frear

Πέντε ποιήματα – του Τάσου Πορφύρη

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ι. Σωσίβιο

Όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε το υπόγειο όπου
Αναπαύονταν σε ράφια τα παλιά σκονισμένα βιβλία
Έπρεπε να το απαλλάξουμε από τα χιλιάδες ανείπωτα
Λόγια που κάλυπταν σ’ ένα σεβαστό ύψος το πάτωμα
Αυτά που στήριζαν τα γραμμένα στα βιβλία και τα
Καμάρωναν γιατί κατόρθωσαν να γίνουν κάτι έστω
Συντροφιά για κάποιον που δεν έχει από κάπου να
Κρατηθεί και γραπώνεται απ’ τα φωνήεντα των
Λέξεων καθώς τον ταξιδεύουν στους αντίλαλους των
Κορυφογραμμών και στα ξυπνήματα των εύφορων κοιλάδων.

ΙΙ. Επιστροφή

Όταν ξαναφάνηκε το άγαλμα που ’χε εξαφανίσει η ομίχλη
Δεν ήταν το ίδιο το αγέρωχο ύφος μια ανάμνηση πες
Το τεντωμένο σε ευθεία χέρι γερμένο σ’ αποχαιρετισμό
Από τη ρευματική αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε με την
Υγρασία γέρασε και τ’ άλογό του δεν φουρμάζει δεν αδημονεί
Χτυπώντας τις οπλές του κανένας κίνδυνος να τον ρίξει κάτω
Οπότε η θέση των χελιδονιών στο πηλήκιο εξασφαλισμένη
Όταν γυρίζουν από τα θερμά κλίματα και ψάχνουν για
Τις περσινές φωλιές κάτω από τις σκεπές των ολίγων
Εναπομεινάντων ετοιμόρροπων προκλασσικών ποιημάτων.

ΙΙΙ. Σύρραξη

Κανονιοβολισμοί στο στερέωμα από αντιμαχόμενες στρατιές
Μαύρων σύννεφων αστραπές στα μήκη και τα πλάτη του
Κι αργότερα οι εφεδρείες για την οριστική διεκδίκηση
Του χώρου: το άγριο ποδοβολητό του ιππικού στους τσίγκους
Της σκεπής των σπιτιών κι ανάμεσα οξείς ήχοι από τα
Διασταυρούμενα ξίφη των αντιπάλων κι όσο κρατούσε
Η σύρραξη άφωνη άγρια χαρά στα στήθια κι όλα να
Χάνονται στη στέρνα κι όλα να μεταλλάσσονται σε δροσερό
Πόσιμο νερό για τους κοπιώντες και πεφορτισμένους.

IV. Κιβωτός

Το δάσος πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο
Δειλά-δειλά κάλυψε τον κήπο με τα οπωροφόρα
Αγρίεψαν κι αυτά οι καρποί τους σκληροί
Κατάλληλοι για τα δόντια του βοριά και το ράμφος
Της κίσσας η περγουλιά αγκάλιασε την καμινάδα
Απ’ όπου τα σταφύλια γνέφουν απελπισμένα για να
Σωθούν από τα κύματα της πράσινης θάλασσας
Για όσο παίρνει το μάτι το δάσος κατοικημένο
Από τους υπηκόους του κρυμμένους σε μυστικές σπηλιές
Στις εμπατές φρουροί πυκνές συστάδες δέντρων
Ελέγχουν τα πάντα μην ξαναρχίσει το παλιό
Παιχνίδι είναι της φαντασίας μου τα χτυπήματα στους
Ταρσανάδες ή βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός;

V. «Σχεδόν μεσοπόλεμος»

Βαδίζει σκεφτικός ψιλοβαριέται
-το πεζοδρόμιο από βήματα υποφέρει-
Ψάχνει μια φράση “motto” να φοριέται
Στο ποίημα που τη λύτρωση θα φέρει

Βράδυ και βρέχει στη μικρή πλατεία
Σταγόνες -φωτοστέφανα- στα γύρω φώτα
Ένας περαστικός μια φιγούρα αστεία
-κι η μουσική καημός του Nino Rotta-

Τρέχει κρατώντας μια μικρή ομπρέλα
Το στήθος του σπαράζει από λυγμούς
Θα μπορούσε να κάνει κάποια τρέλα

Όμως τον κρατάει όμηρο μια εποχή
-σε δυσανάγνωστες ανάκατες σελίδες-
Και βρέχει «βρέχει μια παλιά κίτρινη βροχή»

[Από τη συλλογή Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον, Αθήνα 2015. Φωτογραφία: Dragan Todorovic.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: