Ι
Α, το ποίημα λοιπόν.
Η ελάχιστη αιωνιότητα ενός τσιγάρου που ερωτεύεται γυμνό, μέσα στο χιόνι.
Οι δύο κίονες της Ιωνίας που φυτρώνουν παφλάζοντας
καταμεσής στο γοτθικό κελί μου.
Οι τρεις βρεγμένες συλλαβές που καίγονται, δίπλα ακριβώς στον ύπνο της μικρής θαλασσοπαναγιάς.
ΙΙ
Κραυγές των σωμάτων ήλιοι της νύχτας, αρματοδρόμοι
όταν χτυπάει το ξίφος του Απόλλωνα
γλώσσες μαχόμενες
που ανάβουν μουσικές στο δέρμα
οι μπλε και οι μαβιές καμπανούλες
μαζί που κοιμούνται
το χαμένο στο κύμα κρεβάτι
ο έφιππος άγιος στο ξύλινο τέμπλο.
Όλα εκεί στεγάζονται.
Η αλμύρα στο βλέμμα σου
οι μοναχοί της Παναγιάς του κάβου
τα κρινάκια που γνέφουν
απ’ τα παπούτσια σου μέσα
ο αχός του πολέμου στις φλέβες
το μελτέμι απ’ το στόμα σου που ανοίγει πανιά
η γυμνή βάρκα στο στήθος σου
η μαινόμενη λάβα στον βυθό σου. Όλα εκεί γεννιούνται.
Έτσι
όχι με λέξεις
γίνεται το ποίημα.

[Προδημοσίευση από τη συλλογή Εαρινά Θυρανοίξια, Παρουσία, 2016]







