεχείλωνε το δέρμα άπλωνε κηλίδα στον αέρα.
***
Ξημέρωνε και το πρόσωπο μου κιόλας υγρό καθρεφτιζόταν στον ήλιο. Γιατί αυτό το πρόσωπο ήμουν εγώ; Ετούτα τα μάτια ετούτο το στόμα ετούτα τα χείλη όλ’ από άμμο γιατί ήμουν εγώ; Η άμμος γιατί ήτανε άμμος κι ετούτη η κουφόβραση ένυλη που με κύκλων’ από παντού γιατί δεν ήτανε άμμος; Ετούτη η τρύπα στον ουρανό που ήτανε φως και λάβα φωτιά και με ρουφούσε σα ψίχουλο κι εγώ γαντζωνόμουν από τις αντιστάσεις μου στην κατάποση γιατί ήτανε ήλιος, ήλιος γιατί σε ’λεγαν ζωή; Δεν μπορούσα να καταλάβω και δεν περίμενα από κανέναν να μου το εξηγήσει. Μόνο περπάταγα. Χαράκων’ η άμμος με το μαχαίρι τα μάγουλα μου λάξευε τα χαρακτηριστικά μου. Έμενε ένα καινούργιο πρόσωπο σπασμένα όστρακα στην άμμο.
Άπλωνε η άμμος μι’ ανύπαρκτη θάλασσα και στέγνων’ η αγκαλιά μου.
Κατρακυλούσα το κύμα και γαντζωνόμουν την αγωνία.
Έπρεπε να μάθω να περπατώ με τα δύο να τρέχω να μη μπουσουλώ.
Το σύμπαν αντεστραμμένο δι’ εσόπτρου εν αινίγματι κι έπρεπε να μάθω να βλέπω ήλιο τον ήλιο και το σκοτάδι σκοτάδι. Και το πρόσωπο μου καρικατούρα που μόνος σχεδίαζα και τα βράδια γλιστρούσ’ απ’ τα σκουπιδιάρικα και περιπλανιόταν στη νύχτα αδέσποτο. Περνούσαν οι σκύλοι και μου το κατουρούσαν.
Γυρνούσα πίσω κι ακολουθούσα περισυλλέγοντας τα όστρακα ως το ένα.
***
Οδοιπορούσα, το κεφάλι σκυφτό, το ανέφικτο.
***
Ξαπλωνόμουν και ανακάθιζα. Μεγάλυνε η ψυχή μου τον ίσκιο. Μία γριά κολόκυνθος με σκέπαζε την αγκαλιά της. Κι εχαιρόμουν χαρά μεγάλη κι έκλινα το κεφάλι μου στα μπράτσα της καθώς που ηλιοτρόπιο μωρό στον μέγα πατέρα ήλιο. Κρέμαγα το χαμόγελο μου και σβόλιαζα τα μάτια. Για τρία δευτερόλεπτα προσκτώμουν τη γαλήνη. Ύπουλη όμως έρημος φωτιά διαβρωτική στα σπλάχνα. Δεν πρόλαβε ν’ ανθίσει κι απεξηράνθη η κολοκύνθη. Άσκοπη ξανάπιανα τη βραδύτητα άπραγος. Περπάταγε ο ήλιος επί την κεφαλήν πορεία.
***
Και στεκόταν ο ήλιος κατά μέσον του ουρανού και γάλα δεν έκλαιγε η μάνα. Πεινούσα. Γιατί πεινούσα; Διψούσα. Γιατί διψούσα; Τι με κρατούσε κάθειρκτο, ποιο χώμα; Ηδονικές κραυγές τ’ αυτιά μου ξεσκίζαν κι έδακνε κόμπος την καρδιά στον οφθαλμό σκοτάδι.
***
Δεν γινόμουνα ήμουν και όντας γινόμουν εγώ η μοναξιά που οδηγούσε στη μοναξιά, η θλίψη που οδηγούσε στη θλίψη, η παράνοια που οδηγούσε στην παράνοια, ο φόβος που οδηγούσε στον φόβο. Η μοναξιά που οδηγούσε στη θλίψη, η θλίψη που οδηγούσε στην παράνοια, η παράνοια που οδηγούσε στο φόβο, ο φόβος που οδηγούσε στη θλίψη, η θλίψη που οδηγούσε στη μοναξιά. Παίρναν φωτιά τα δόντια μου κι ανάβαν ένα-ένα σαν τους πυρσούς στις κατακόμβες. Κατάπινα πτώματα κρέατα νεκρά κι έφτυνα κόκαλα στην άμμο. Κατάπινα σάρκες αμάσητες κι έχεζα αχώνευτη τροφή ζεστή στην άμμο έτοιμη ζωή λίπασμα για τα δέντρα. Φυτρώναν οάσεις άσπιλες νερά καθάρια ποταμοί κι έπινα με τα κτήνη. Ξάπλωνα κάθετα στους ίσκιους των δεντρών γινόμουν ένα με τα φύλλα. Τη σήψη ανασταινόμουνα γινόμουνα λουλούδι, ασβέστης άβυσσος κληματαριά κρασί και μέθαγα το σύμπαν. Ήμουν εγώ ο άγιος και ο προσκυνητής, ο ασκητής κι ο λιόντας, ο μοναχός κι ο πειρασμός, η άμμος και ο χρόνος. Ήμουν εγώ η έρημος κι η θάλασσα, το σύννεφο και η βροχή, το χώμα και το άνθος. Μεγάλωνε η έρημος κι απλώνονταν αγκάλιαζε τα πάντα, χανόντουσαν τα κτήνη τα πουλιά νερά το φως απ’ τον αιθέρα τα δέντρα γκρεμιζόντουσαν που βάσταγαν τον ήλιο. Γινόμουν άγιος κι ασκητής και μοναχός και ήμουν.
Απρίλης – Μάης 2009
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: David Alan Harvey.]







