frear

Το θεογέφυρο των πηγών του Δρίνου – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ο χρόνος των ανθρώπων είναι σαν το νερό των ποταμιών. Σύνορα και νεροδεσιές, κει που πρωτύτερα υπήρχαν περασιές, κόβουνε στη μέση των μεν τη ζωή και των δε τη ροή. Ένας κορμός σωριάζεται, ζωντανός ακόμη, και εκεί σωριασμένος σιγά σιγά νεκρώνει, ενόσω μάταια πολεμούν οι ρίζες να τραφούν από τον αέρα, ν’ αντλήσουν από το τίποτε τους χυμούς που θρέφουν τη ζωή• ή ξαπλώνεται ήδη νεκρός, και, κει που ’δενε γη με ουρανό, τώρα δένει αναμεταξύ τους τους όχτους, τον έναν με τον άλλον• το νερό στριμώχνεται να κυλήσει αποκάτω, και κλαριά και άλλα υλικά φερτά μαζώνονται, φτιάνοντας φράγμα. Και στη ζωή κάποτε των ανθρώπων, ένα σύνορο χαράζεται και τους αφήνει μισούς, αποδώ το σώμα, αποκεί η ψυχή• ή αποδώ ο αδελφός κι αποκεί η αδελφή, σε γειτονικά χωριά που ’ναι σ’ απόσταση μίας ώρας το ένα απ’ τ’ άλλο, αλλά που τώρα τα χωρίζει, ποταμός αδιάβατος, ένα σύνορο.

Στον Αϊ-Γιώργη πάνω από το Ζάβροχο, χωριό με δεκαεφτά κατοίκους κι αγνάντι στον μεθοριακό σταθμό της Κακαβιάς και τη Μουργκάνα αντίκρυ, υπάρχει ένας μεγάλος σταυρός που φωτίζεται με λαμπτήρες βαλμένους παντού πάνω του, κακόγουστος αναμφίβολα, μα κείνοι που τον έφτιασαν δεν είχαν το γούστο στο μυαλό τους, αλλά να φτιάξουν έτσι μια γέφυρα, τη νύχτα που ο σταυρός φωτιζόταν, ώστε οι ψυχές χωρισμένων αδελφών να συναντιόνται πάνω από τ’ αδιάβατο ποτάμι του συνόρου• και στο Ρογόζι, κάτω από το Ζάβροχο, σκαλιά κατεβαίνουν μέχρι τις πηγές του Δρίνου από το μουσείο υδροκίνησης και το καφενεδάκι εκεί, που ο Χρήστος, πρώην επαγγελματίας φωτογράφος, τα κρατά ανοιχτά χειμώνα καλοκαίρι μόνος στην ερημία, μα όχι κατάμονος, γιατί έχει για συντροφιά την Πέπα ένα παιχνιδιάρικο γκριφόν γεμάτο κολλητσίδες, την άπαυτη μουσική του νερού, και μερικές νύχτες τις νεράιδες που ακούει να τραγουδούν.

Απ’ τη συμβολή του Κουβαρά της Πωγωνιανής με τον Γυφτοπόταμο της λεγόμενης Παλιολάκκας ή Λάκκας του Μουχτάρ, φτιάχνεται, από τους τρεις Δρίνους ποταμούς, τούτος ο πιο ταπεινός, που ’ναι έτσι αχαμνός εδώ πέρα στις πηγές του, προτού να δρασκελίσει το σύνορο και τρανέψει από τους ποταμούς Ξεριά και Σωχακό στη Δρόπολη, για ν’ αρδέψει ως αρχαίος Κέλυδνος το μύθο του Χρονικού Δρυοπίδος, του χρονικού της Δρόπολης, όπου φερμένοι με τον Άτλαντα και τον Ίφιτο, κατηγορημένους άδικα πως θανάτωσαν τον Θησέα, οι πρώτοι άνθρωποι που ’ζησαν εκεί θρέφονταν με μελίδρυον και άγριο κρέας, και εκεί έκτισε ο Ίφιτος τη Δρυϊνούπολη• και ο τόπος έγινε εύφορος, έγινε ψωμοτόπι, χάρη σε τρία φορτώματα γέννημα, ένα σιτάρι, τ’ άλλο κεχρί και το άλλο ρόβι, που ο Άλβας έστειλε δίνοντας την ανεψιά του τη Χωμύλη για γυναίκα του Ζωΐλου, του γιου του Ιφίτου.

Με το κύλισμά τους οι ποταμοί αρδεύουν μύθους για φυλές και φύλα, ώστε να μπορεί έτσι ένας τόπος να ονειρεύεται τον εαυτό του ξανά και ξανά.

Στον μέγα Δρίνο, παραπόταμο του Σάβου, στο Βίσιεγκραντ, είναι ένα γεφύρι χτισμένο από τον Μεχμέτ πασά Σόκολι – τέτοιο, που μόνον άλλο ένα όμοιό του υπήρχε σ’ όλη την οθωμανική αυτοκρατορία• και, σ’ όλον τον μέσο και τον άνω ρου του Δρίνου, δεν υπήρχε σίγουρο και σταθερό πέρασμα άλλο από τούτο το γεφύρι στο Βίσιενγκραντ, τ’ απαραίτητο σταυροδρόμι πάνω στο δρόμο που ένωνε τη Βοσνία με τη Σερβία και πιο πέρα μ’ όλα τα άλλα τμήματα της αυτοκρατορίας, μέχρι τη Βασιλεύουσα.

Με μαστοριά εφάμιλλη κείνης του θρυλικού μάστορα Ράντε, ο Ίβο Άντρις, ώστε υμνώντας το γεφύρι να το στεριώσει κι άλλο στους αιώνες, έδεσε τη λιθοδομή του με το αιμάτινο κουρασάνι του μύθου και της Ιστορίας: πώς έχτισαν τα βυζανιάρικα δίδυμα Στόγια κι Όστογια στις μεσιανές κολόνες και έκτοτε κείνες δακρύζουν γάλα• πώς ο Αμπίνταγκας ο πιστός του βεζίρη παλούκωσε πάνω στη γέφυρα τον εργάτη Ράντισαβ από το Ούνιστε• πώς έμπηξαν οι Τούρκοι σε φρεσκοπελεκημένους πασσάλους τα κεφάλια του Γιελίσιε, του αλαφροΐσκιωτου γέροντα, ανθρώπου του Θεού, και του Μίλε, του παλικαρόπουλου που δούλευε στο νερόμυλο, «μια δίνοντας με το τσεκούρι στη λυγερόκορμη ιτιά, κι εκείνη λύγισε βαθιά, σαν νύφη που σκύβει να φιλήσει το χέρι του κουμπάρου, και με την πρωινή δροσιά της ράντισε τον νιο σαν ανοιξιάτικη ψιχάλα».

Ζωές χριστιανών, μουσουλμάνων και Εβραίων δέθηκαν μοιραία αναμεταξύ τους, με τις έντεκα φαρδιές καμάρες του γεφυριού στο Βίσιενγκραντ, ενώ αποκάτω κύλαγε τρανός κείνος ο Δρίνος τα βαλκανικά του νερά• μα εγώ, εδώ σε τούτη την απόμερη γωνίτσα των Βαλκανίων στο Ρογόζι κάτω από το Ζάβροχο, στέκομαι στην κορυφή της σκάλας που από το μουσείο υδροκίνησης κατεβαίνει ως το ποταμάκι στις πηγές του δικού μου Δρίνου δω πέρα – που βέβαια δε μου ανήκει ο ίδιος, αλλά μου ανήκει τώρα η απόλυτη ερημιά του, καθώς έχω σταθεί και σκύβω για να δέσω το κορδόνι μου. Είναι μια παιδική αδεξιότητα που και σαν μεσήλικος, ακόμα, την κουβαλάω, και θα την κουβαλάω και σαν γέρος άμα τύχει να γεράσω. Κάτι δεν κάνω σωστά όταν δένω τα κορδόνια μου, ή μπορεί να είναι οι ταρσοί μου πολύ αψιδωτοί, δεν ξέρω, και τα κορδόνια μου συχνά λύνονται, πότε το ’να, πότε τ’ άλλο. Μα, μες στη φούρια της ζωής, έχω έτσι μια δικαιολογία για να σταθώ μία στιγμή, προσηλωμένος στα δάχτυλά μου που αδέξια παλεύουν με το κορδόνι, και να σκεφτώ, να αναστοχαστώ, ακόμα και ν’ αναθεωρήσω ό,τι έκανα, κι ό,τι απόφαση είχα πάρει, μόλις τώρα δα. Λες και, χάρη στο λυμένο κορδόνι, κείνο τ’ αλλοτινό παιδί μιλά σε μένα το μεσήλικα, και με ορμηνεύει.

Εδώ στο Ρογόζι είν’ ένα θεογέφυρο. Οι χωριανοί είχαν πάει κάποτε για εκκλησιασμό στο ξωκλήσι της Αγίας Αναστασίας πέρα απ’ το ποτάμι. Έπιασε όμως τόση βροχή που αποκλείστηκαν. Προσευχήθηκαν πολύ, ζήτησαν τη βοήθεια του Θεού, κι έτσι Αυτός έκανε το θαύμα Του.

Νωρίτερα, προτού να σταθώ στην κορυφή της σκάλας, είχε βρέξει, και τα σκαλοπάτια ήσαν γλιστερά, κρατιόμουν από το βρεμένο σίδερο για να τα κατέβω, άτσαλος μερικές φορές στο βήμα όπως στο δέσιμο των κορδονιών.

Κάτω, φουσκωμένο το νερό χυνόταν γύρω και πάνω από βράχια, κι ένας μεγάλος βράχος το δρασκελούσε, μα δεν ήταν αυτός το θεογέφυρο, που για να το φτάσεις πρέπει να μπεις στο νερό και να προχωρήσεις παρέκει – μα πού; θα σ’ έπαιρνε με την ορμή του το ποτάμι. Και μήτε αποπάνω φαίνεται το γεφύρι, το έχει σκεπάσει ο αμαξιτός δρόμος, και βατσουνιές κι άλλες πρασινάδες το έχουν πνίξει. Τα πρανή του Δρίνου, εκεί, είν’ απόκρημνα, έχει πινακίδες που το λένε: «Κίνδυνος Θάνατος». Ζώα έχουν γκρεμιστεί εκεί κάτω. Κάτι Αλβανοί λαθραίοι περνούσαν από κει, πάνε λίγα χρόνια• φάνηκε η συνοριοφυλακή και ένας πήδηξε. Έπειτα, ήλθε η ΕΜΑΚ και τον ανέβασε νεκρό.

Στάθηκα πάνω από το ποτάμι, και στα βράχια και στα φύλλα κάθε σταγόνα βροχής κρατούσε μέσα από ’να μικρό διαμάντι. Οι αχτίδες του ήλιου, τότε, κάπως ήλθαν και αψίδωσαν μέσ’ από τις φυλλωσιές, κι ένα γεφύρι από φως φτιάχτηκε για μία στιγμή από τον ένα όχτο στον άλλον, άυλος αντικατοπτρισμός του αθέατου θεογέφυρου. Η φωτεινή αψίδα χάθηκε έπειτα, μα το νερό αχολογούσε άπαυτο, και άκουσα γαβγίσματα αποπάνω. Κάτι πρωτύτερα με βάραινε, μα τώρα σαν να ’χα ελαφρύνει. Με μεγαλύτερη σιγουριά στο βήμα, ανέβηκα τα σκαλοπάτια κι έκατσα στο μαγαζάκι πλάι στο μουσείο υδροκίνησης, μοναδικός πελάτης, για να πιω ένα τσίπουρο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη