frear

«Ας φροντίσω να είμαι πράγματι παρών» – γράφει η Νατάσα Μερκούρη

«Ας φροντίσω να είμαι πράγματι παρών» [1]: Με τη ματιά του πρωταγωνιστή

Οι εικοσιτέσσερις ώρες μιας ημέρας μπορεί να αφήνουν την επίγευση ολόκληρης ζωής. Στο πρώτο μυθιστόρημα του Χρίστου Κυθρεώτη Εκεί που ζούμε [2], από τις εκδόσεις Πατάκη, τόσος χρόνος χρειάζεται και επαρκεί προκειμένου ο ήρωας να διανύσει το trailer της ζωής στην Ελλάδα της κρίσης, μεταξύ Αθήνας και Ορχομενού. Το ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο θεωρώ πως είναι η αφηγηματική φωνή, ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Ο χρόνος και ο χώρος επιλέχθηκαν για να αναδείξουν τον χαρακτήρα.

Ο νεαρός Αντώνης Σπετσιώτης, μάχιμος δικηγόρος, συνεργάτης σε δικηγορικό γραφείο από δεκαετίας, στις 20 Ιουνίου του 2014, μια μέρα πριν την ισημερία, κινείται στον αστικό ιστό της Αθήνας με την άνεση που του έχει εξασφαλίσει το προσωπικό του παρελθόν και η καθημερινή οικείωση με τον χώρο. Γνωρίζει και είναι σε θέση να περιγράψει με ιδιαίτερη ακρίβεια κτήρια, δρόμους, διαδρομές, ήχους, και να παρατηρήσει πρόσωπα, επεισόδια, γεγονότα. Οι ημέρες του πρωταγωνιστή φαίνεται πως ακολουθούν εδώ και καιρό ένα τελετουργικό που τις καθιστά αναγνωρίσιμες και οικείες. Το κινηματογραφικό βλέμμα του πρωταγωνιστή παρέχει εξονυχιστικά το ρεαλιστικό στοιχείο, δημιουργώντας ταυτόχρονα απόσταση ανάμεσα σε εκείνον και ό,τι τον περιβάλει. Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα αν τελικά τον αφορά κάτι από όσα συμβαίνουν γύρω του. Έξω από την οικειότητα αυτή τον σύρουν δύο ταξίδια: ένα σύντομο στον Ορχομενό κι ένα μονιμότερο στο Λουξεμβούργο.

Κάθε εικόνα στη μία αυτή ημέρα οδηγεί τον ήρωα σε διάφορους συνειρμούς, οι οποίοι δεν είναι απλές αναπολήσεις αλλά ευκαιρίες για σύντομο στοχασμό, που σχεδόν πάντα οδηγεί στην έλλειψη κατακλείδας. Ο ήρωας δεν είναι σχεδόν ποτέ σίγουρος ποια είναι ή ήταν η καλύτερη επιλογή. Όπως η μέρα του είναι μια διαδοχή συνειρμών και σκέψεων, έτσι και η ζωή του παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα αβέβαιων αποφάσεων, κυρίως από ανθρώπους του περιβάλλοντός του, από συζητήσεις που δεν έγιναν, από παρανοήσεις και υποχωρήσεις. Εφόσον δεν έχει ξεκάθαρες απαντήσεις, περνά στον επόμενο συνειρμό που θα του γεννήσει η επόμενη εικόνα, η επόμενη συνάντηση ή επαγγελματική πρόταση. Αξιοσημείωτη είναι η επιδεξιότητα με την οποία ο συγγραφέας δομεί όλο το υλικό του γύρω από τον έκκεντρο για το μυθιστόρημα ήρωα, διατηρώντας, με αυτό τον τρόπο, αδιατάρακτη τη ροή.

Η τελετουργία των ημερών θα διακοπεί από την επικείμενη μετανάστευση του ήρωα, από μια καινούργια αρχή. Σε δύο μήνες θα φύγει για το Λουξεμβούργο και τα γραφεία της Ε.Ε. ως lawyer linguist. Δεν ευθύνεται η οικονομική κρίση γι’ αυτό, μόνο το ενισχύει. Εγγράφεται και πιστώνεται στον ίδιο τον χαρακτήρα η τάση του να ακολουθεί απλώς τη ροή της ζωής. Η εσωτερική εστίαση στην αφήγηση τονίζει αυτό ακριβώς το σημείο: μια εσωτερική ασάφεια που διατρέχει τον χαρακτήρα. Όσο πιο ασφυκτικός ο χρόνος και περιχαρακωμένος ο χώρος, τόσο πιο νεφελώδης αλλά θορυβώδης ο εσωτερικός του κόσμος.

Μέσα στη μία ημέρα, όμως, ελλοχεύουν το αναπάντεχο και το αναπόδραστο. Το διαζύγιο του παλιού του έρωτα, που φέρνει στο εσωτερικό προσκήνιο αυτό των γονιών του, η τελευταία δουλειά -άρα, η συνταξιοδότηση- του πατέρα του και ο αιφνίδιος θάνατος της πελάτισσάς του λίγο μετά το τέλος της δίκης. Διαφορετικές μορφές της ασυνέχειας, του τέλους, του χρόνου που περνά και που αποτελεί ίσως το πιο σημαντικό προβληματισμό του ήρωα. Κάθε σκέψη γύρω από τον θάνατο, των άλλων ή των δικών του, κινητοποιεί τον φόβο και την αγωνία κάνοντας τον ήρωα ζωντανό.

Η εκπνοή του εικοσιτετραώρου, μετά από μια εξαντλητική συζήτηση για τον «νόμο του θανάτου», στο νοσοκομείο, μεταξύ του γιου της νεκρής πελάτισσας και του ήρωα, τον βρίσκει τον βυθίζεται στον ύπνο. Ο δικηγόρος, στην υπηρεσία των αντιφάσεων της ζωής, συναντάει τον οιονεί θάνατο, το κενό του ύπνου, που γεμίζει με θραύσματα της ημέρας που πέρασε. Στροβιλίζονται μέσα του λέξεις δηλωτικές του τέλους. Το βιβλίο υπαινίσσεται, κλείνοντας, μπροστά στο οριστικό ή το συμβολικό τέλος ερωτήματα όπως: Γιατί ζούμε τόσο αποσπασματικά και δεν αφήνουμε να μας αγγίξει η ζωή; Κατοικούμε στον χρόνο; Όταν απαντήσουμε, θα συναντήσουμε τον γιατρό και τον ιερέα, όπως γράφει ο Larkin [3].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Φράση από το μυθιστόρημα, σελ. 372.

2. Μπορείτε στη biblionet να διαβάσετε τις δημοσιευμένες κριτικές.

3. Αναφορά στο ποίημα “Days” του Philip Larkin, στίχος του οποίου παρατίθεται στο motto του μυθιστορήματος.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Tim Walker. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly