Δεν πειράζει που χάνεσαι ανάμεσα στα φορτηγά, κάθιδρη με κάτι άνθη παρωδία στην αγκαλιά σου. Εγώ θα επιμείνω. Θ’ ακολουθήσω τις ακτογραμμές, θα περάσω πλάι από καταστροφές, από συντρίμμια, από παλιές, φοιτητικές εστίες, εγώ θα επιμείνω.
Δεν ρωτώ τίποτε για σένα. Χωρίς απόγνωση άλλωστε ο έρωτας ποτέ δεν θα ’χε σημασία. Ένας αθλητής των μεγάλων δρόμων τραυματισμένος που όλοι τον ξεπερνούν στην κρίσιμη στροφή, άνεμος και τίποτε. Πώς να σε ξεχάσω λοιπόν όταν ξυπνάς μες στα συνθήματα, όταν γίνεσαι ποταμός, όταν γίνεσαι ο νεαρός κεραυνός κάτω απ΄την πόλη μου.
Και τι δεν είπαν για σένα οι ποιητές. Πως σε είδαν λέει, Σαββάτο βράδυ, ένα κουρέλι ν’ αθλείσαι στις κεντρικές λεωφόρους.
Σπαράγματα νιότης, στα σκαλοπάτια ξημερώματα, σκιά και κίνδυνος για τον ίδιο σου τον εαυτό μετά από τόσα χρόνια.
Θα μπορούσα να σου πω ακόμη περισσότερα για κείνο τον καιρό. Όμως ήρθε ο καιρός να τελειώσουμε μ’ αυτές τις συμφορές. Και άλλωστε απ’ τις καρδιές δεν απέμειναν παρά λεπτομέρειες. Είμαστε γεμάτοι πια τραύματα, προχωράμε μόνο με την ψυχή
¥
(Στο μεταξύ τα εργοτάξια παίρνουν και πάλι φωτιά. Εργάτες, στελέχη, ανθρώπινα ερείπια απ’ τις πυρκαγιές, τις ανατινάξεις, προελαύνουν με πυροκροτητές στα χέρια, κάποιοι αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα ικριώματα, λιβάδια μανδραγόρες ενώπιον των ματιών μου.
Ο ποιητής ανοίγει ένα παράθυρο, πίσω του υψικάμινοι, οι βαριές βιομηχανίες του χάλυβα που μεσουρανούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Χιλιάδες διαδηλωτών κατακτούν τους δρόμους, κατακλύζουν τις γειτονιές, είναι τέτοιος ο παλμός τους που η μοναξιά του ποιητή γίνεται ανυπόφορη και κανείς, κανείς στ’ αλήθεια δεν υποψιάζεται το δράμα που παίζεται πίσω απ΄τα παιδικά του χέρια που τόσο προσπάθησαν.)
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Γιώργος Κατσάγγελος.]







