frear

Η πηγή της ειλικρίνειας – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Δεν είναι λίγες οι φορές που διαβάζω ένα ποίημα δίχως να ξέρω αν μ’ αρέσει ή όχι, και νιώθω κάπου μέσα μου πως οι λέξεις του είναι σαν ομολογία υπό απειλή όπλου. Μοιάζει να λείπει από το ποίημα η πηγή της ποίησης, που μπορεί και να χάνεται ακόμα, όταν ο ποταμός πλαταίνει, μα τελικά τη βρίσκεις έτσι και τον ακολουθήσεις προς τα πίσω από κακοτράχαλες πλαγιές της μνήμης. Για τούτη την πηγή δεν ήξερα τίποτα, μιας και ποτέ δεν επιθύμησα να γράψω ποίηση, είτε ως έφηβος είτε μεγαλύτερος, μα την είδα ξαφνιασμένος στην εντεκάχρονη κόρη μου, που άρχισε στα καλά καθούμενα να γράφει ποιήματα δίχως ουσιαστικά να έχει έρθει σ’ επαφή με τον ποιητικό λόγο. Από πού; αναρωτήθηκα, κι έδωσα μια πρόχειρη απάντηση, πως πρέπει να υπάρχει έμφυτος στον άνθρωπο ένας ψυχικός μηχανισμός, συμφυής με τον ίδιο το λόγο, που δίνει στο συναίσθημα λεκτική υπόσταση με ποιητική μορφή. Αυτό, σκέφτηκα, είναι η ειλικρίνεια που άλλοτε νιώθω ως αναγνώστης στην ποίηση κι άλλοτε μου λείπει και σαστίζω. Ειλικρίνεια είναι το να μπορείς απ’ το πλατύ ποτάμι, μακριά από το βουνό, αν το πάρεις προς τα πίσω να φτάσεις τελικά στη βουνίσια πηγή. Είναι ένα δέσιμο, έστω και με λεπτή κι εύθραυστη κλωστή, μ’ εκείνο το παιδί ή τον έφηβο που έγραψε το πρώτο ποίημα.

Πάλι μπερδεύτηκα με την ποιητική πλησμονή και με λέξεις που δυσκολευόμουν να τις καταλάβω, πρόσφατα που ήταν η Μέρα Ποίησης, μα ήρθε έπειτα στα χέρια μου μια ποιητική συλλογή κι ένιωσα τούτη την ειλικρίνεια, την άκοπη κλωστή που ενώνει τον άνθρωπο σε κάθε του ηλικία μ’ όλες τις άλλες του ηλικίες και κυρίως μ’ εκείνη του παιδιού. Μπορεί ο λόγος να ’ταν ότι πολλά από τα ποιήματα τούτης της συλλογής ήταν αφιερωμένα σε μια μητέρα που χάθηκε, μα πιστεύω πως δεν θα αρκούσε αυτό, αν είχε εντωμεταξύ προφτάσει να χαθεί το παιδί που αγάπησε με τον τρόπο του παιδιού αυτή τη μητέρα. Η συλλογή είναι το μια θλίψη απρίλης της Ελένης Κοφτερού, κι αντιγράφω απλώς τα πρώτα δύο ποιήματα από μέσα:

Επιστροφή

Σαν έρχονταν από τη Γρίβα οι δικοί σου
μαζί τους έφερναν τη γλώσσα του βουνού.
Το γέλιο σου ανάβλυζε
στης κορυφογραμμής το μυρωμένο χώμα.
Κοτσύφια, πέρδικες και καστανιές, θροΐζουσες
νεράιδες
ανοίγανε διόδους μυστικές για να χωρέσει στο
διαμέρισμα
το Πάικο. Στου σαλονιού τις τρυφερές χαράδρες
οι λέξεις σας πετάριζαν κελαρυστές.
Εγώ απ’ το χωλ κρυφάκουγα.

Όμως ξεράθηκε η λίμνη του καιρού κι οι ντόπιες
χάθηκαν
–όπως κι εσύ– λέξεις από ασφυξία.
Να μη φοβάσαι την αρχή του σκοταδιού.
Στη Γρίβα θα ξανανοίξει ο κύκλος του νερού.
Μες στη στοχαστική σιωπή σου θα ξαναβρείς το
οξυγόνο που στερήθηκες
σε μιαν αρχέγονη βροχή και την ορμή βουνίσιου
αέρα.
Σ’ ευχαριστώ που με ταξίδεψες κι εμένα στο
βουνό σου.
Να ιχνηλατώ μου έμαθες άπειρα τα κοιτάσματα
αγάπης.

2310611661

Μετά από σαραντατρία χρόνια
σίγησε το τηλέφωνο μαμά
κι έμειναν ορφανές
οι κλήσεις κι οι προθέσεις μας.
Το διακόψαμε αφού
πια δεν θα το χρειαστείς
στο ανάερό σου σπίτι.

Κάθε που αλλάζει ο καιρός
οι αριθμοί μουδιάζουν
βαθιά μες στις κλειδώσεις
κι ύστερα
φεύγουν μαζί με τη βροχή
με προορισμό το χώμα.

Το ξέρω είναι απίθανο
μα εσύ έχε το νου σου
διαθέτει υπόγεια η σιωπή
καμιά φορά ανοίγουν
με σύμμαχο έναν αριθμό.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly