frear

Για το «Μπαμ!» της Χαράς Νικολακοπούλου – γράφει η Παναγιώτα Ψυχογυιοπούλου

Συγγραφικά απρόοπτα και ανατροπές
Χαρά Νικολακοπούλου Μπαμ! [Μαύρη κωμωδία] εκδόσεις ΑΩ, 2020

Ένα από τα θετικότερα στοιχεία της πεζογραφικής θητείας της Χαράς Νικολακοπούλου είναι ότι πειραματίζεται, δοκιμάζει, εξελίσσεται, αλλάζει. Η Χαρά Νικολακοπούλου για ακόμα μια φορά καταφέρνει να μας ξαφνιάσει δημιουργικά, ικανοποιώντας, κατά τη γνώμη μας, και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες, αφού το Μπαμ!, μια καλοδουλεμένη και ευανάγνωστη νουβέλα κερδίζει τις εντυπώσεις από τις πρώτες γραμμές του κειμένου και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως και την τελευταία σελίδα της.

Ο τίτλος Μπαμ! προδιαθέτει για τη σατιρική διάθεση που διαπερνά το βιβλίο με αποτέλεσμα να προσελκύει τον αναγνώστη. Η ηχομιμητική, ονοματοποιημένη λέξη Μπαμ –κατεξοχήν κινητική και θορυβώδης– πυροδοτεί τη σκέψη του, προκαλεί το ενδιαφέρον και εντυπώνεται. Μονολεκτικός τίτλος που κρύβει ένα παιχνίδι ανατροπών και αμφισημίας –στοιχεία που διαποτίζουν– με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου αλλά και την έμπνευση της ιστορίας. Το θαυμαστικό που ακολουθεί τον τίτλο είναι ένα σημείο που φορτίζει εκφραστικά μιαν απόφανση, διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη και υπογραμμίζει τον επιφωνηματικό χαρακτήρα της λέξης, προσδίδοντας ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα.

O αναγνώστης διαισθάνεται πως εκτός από τον τίτλο, το έργο «Μόνα Λίζα» του Κολομβιανού ζωγράφου και γλύπτη Φερνάντο Μποτέρο στο εξώφυλλο, είναι απόλυτα ταιριαστό με το ύφος και το περιεχόμενο της νουβέλας. Τα έργα του ξεχωρίζουν για τις ογκώδεις και ευτραφείς ανθρώπινες μορφές, που παραπέμπουν στην αναγεννησιακή τέχνη, αλλά και μας συστήνουν εν μέρει την ηρωίδα του βιβλίου.

Το Μπαμ! (2020) από τις εκδόσεις ΑΩ είναι η τρίτη νουβέλα της Νικολακοπούλου και αποτελείται από δεκατέσσερα (14) κεφάλαια. Οι τίτλοι τους (αν και νουβέλα, το κάθε κεφάλαιο τιτλοφορείται) νοηματοδοτούν την πορεία της αφήγησης, χαρακτηρίζονται από ειρωνεία και σαρκασμό, αναδεύοντας ποικίλους συνειρμούς στον αναγνώστη. Η συγγραφέας επιτυγχάνει μια ιδιαίτερη κατάσταση κυρίως γύρω από τον τρόπο σύνθεσης των κεφαλαίων του βιβλίου, δίνοντας το δικό της στίγμα στους τίτλους τους με παροιμιακές-λαϊκές, ενίοτε αφοριστικές ρήσεις και λογοπαίγνια. Ενδεικτικά αναφέρoυμε: «Τα νεύρα μου φλογέρα, Πράσινα ξινά μήλα, Santa Barbara, Μου ‘πε η μάντισσα, Το σόι μου μέσα…, Τα μεταξωτά βρακιά…, Το Βατερλό μιας γελοίας, Κι άλλο Βατερλό κι ένα ναυάγιο.» Η Χαρά Νικολακοπούλου, εύστοχα σαρκαστική και ειρωνική, επιχειρεί μια ψυχαναλυτική κατάδυση στα άδυτα των ανθρώπινων σχέσεων, της παραβατικής συμπεριφοράς, του έρωτα μα και των εμμονών που αφορούν τη γραφή. Οι ήρωες είναι άνθρωποι που κινούνται γύρω μας και τα περιστατικά της ζωής τους αντανακλούν τη σύγχρονη πραγματικότητα κι όλα γίνονται μια ιστορία κοινωνική και ψυχογραφική. Το νήμα που συνέχει αλλά και κινεί με τη δέουσα επιμέλεια τα κεφάλαια είναι σωστά επιλεγμένο και ευδιάκριτο. Πρόκειται για την αδήριτη, σκοτεινή ανάγκη που υπαγορεύει ήθη, σκοπούς, στόχους και ακραίες-ενστικτώδεις αντιδράσεις της κεντρικής ηρωίδας, αδιαφορώντας για τις συνέπειές τους.

Είχα χρόνια να διαβάσω τόσο περιεκτικό, ευθύβολο και ανατρεπτικό βιβλίο. Διάβασα το Μπαμ! με μεγάλο κέφι και αυτό γιατί ήταν αποκάλυψη για μένα η ηρωίδα αλλά και οι γλωσσικές επιλογές της Νικολακοπούλου. Θεωρώ την επιλογή του θέματος ευφυή και ομολογώ ότι ολοκλήρωσα την ανάγνωση με αντιφατικά συναισθήματα. Η δημιουργός, ανατρέποντας τις αναγνωστικές συνήθειες, σε οδηγεί να εμβαθύνεις στον ίδιο τον εαυτό σου και τη θέση του στον σύγχρονο κόσμο. Το βιβλίο ξαφνιάζει τον ανυποψίαστο αναγνώστη, τον φέρνει από το πρώτο κεφάλαιο αντιμέτωπο με μια σειρά από φόνους, τον εκπλήσσει με την τόλμη των σεξουαλικών αναφορών, με την αθυροστομία και την ελεύθερη γλώσσα, με τη σκηνοθετική μαεστρία και την ένταση των εικόνων.

Το βιβλίο είναι, όπως αναφέρεται και στον υπότιτλο, Μαύρη Κωμωδία. Μια πρωτότυπη Μαύρη Κωμωδία για το λογοτεχνικό γίγνεσθαι όπου προβάλλονται οι επαγγελματίες «περί του βιβλίου» και κάποια από τα αρνητικά, εγωπαθή χαρακτηριστικά τους. Εγωιστές, φιλόδοξοι, επηρμένοι, δίχως αναστολές, εμπλέκονται σε ίντριγκες, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις. Η Χαρά Νικολακοπούλου τολμά να μας χαρίσει μαύρο γέλιο και τα καταφέρνει ιδιαίτερα καλά, χρησιμοποιώντας τεχνάσματα δανεισμένα από το θέατρο του παραλόγου περισσότερο με κωμική παρά με φιλοσοφική πρόθεση, λοιδορώντας ιδανικά τον λογοτεχνικό χώρο.

Το Μπαμ! παρουσιάζει συγγένειες με τη μαύρη κωμωδία ή καλύτερα το μαύρο χιούμορ, όπου «αφελείς, απειλητικοί ή ανίκανοι χαρακτήρες σ’ έναν εφιαλτικό σύγχρονο κόσμο παίζουν τους ρόλους τους σ’ αυτό που ο Ευγένιος Ιονέσκο αποκάλεσε “τραγική φάρσα”, αποτυπώνοντας γεγονότα που είναι ταυτόχρονα κωμικά, τρομακτικά και παράλογα» (Abrams, 2005). Η ηθική και συναισθηματική ανωριμότητα τούς εμποδίζει να καταλάβουν τον εαυτό τους. Το Μπαμ! είναι μια εξαιρετικά ευφυής φαρσοκωμωδία, που με τον ευφάνταστο ρυθμό εξέλιξης της αφήγησης κρατά καθηλωμένο τον αναγνώστη. Προκαλεί αβίαστα έκπληξη και συχνά γέλιο παρά τις θλιβερές και αποτρόπαιες στιγμές που βιώνει η ηρωίδα, ακόμα και όταν διαπράττει με μαεστρία φόνους κατά συρροή χωρίς να μετανιώνει καθόλου. Σημαντικό κρίνεται το γεγονός ότι ο αναγνώστης γνωρίζει από την αρχή της ιστορίας ποιος είναι ο δολοφόνος (Αγγελική). Ο φόνος χρησιμοποιείται ως εύρημα για την εξέλιξη της ιστορίας, αποτελεί το έναυσμα για να ξεκλειδώσει ο χαρακτήρας της ηρωίδας και ταυτόχρονα αποτελεί το σημείο μηδέν όλων των εξελίξεων.

Η γραφή, εκφραστική και με έντονα στοιχεία προφορικότητας, καθιστά την ανάγνωση απολαυστική. Λεπτομερείς γλαφυρές και συχνά ρυθμικές περιγραφές διακόπτουν τη ροή της αφήγησης, στήνοντας ένα πολύμορφο σκηνικό, στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα. Παράλληλα, αποτυπώνουν τις μορφές των χαρακτήρων του έργου, τόσο ως προς την εξωτερική τους εμφάνιση, όσο και ως προς τον εσωτερικό τους κόσμο, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους αλλά και την ιδιαιτερότητά τους. Μία από τις πλέον εκφραστικές περιγραφές του χώρου είναι αυτή του σπιτιού της Αγγελικής, που είναι χωμένο «στην κοιλιά της θεόρατης πολυκατοικίας».

Η περιγραφή του σπιτιού, του εξωτερικού χώρου, των ενοίκων της πολυκατοικίας αποτελεί αντανάκλαση των συναισθημάτων και της ψυχολογίας της ηρωίδας και αναδεικνύει τη σημασία του χώρου στην οικονομία του έργου. Δηλώνει έναν τόπο περίκλειστο, σαφώς οριοθετημένο και πνιγηρό. Με εξαίρετη παρατηρητικότητα και καίρια ματιά η συγγραφέας δημιουργεί εικόνες ζωής, συμπλέκοντας πρόσωπα και γεγονότα σε αλλεπάλληλους, αδιάρρηκτους κρίκους, κάνοντάς τα αναγκαία το ένα για το άλλο. Τα πρόσωπα κινούνται στο ίδιο μικροαστικό περιβάλλον, οι ανθρώπινοι χαρακτήρες διαγράφονται με ενάργεια, οι συγκρούσεις μεταξύ τους γίνονται δραματικότερες και οι ήρωες -προπάντων η κεντρική ηρωίδα- έχουν μια παθολογική ανθρώπινη υπόσταση.

Ο αναγνώστης, διαβάζοντας το βιβλίο, ταλαντεύεται ανάμεσα στο γέλιο και στο δράμα, στον οίκτο και στην αντιπάθεια, διότι η αντιηρωίδα Αγγελική απεικονίζει μια κοινωνία υποκρισίας σ’ ένα θέατρο του παραλόγου. Εξομολογείται και εκδικείται μέσω του φόνου με ευρεία σκέψη και οργάνωση. Το δε παραλήρημά της καθρεφτίζει μια γυναίκα, που λόγω άλογης αναζήτησης της δόξας, χάνει την ίδια της την ψυχή. Η Αγγελική είναι θύμα του εαυτού της και των ανέφικτων επιδιώξεών της:

Με τσουβαλιάσανε στην τρύπα του Χάροντα, τουτέστιν στην απομόνωση. Σκασίλα μου! Μια χαρά δουλεύω με την ησυχία μου την ιστορία μου, ευτυχώς μου αφήνουν μολύβι και χαρτάκι – να ‘ναι καλά ο Μπάμπης μου, είναι φύλακας και μόρτης, μια φορά του έδειξα τα βυζάκια μου και του έταξα κι άλλα στο επανιδείν, έτσι μ’ αφήνει να κατέχω τα δέοντα για το γράψιμό μου. Χαρτάκι και μολύβι, τι ζητάω η κακομοίρα;

Η πρόθεση της συγγραφέως είναι να παρουσιάσει την ηρωίδα ως ένα τραγικό πρόσωπο. Γυναίκα με πάθη κι εκρήξεις, σύγχρονη κι αδάμαστη, τραχιά αλλά και τρυφερή, απερίφραστα λαϊκή αλλά κι αποφασιστική στις κρίσιμες καμπές της ζωής της, διαπράττει ποικίλα ατοπήματα, γεγονός που οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη διάψευση των προσδοκιών της. Πειραματίζεται σεξουαλικά και ανατρέπει τους συμβατικούς ηθικούς, κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς κανόνες. Είναι μια γυναίκα που τη διακατέχει το πάθος της γραφής, κάνει συνεχείς αναφορές στο χαρτί, στο μολύβι και στο ποθούμενο προς έκδοση βιβλίο. Πράττει τα πάντα ώστε να γίνει το όνειρό της πραγματικότητα. Η ηρωίδα περιπλέκει και διαταράσσει την υπόστασή της μέσω των φιλοδοξιών της, ενώ παράλληλα νιώθει να καταδιώκεται από τους άλλους ανθρώπους. Η γραφή γίνεται για την ηρωίδα υπόσχεση επιτυχίας και ευτυχίας. Η ευτυχία δεν αποδίδεται, η απαξίωση είναι συνεχής και κατ’ αυτήν η μόνη λύση είναι η εκδίκηση.

Όμως εγώ βγήκα συγγραφέας, παρακαλώ! Τι τιμή και τούτη, τι δόξα και ευλογία από τα ουράνια! Γιατί κι εγώ σκαρώνω σενάρια εξωφρενικά, αλλά τα κάνω τέχνη, αγάπη μου! Η δική μου η τέχνη μ’ έσωσε από τον διασυρμό και το τρελάδικο. Με σώζει από την ξεφτίλα!

Χαρακτηριστικό της Αγγελικής είναι ότι προσπαθεί να καταξιωθεί στη γραφή, ακολουθώντας παραβατική συμπεριφορά με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα καταξιωθεί κοινωνικά. Ζει μέσα στην ασυναρτησία και τον παραλογισμό της ζωής σε δραματικές καταστάσεις που απορρίπτουν το ρεαλιστικό σκηνικό και τη λογική στην εξέλιξη της πλοκής. Οι συνεχείς ψυχολογικές μεταπτώσεις της ηρωίδας δημιουργούν συνεχώς ένταση και χαλάρωση τόσο στην ίδια όσο και στον αναγνώστη. Το έργο είναι παράλογο κατά μια διπλή έννοια: αφενός είναι γκροτέσκα κωμικό και αφετέρου στερείται λογικής και εσωτερικής συνέπειας. Δεν παρωδεί μόνο το λογοτεχνικό γίγνεσθαι αλλά και τις εμμονές της Αγγελικής που την οδηγούν σ’ ένα φαύλο κύκλο αποφάσεων και ενεργειών και καταλήγουν σε αδιέξοδα. Στο κείμενο, το χιούμορ και την ειρωνεία διαδέχονται η απόγνωση και το δράμα. Η σουρεάλ μαύρη κωμωδία φέρνει στο φως μια ηρωίδα με προσωπικότητα που ίσως όλοι μας έχουμε συναντήσει, αναδεικνύοντας την καταλυτική αντίδρασή της σε συνθήκες κρίσης. Η Αγγελική γίνεται απόλυτο υποχείριο της φιλοδοξίας της για αναγνώριση, καταρρίπτει, καταπατά τα πάντα και εντέλει τους πάντες, χωρίς δισταγμό.

Η συγγραφέας μεταπηδά με δεξιότητα από τις φτηνές, καταναλωτικές, γαστριμαργικές ενδυματολογικές συνήθειες της πληθωρικής ηρωίδας στις απόλυτα εστέτ, κομψές επιλογές ενός εμφανίσιμου, πολυγραφότατου συγγραφέα. Έτσι, η πλοκή είναι επεισοδιακή, ενδιαφέρουσα και περιστρέφεται γύρω από τη σχέση των δύο αυτών ηρώων με απρόοπτα επεισόδια και εξελίξεις. Ήρωες που απομυθοποιούνται και αυτοκαταργούνται από την ίδια την υπόστασή τους:

Την επομένη, ξημερώματα στήνομαι έξω από το σπίτι του, μακιγιαρισμένη, παρφουμαρισμένη κάργα με το μαγικό μου φίλτρο. Με αβυσσαλέο ντεκολτέ και σούπερ μίνι, κάπου διάβασα ότι αυτός ο συνδυασμός είναι… να δεις πώς το είπε… vulgar, αλλά σκασίλα μου, δεν δίνω σημασία σε λεπτομέρειες. Κατά τις δώδεκα σκάει μύτη το μωρό μου, αξύριστος και κακοκοιμισμένος μου φάνηκε, πάει για τσιγάρα στο περίπτερο. Κάνω τη χαζή πως δήθεν στραβοπάτησα, και καλά, πάνω στα δωδεκάποντα και τσουπ! γραπώνομαι από πάνω του.
«Ω, με συγχωρείτε, τι αδέξια που είμαι!»
«Μα τι λέτε; Ούτε λόγος! Χαρά μου να σώσω τέτοια κοπελιά!»
Όπα! Τσιμπάει. Τον ξαναχουφτώνω από το μπράτσο.
«Νομίζω χτύπησα το ποδαράκι μου. Αχ, καλέ, πονάωωω!»
Έχω σπουδάσει Βουγιουκλάκη, κάτσε καλά!

Η δραματικότητα χαρακτηρίζει το βιβλίο και είναι «όρος ευρύτερος από την τραγικότητα, αφού ένα δραματικό έργο μπορεί να είναι κωμικό ή τραγικό. Ουσιώδες γνώρισμα της δραματικότητας είναι η αδιάκοπη διάσταση ανάμεσα στην προσδοκία μας και σε εκείνο που πραγματικά συμβαίνει σε κάθε ειδική στιγμή σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο. Δραματικότητα υπάρχει στο κείμενο, όταν υπάρχει δράση εξωτερική ή εσωτερική, επομένως όταν προκύπτουν συγκρούσεις είτε ανάμεσα σε πρόσωπα, θεσμούς, καταστάσεις είτε ανάμεσα σε συναισθήματα, επιθυμίες, επιδιώξεις και εν τέλει στην ψυχή της ίδιας της ηρωίδας» (Dawson,1974). Τα αστεία προκύπτουν μέσα από τη δραματικότητα της κατάστασης, με την πλοκή να υπερβαίνει συχνά τα αποδεκτά κοινωνικά όρια, επιζητώντας να σοκάρει τον αναγνώστη με την απροσδόκητη χιουμοριστική επένδυση των «σοβαρών» θεμάτων που θίγει.

Στο κείμενο, εναλλάσσονται η αφήγηση και η περιγραφή με τον διάλογο και έτσι το καθιστούν ζωντανό και παραστατικό. Χαρακτηριστική είναι η αφηγηματική άνεση και η εξομολογητική διάθεση της Αγγελικής σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία συμπυκνώνει την παθογένεια της σύγχρονης πραγματικότητας. Σχεδόν σ’ όλα τα κεφάλαια του βιβλίου χρησιμοποιείται και το β΄ πρόσωπο, στα σημεία που η αφηγήτρια απευθύνεται στον αναγνώστη, μια επιλογή που προσδίδει θεατρικότητα και αμεσότητα στο κείμενο.

Στην αφήγηση παρεμβάλλεται και επαναλαμβάνεται ο διάλογος που είναι συχνά αστείος και επιβραδύνει την αφήγηση. Οι γκάφες κατά την απόκρυψη των φόνων και τα άλλα τεχνάσματα στόχο έχουν να προβάλουν την αλλοτρίωση και την τραγική αγωνία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ματαιοδοξία, η επιδίωξη για μεγάλη ζωή και κοινωνική προβολή, οδηγεί την ηρωίδα του έργου σε απροσδόκητες, αναίτιες, ανόητες και βίαιες ενέργειες. Ο γρήγορος ρυθμός, οι έξυπνες ατάκες και οι χαρακτήρες που εναλλάσσονται σε συνδυασμό με τη θεατρική γραφή, συνθέτουν μια ιστορία, όπου η καυστική μαύρη κωμωδία συναντά τον σουρεαλισμό της καθημερινής ζωής είτε στην πόλη είτε στα σπίτια που ζει η Αγγελική είτε στη φυλακή. Παρόλη την υπερβολή των ηρώων, οι χαρακτήρες του έργου είναι ενδεικτικοί της καθημερινότητας. Σύμφωνα με τον Ευγένιο Ιονέσκο «οι άνθρωποι που πνίγονται στην ανοησία δεν μπορεί παρά να είναι γκροτέσκοι, τα πάθη τους δεν μπορεί παρά να φαίνονται τραγικά μέσα από τη διακωμώδησή τους» (Abrams, 2005). Η σάτιρα που ενυπάρχει περιστρέφεται γύρω από εκδότες, δημοσιογράφους, κριτικούς λογοτεχνίας, συγγραφείς, που επιδιώκουν μια διακριτή θέση στον χώρο της λογοτεχνίας με απώτερο σκοπό την προβολή τους και το προσωπικό τους συμφέρον καθώς και γύρω από πρόσωπα και χαρακτήρες που εμπλέκονται τυχαία στην ιστορία και τον δρόμο της ηρωίδας:

Τίποτα δεν θα με εμποδίσει να τον κατακτήσω. Πλησιάζω για να τον χαιρετήσω και τότε παίρνει το μάτι μου ένα καθικάκι δημοσιογράφο. Είναι κοντούλης, καραφλός, γυαλάκιας, κομπλεξικός του κερατά – αυτός δεν ήταν που τον έκραζε για αδελφή τον Ευρυπίδη; Μεμιάς αλλάζω σχέδιο.
«Δεν είναι θαυμάσιος ο κύριος Καρατζόγλου;» πλησιάζω το δημοσιογραφάκι.
«Τον γνωρίζετε προσωπικά;» μου κάνει με υφάκι.
«Λίγο, εσείς τι λέτε που είστε και ειδήμων;»
«Ναι, καλός είναι…»
«Και το βιβλίο του σκίζει άκουσα, πάει καρφωτό για best seller!»
«Ναι, έτσι φαίνεται», δαγκώνεται, «εσάς από πού σας ξέρω;»
«Από κάποια παρουσίαση προφανώς. Ξέρετε, είμαι κι εγώ συγγραφέας!»

Η Χαρά Νικολακοπούλου σατιρίζει κάποια στοιχεία από τη στρεβλή σύγχρονη πραγματικότητα που επικρατεί στο λογοτεχνικό χώρο χωρίς να πέσει στην παγίδα μιας απλής καταγραφής και το επιτυγχάνει χωρίς λεκτικούς ενδοιασμούς. Βασίζεται στα πρότυπα των αντιηρώων, που αποτελούν παράγωγα μιας κοινωνίας που διατελεί σε μόνιμη κρίση και διαμορφώνει μια κριτική στάση απέναντι στην παρακμή της. Όσον αφορά το υλικό φαίνεται να έχει συλλεχθεί, τόσο από προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέως όσο και από γεγονότα του τύπου και της καθημερινότητας. Το διαπεραστικό μάτι της συγγραφέως παρατηρεί και εστιάζει σε πρόσωπα και καταστάσεις, προσδίδοντας τα ίχνη μιας σκέψης που κινείται στον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας: παρουσιάζει πρόσωπα και προσωπεία, χαρακτήρες και συμπεριφορές, διαθέσεις και ψυχικά προφίλ μιας κοινωνίας και πιο συγκεκριμένα μιας ομάδας ανθρώπων που κινείται στον χώρο της συγγραφής. Στο βιβλίο υπάρχουν στοιχεία αυτοαναφορικότητας, δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ,ότι έχουμε να κάνουμε με μια νουβέλα. Η συγγραφέας εμπνέεται από γεγονότα και χαρακτήρες, αλλά δεν αποτυπώνει πραγματικά γεγονότα και ανθρώπους. Γράφει για να προβληματίσει, να στηλιτεύσει, αλλά και να ψυχαγωγήσει. Μην ψάχνετε, λοιπόν, να ταυτίσετε τους ήρωες με πραγματικά πρόσωπα.

Εκείνο όμως που διακρίνει το έργο είναι οι ζωντανές περιγραφές που χωρίζονται σε εξωτερικές και εσωτερικές. Οι εξωτερικές αναφέρονται κυρίως στην εμφάνιση των προσώπων ενώ οι εσωτερικές στη συναισθηματική τους κατάσταση και γενικά τον εσωτερικό τους κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό καταγράφονται πλήθος εικόνων, οι οποίες διαχέονται έκδηλα σε ολόκληρο το κείμενο. Οι εικόνες (οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, γευστικές, απτικές), σατιρικά ενδεδυμένες, αποτυπώνουν πρόσωπα, καταστάσεις, χαρακτήρες και χώρους, διατρέχουν όλο το βιβλίο ενώ η παρατακτική σύνταξη, οι ξένες λέξεις και φράσεις και το ασύνδετο σχήμα προσφέρουν στο κείμενο ζωντάνια και γρήγορο ρυθμό, διατηρώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος.

Αγοράζω περιοδικά. Ξεφυλλίζω μετά μανίας. Ψάχνω τις τάσεις της μόδας. Ψωνίζω τσάντες σούπερ, Desigual βεβαίως, Balenciaga εννοείται, μια φοβερή με ροζουλί ρίγες και μια ακόμα τριγωνική στο χρώμα της μέντας, το απόλυτο must του καλοκαιριού! Μια Flap Bag Chanel πα-νά-κρι-βη!

Ένα θα σας πω: το νούμερο είναι τε-τρα-ψή- φιο! Μια ροζ Cloe, το καμάρι μου! Σε πατούμενα τα έσκασα κανονικά: γόβες Ted Baker, Baldowski, Moschino, Schutz. Κι άλλα παπουτσάκια χειροποίητα, λεοπάρ, φλατ, κόκκινα σπέσιαλ, με στρασάκια και κορδελάκια, έφτιαξα και ειδικό stand στο dressing room για δαύτα. Έχω τιγκάρει τις κάρτες μου μέχρι τον ουρανό αλλά χαλάλι! Τα χαζεύω ολημερίς τα χλιδάτα υπάρχοντά μου και σκαρώνω καινούριους συνδυασμούς χρωμάτων και αξεσουάρ.

Τα βράδια που δεν έχω δουλίτσα, για να μη μιζεριάζω μέσα σαν τον κούκο και κατεβάζω τεκίλες σαν τρελή, παίρνω τους δρόμους μοναχή μου, όλο και σε κάποιο μοδάτο ρεστοράν στο Γκάζι, στο Κολωνάκι ή στο Ψυχικό θα καταλήξω.

Το κείμενο εμπλουτίζεται από σχήματα λόγου, συχνές μεταφορές και παρομοιώσεις, ενώ διαπνέεται από ζωντάνια και γλαφυρότητα. Η σύνταξη σφιχτοδεμένη αλλά πολύπλοκη με συνεχείς αλλαγές ύφους, ιδίως στους διαλόγους, η χρήση της γλώσσας ποικίλλει ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Όσον αφορά το υφολογικό επίπεδο αξίζει να σταθούμε στην έντονη χρήση ειρωνείας καθώς και στη χαριτολόγο διάθεση της συγγραφέως, που δηλώνεται με υποκοριστικά-χαϊδευτικά επίθετα. Έκδηλη είναι η οικειότητα προς τον αναγνώστη μέσα από τη χρήση καθημερινού-λαϊκού λεξιλογίου, την εναλλαγή πρώτου και δευτέρου προσώπου, καθώς και τη χρήση των ρητορικών ερωτημάτων σε κάθε κεφάλαιο:

Κι έπειτα, νομίζετε πως είστε πολύ καλύτεροι από εμένα; Να σας πω ένα μυστικό; Όλοι έχετε κάτι δικό μου (λίγο ή πολύ) μέσα σας. Παραδεχτείτε το! Μπορεί να μην σκοτώσατε ποτέ σας κάποιον Χαλούλο, όχι, είστε νομοταγείς πολίτες. Όμως δολοφονήσατε τα όνειρά σας. Χωρίς οίκτο, χωρίς καμία τύψη. Τα ποδοπατήσατε, τα ξεσκίσατε, τα θάψατε. Και τώρα τι κάνετε; Αραχτοί στον καναπέ σας, χαπακώνεστε ασταμάτητα για να πνίξετε τις κραυγές από τα νεογέννητα όνειρα που σκοτώσατε. Και ξέρετε βέβαια πώς κάνουν τα όνειρα όταν τα πνίγετε. Σαν μωρά παιδιά τσιρίζουν!

Τι έγινε; Σας βλέπω μουτρωμένους. Σας έβαλα δυσκολάκι;

Η κοινοτοπία της ύπαρξης, η ελαφρότητα της καθημερινότητας αλλά και η ανθρώπινη μοναξιά μπαίνει στο συγγραφικό στόχαστρο της Χαράς Νικολακοπούλου η οποία µε χιούµορ σκληρό και µαύρο, µε σαρκασµό και αυτοσαρκασµό, µε τις εµµονές και τις παραξενιές της ηρωίδας, µε στοιχεία που ακουµπούν στο γελοίο και στο τραγικό αλλά και µε έντονη την αίσθηση του κενού, αποτυπώνει μέρος της σύγχρονης κοινωνίας. Αποδοµεί τους δημοσιογράφους, τους εκδότες, τους συγγραφείς, αποδοκιμάζει την ψευτιά και την υποκρισία, εστιάζει στη µοναξιά και στην απελπισία, τονίζοντας την απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας ανάµεσα στους ανθρώπους.

Η Αγγελική, ανηλεής και γκροτέσκα, κυνική στην επιφάνεια, αλλά χωρίς να στερείται βαθύτερης ευαισθησίας, αποτυπώνει την εποχή μας. Η συγγραφέας με τις λεπτομέρειες που προσθέτει διά του στόματος των πρωταγωνιστών, καθιστά τους διαλόγους πειστικούς και ιδιαίτερα παραστατικούς, στοιχείο θεατρικότητας, που πρέπει να προσγραφεί στα θετικά σημεία της νουβέλας. Εύγλωττο δείγμα συνιστά ο επόμενος διάλογος:

«Τι εννοείτε επακριβώς;» λέει ο κάθικας.
«Συνεντευξούλα δεν είδαμε ακόμα».
«Τι είδους συνεντευξούλα θέλετε δηλαδή;» Με ειρωνεύεται κι από πάνω ο γελοίος.
«Από εκείνες στα μήντια, που κάνουν τον γύρo του διαδικτύου, να με φωνάξουν στα κανάλια, στο ραδιόφωνο», αναφωνώ στα όρια της υστερίας. «Δεν έχει γράψει κανείς ακόμα κριτική για το βιβλίο μου, είναι καθαρό μπεστ σέλερ, δεν βλέπω να το στηρίζετε! Καθόλου όμως!»
«Καλά», λέει βαριεστημένα «έχω δυο-τρεις γνωστούς στην πιάτσα, άσε να τους μιλήσω και θα δούμε…» Βιάζεται να με ξεφορτωθεί. Αμ δε! «Παρουσίαση πότε θα κλείσουμε; Να μου οργανώσετε περιοδεία στη βόρεια Ελλάδα, Ξάνθη, Καβάλα, Κομοτηνή, έχω κάτι μακρινά ξαδέλφια εκεί. Αλλά ας ξεκινήσουμε από Αθήνα. Πότε θα το οργανώσουμε;»
«Όποτε θες, αρκεί να φέρεις κόσμο».
Κόσμο εγώ; Καλό και τούτο! Και πού να τον βρω εγώ τον κόσμο; Ούτε η θεια μου δεν θα πατήσει. Ποιος θά ’ρθει;
«Γιατί, εσείς δεν έχετε κόσμο; Ολόκληρος εκδοτικός!»

Η Χαρά Νικολακοπούλου γράφει, έχοντας εκείνο το χάρισμα που κάνει τον αναγνώστη να βλέπει, να αισθάνεται, να ζει με την ψυχή του όλα αυτά που αισθάνθηκε και είδε η ίδια και αφηγείται με τέχνη αυτά που συμβαίνουν, αυτά που έχουν συμβεί και αυτά που μπορεί να συμβούν. Σας διαβεβαιώνω ότι η ανάγνωση του Μπαμ! θα σας χαρίσει την αναμενόμενη αισθητική απόλαυση!

Βιβλιογραφία

Abrams, M. (2010). Λεξικό λογοτεχνικών όρων Θεωρία, ιστορία, κριτική λογοτεχνίας. μετφ. Γιάννα Δεληβοριά, Σοφία Χατζηιωαννίδου. Αθήνα: Πατάκης

Dawson, S.W. (1974). Δράμα και δραματικό στοιχείο. μτφρ. Ι. Ράλλη–Κ. Χατζηδήμου. Αθήνα: Ερμής

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Fernando Botero. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly