Η ΣΑΓΗΝΗ ΤΩΝ ΜΟΤΙΒΩΝ

Ιγνάτης Χουβαρδάς, Το φόρεμα που αλλάζει, Οδός Πανός, Αθήνα 2015.

Ο Χουβαρδάς ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ποιητών, οι οποίοι απομακρυσμένοι από τα μεγάλα ποιητικά πρότυπα, έχουν διαμορφώσει με τα χρόνια το δικό τους ποιητικό ύφος και παράλληλα έχουν αποκτήσει το δικό τους κοινό. Εμφανίστηκε στα γράμματα με δημοσίευση ποιημάτων του το 1985, και το 1987 με την ποιητική συλλογή Ροζ σκηνικά από τις εκδόσεις «Βαλεντίνη». Οι εκδόσεις «Βαλεντίνη» ήταν ένα εκδοτικό εγχείρημα του ποιητή, που θύμιζε αισθητικά τις εκδόσεις του περιοδικού Διαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Η συγγένεια αυτή, δεν περιοριζόταν μόνο στην αισθητική των εκδόσεων· αφορούσε και την ποιητική σκευή του: αποτύπωνε τη συνομιλία του με αυτό που είχε χαρακτηριστεί ως «κλίμα της Διαγωνίου» ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχε δημιουργήσει σε ορισμένους αναγνώστες και ομότεχνούς του. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές Τα ποιήματα μιας αρσενικής πόρνης (Βαλεντίνη, 1988), Η αγρότισσα και άλλα ποιήματα (Βαλεντίνη, 1992), Η καρδιά των δρόμων (Μπιλιέτο 1998), Η αναζήτηση της ομορφιάς (Τραμάκια, 1998), Θερινό τετράδιο (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2010) και Το φόρεμα που αλλάζει (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2015). Ανάμεσα στα ποιητικά βιβλία έχει μεσολαβήσει η έκδοση μιας νουβέλας, μιας συλλογής διηγημάτων κι ενός μυθιστορήματος.

Η ποίηση του Χουβαρδά συνέχεται από μοτίβα που τα συναντάμε σε όλη την έκτασή της: θερινά στιγμιότυπα με κήπους και παραλίες, ανηφόρες και κατηφόρες μιας πόλης, πέλματα και λουλουδάτα φορέματα κοριτσιών, λεωφορεία παραθαλάσσιων διαδρομών και πολλά άλλα. Αυτά τα στιγμιότυπα συνιστούν τις στοιχειακές μονάδες του έργου του και διαμορφώνουν το ποιητικό ιδίωμά του. Παραφράζοντας τον G. Bachelard θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο Χουβαρδάς υποτάσσει όλη την ποιητική του στη σαγήνη αυτών των προνομιακών μοτίβων, τα οποία συνυφαίνονται με τις εμμονές του και συνθέτουν το σώμα της: ο ανεκπλήρωτος έρωτας, το κυνήγι των νεαρών γυναικών και το καλοκαίρι είναι τα βασικά θέματα, τα οποία συμπλέκονται με τα μοτίβα του.

Στη συλλογή διηγημάτων του Υπόκλιση στον πειρασμό (2014) δύο λέξεις, που χρησιμοποιεί στο διήγημά του «Σύντομη διαμονή σε θέρετρο», θεωρούμε πως είναι ενδεικτικές γιατί εκφράζουν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του. Είναι οι λέξεις ψυχογεωγραφία και τελετουργικό. Ο όρος της ψυχογεωγραφίας έχει πολλαπλή σημασία. Ο J. Hart στο έργο του A new way of walking, επισημαίνει πως η ψυχογεωγραφία εκφράζει την αμφίδρομη σχέση του γεωγραφικού περιβάλλοντος με τον ψυχισμό του ατόμου. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση των Καταστασιακών (δεκαετία του ’60), οι οποίοι συνέδεσαν τον όρο ψυχογεωγραφία με μια πρακτική επανάκτηση και ιδιοποίηση του αστικού χώρου μέσω της περιπλάνησης. Η περιπλάνηση, ως ποιητικό εύρημα, είναι βασική συνθήκη της ποίησης του Χουβαρδά. Οι περιπλανήσεις του φέρουν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ιδεότυπου του πλάνητα, όπως τον σκιαγραφεί ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο βιβλίο του Σαρλ Μπωντλαίρ, Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού. Ο πλάνητας δεν περιφέρεται αφηρημένος, απορροφημένος από τις σκέψεις του ή τις έγνοιες του, αποκρούοντας κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Αντιθέτως, αφήνεται στην απόλαυση της θέασης. Συγκεντρώνεται στην παρακολούθηση, όσων πραγμάτων ή καταστάσεων τον ενδιαφέρουν. Κι εδώ συνδέεται με την έννοια του τελετουργικού, που αναφέραμε παραπάνω: οι περιπλανήσεις του Χουβαρδά διέπονται από συγκεκριμένες διαδρομές, αναγνωριστικές στην αρχή, αλλά κατόπιν υπάρχει ένα είδος τυποποίησης καθώς ο δημόσιος χώρος στον οποίο κινείται αποκτά τα σημεία του και τα ορόσημά του, που δεν είναι άλλα από τα μέρη και τα πρόσωπα, στα οποία έχει παρατηρήσει κάτι που του προκαλεί το ενδιαφέρον. Υπάρχει μια καθορισμένη διαδικασία, την οποία ακολουθεί το υποκείμενο, που «ζει, κινείται και μιλά» στα ποιήματά του: τα προσχεδιασμένα δρομολόγια, οι μελετημένες κινήσεις του για να περιπλανηθεί και να διερευνήσει την πόλη, το χωριό ή το παραθαλάσσιο θέρετρο με σκοπό να συναντήσει σε κάποιες από τις διαδρομές του τα αντικείμενα των επιθυμιών του.

Οι εικόνες στα ποιήματα τού Χουβαρδά διαδέχονται η μία την άλλη. είναι προϊόν της εμμονικής του εστίασης, της ατομικότητάς του, την οποία διατηρεί σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, συνεχώς και πλήρως ο πλάνητας. Οι εικόνες του συγκροτούν ένα κατάλογο ποιητικών εγγραφών όπως τις συλλαμβάνει η περιηγητική ματιά του και η ποιητική ευαισθησία του. Είναι αποσπασματικές και καταιγιστικές. Ο Χουβαρδάς έχει συναίσθηση τής δύναμης τής αποσπασματικής εικόνας και την αξιοποιεί:

Μια αποσπασματική, φευγαλέα εικόνα
μερικές φορές είναι πιο δυνατή
από μια στάσιμη που σου δίνει την ευχέρεια
να την ανιχνεύσεις,
να την αποστηθίσεις.
Ίσως γιατί το φευγαλέο
αφήνει ανοιχτές τις δυνατότητες
για να ορίσεις
το ιδεατό
που κουβαλάς μέσα σου.
[…]

(«Το φευγαλέο»)

Οι στίχοι του δεν περιγράφουν διεισδυτικά τα πρόσωπα, που συναντά στις περιπλανήσεις του. Δεν τα ψυχογραφεί. Δεν αναφέρεται στο τι μπορεί να θέλουν, να σκέφτονται ή να λένε. Καταγράφει, μόνο, τη «ροή της ύπαρξής τους» όπως θα έλεγε ο Georg Simmel: το πέρασμά τους από δίπλα του ή το ξαφνικό συναπάντημα μαζί τους και την εντύπωση που του προκαλούν. Παρ’ ότι ετερόκλητες οι εικόνες του, συναρθρώνονται με τρόπο αποτελεσματικό. Προκαλούν μία αντιστροφή στη λυρική εστίαση των ποιημάτων: γινόμαστε κοινωνοί της ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασης του ποιητή μέσω της περιγραφής της πολυμορφίας του κόσμου όπου κινείται: τα ερείπια ενός θερινού κλαμπ δίπλα στη θάλασσα, γίνονται αφορμή για να εκφράσει τη νοσταλγία του για το καλοκαίρι που πέρασε, ενώ τα αναπάντεχα συναπαντήματα στον δρόμο με κορίτσια, που τον γοητεύουν, αναδύονται στα ποιήματά του ως αιτίες συναισθηματικής και ψυχικής αναστάτωσης. Και αυτές οι περιπλανήσεις παρουσιάζονται υπό το πρίσμα ενός δίπολου δικαίωσης – ματαίωσης:

Αυτό που μένει συνήθως
δεν είναι αυτό που ψάχνεις
αλλά το εμφανώς κατώτερο
γήινο και χειροπιαστό,
μια μετρίου αναστήματος κοπέλα,
μαύρο μαλλί, πρόσωπο που θα μπορούσε να είναι υγρό και
βαθύ αλλά δεν είναι,
μπλε φόρεμα,
ένα κορμί μεστό που αδυνατώ να
προσδιορίσω
αν είναι όμορφο ή όχι,
βλέμμα χαμηλό με μια υποψία πράσινης αλέας στο βάθος,
βαδίζει στον παραλιακό πεζόδρομο μαζί με τους γονείς της,
αμφιταλαντεύονται για μια ταβέρνα
αν πρέπει ή όχι να καθίσουν.

(«Σχόλιο για το λάφυρο μιας μέρας»)

Η φύση, το αστικό περιβάλλον, αλλά και τα έμβια όντα στην ποίηση του Χουβαρδά διαπνέονται, ορισμένες φορές, από έναν ήπιο μυστικισμό:

[…]
ο μεγαλόσωμος σκύλος που νόμιζα ότι είναι κέρβερος έχει δύο
πελώρια τρυφερά μάτια,

τα δέντρα στον κήπο λένε αλλόκοτα παραμύθια που σε μεθάνε,

στο βάθος μέσα από τα παράθυρα βλέπεις τα μπιμπελό και τα
έπιπλα να χορεύουν αισθησιακά

κάτω από τους ήχους μιας μουσικής που χαϊδεύει παράλληλα
τα αυτιά και το δέρμα.

Αυτό το σπίτι είναι υγρό σαν παραμύθι.
[…]

(«Βιογραφικό σημείωμα»)

Ταυτόχρονα, σε αρκετά ποιήματά του η φύση παρουσιάζεται με τη μορφή του «κατοικημένου γραφικού» (τον όρο χρησιμοποιεί ο P. Barry): στοιχεία της φύσης, δηλαδή, που βρίσκονται περιορισμένα και «καλλωπισμένα» μετά από την ανθρώπινη παρέμβαση εντός του αστικού τοπίου: το πάρκο ενός ωδείου, τα δέντρα στην άκρη των δρόμων, ο βασιλικός στον περίβολο μιας εκκλησίας, οι αυλές των σχολείων τις καλοκαιρινές νύχτες μετατρέπονται σε σκηνικά της ποίησής του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ίδιος μιλά στο διήγημα, που αναφέραμε παραπάνω για την «ιδεατή ψυχογεωγραφία του τοπίου», την οποία μετουσιώνει ποιητικά σε πολλά ποιήματα και πεζά του:

Οι νύχτες του θέρους αναδεικνύουν ένα διαφορετικό ολόγραμμα της πόλης. Η γεωγραφία στη ρυμοτομία των δρόμων, των πάρκων, των σπιτιών, μοιάζει να ρευστοποιείται και να παίρνει ένα άλλο σχήμα. […]. Στο σκοτάδι αιωρείται η λέξη που άκουσες και προς στιγμή κατάλαβες το κρυφό της νόημα αλλά σου ξανάφυγε πάλι σαν πεταλούδα. Κάποια έντονα φώτα μοιάζουν οξύμωρα, αταίριαστα, σα να διακωμωδούνται όλες οι επίσημες διακηρύξεις των θεσμών, οι γκριμάτσες των καλών οικογενειών, οι βδελυρότητες των γραφείων […]. Στην αυλή ενός δημοτικού σχολείου έχω την αίσθηση πως το σχολικό πρόγραμμα των θερινών μεταμεσονύχτιων ωρών είναι το πιο γοητευτικό και αναπάντεχο, γεμάτο σιωπές υπαινικτικές, παιχνίδια μυστικά που πρέπει κάποιος ποιητής να τα ερευνήσει […].

(«Οι αυλές των σχολείων τις καλοκαιρινές νύχτες»)

Ιγνάτης Χουβαρδάς

Σε αυτούς τους χώρους κινούνται οι υπάρξεις για τις οποίες γράφει: κορίτσια, που περπατούν στον δρόμο, στρίβουν στη γωνία, κάθονται στο μπαλκόνι ή την αυλή του σπιτιού τους αγνοώντας την ύπαρξή του. Ο ατομικός χρόνος (δραματοποιημένος μέσα από το βλέμμα του ποιητή) απορροφάται αποκλειστικά από το «έργο» του που δεν είναι άλλο από την περιπλάνηση και την αναζήτηση των νεαρών γυναικών. Τον Χουβαρδά, όπως και τον πλάνητα δεν τον απασχολεί ο χρόνος. Δεν υπάρχει στην ποίησή του ή τουλάχιστον στα περισσότερα ποιήματά του η αίσθηση ενός χρόνου του ρολογιού, τυπικού, γρήγορου, γεμάτου άγχους και ανθρώπινες δραστηριότητες. Δεν είναι καν ένας χρόνος κυκλικός, όπως θα μπορούσε παραδείγματος χάριν να περιγραφεί με το σχήμα εργασία-σχόλη. Οι κοινωνικές συνθήκες και επιταγές τον απασχολούν δευτερευόντως, και μόνο, όσο αυτές περιορίζουν τα πρόσωπα, που του ξυπνούν την ερωτική επιθυμία ή τον θαυμασμό και τον δυσκολεύουν να τα προσεγγίσει:

Το μεσημέρι ερημώνουν οι δρόμοι.
Με αναλογική ταχύτητα αυξάνουν οι ζητιάνοι κι οι μισότρελοι.
Η ζωή δείχνει το στρεβλό της πρόσωπο,
κι ο ήλιος, βουβός, μοιάζει ν’ αφαιρεί από όλες τις γωνιές
της πόλης
τις κρυψώνες ομορφιάς.
Ή μάλλον ο ήλιος παραπλανά: σε μια γωνιά,
μια σερβιτόρα σε ένα καφέ,
σφουγγαρίζει την είσοδο του μαγαζιού
καθαρίζοντας τ’ απόνερα της καλοκαιρινής βροχής που
προηγήθηκε. Η σκούπα σα να διαπερνά
με την ορμή της
το σκυμμένο μπούστο της κοπέλας, τα γυμνά στήθη
που χαμογελούν
κάτω από το μισάνοιχτο πράσινο πουκάμισο.

(«Βαθύ μεσημέρι στους δρόμους της αγοράς»)

Στα ποιήματα του Χουβαρδά εντοπίζεται η ανάδυση μιας εξωτερικής διαμεσολάβησης, όπως την ορίζει ο Ρενέ Ζιράρ: υπάρχει ένα αντικείμενο επιθυμίας, όπου όμως η απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που επιθυμεί και στον Άλλον που είναι ο επιθυμητός είναι αρκετά μεγάλη. Η απόσταση δεν αναφέρεται, μόνο, στη χωρική της διάσταση. Ο Χουβαρδάς περιφέρεται ανάμεσα στα αντικείμενα των επιθυμιών του, εκείνα, όμως, δεν του ανταποδίδουν, πάντοτε, το ανάλογο ενδιαφέρον: είναι κυρίως μια απόσταση κοινωνική και πνευματική, που έχει να κάνει με διάφορες παραμέτρους, όπως η διαφορά ηλικίας. Διακηρύσσει τη λατρεία για τα αντικείμενα της επιθυμίας του και κάθε στιγμή γίνεται ευκαιρία για την ανακάλυψή τους, ακόμα κι αν χρειαστεί να μεσολαβήσει άθελά του ένα τρίτο πρόσωπο:

Ένας κύριος μετακινεί με κόπο τη βάση μιας ομπρέλας
καφετέριας, σε κεντρική πλατεία.
Το κορίτσι που βαδίζει σε εκείνο το σημείο,
αναγκάζεται να λοξοδρομήσει.
Τα λεπτά δάχτυλα των ποδιών του, ολόλευκα, σεμνά, διακριτικά,
στα ντελικάτα πέδιλα.
Έχει κοντό μαλλί.
Το βλέπω να απομακρύνεται στο χρυσάφι του ήλιου.
Σκέφτομαι πως χρειάστηκε ένα τρίτο πρόσωπο και μια αλλαγή
πορείας για να αντιληφθώ λίγο καθυστερημένα την αξία αυτής
της πριγκίπισσας.

(«Η μετακίνηση μιας ομπρέλας»)

Ακόμα και το λεωφορείο που τον εξυπηρετεί στις μετακινήσεις του δέχεται τις ευχαριστίες του για τις ευκαιρίες που του προσφέρει να βρίσκεται κοντά στα πλάσματα των ποιημάτων του:

Σ’ ευχαριστώ λεωφορείο
που με τριγυρνάς
από θέρετρο σε θέρετρο,
κάθε μέρα μ’ ελάχιστο εισιτήριο,
χαίρομαι να σε απολαμβάνω,
τόσες ακρογιαλιές, ήλιους αλαβάστρινους,
ομπρέλες θαλασσινές,
γυναικόπαιδα να πηγαινοέρχονται στις πλαζ,
έγχρωμα κορίτσια να ανεβοκατεβαίνουν στις στάσεις,
κάποια να κάθονται στις διπλανές θέσεις
σα να μου λένε: είμαστε τα πλάσματα των ποιημάτων σου.

(«Λεωφορείο παραθαλάσσιας διαδρομής»)

Ο Χουβαρδάς αποτυπώνει στην πλειονότητα των ποιημάτων του τον μετεφηβικό και (στα μεταγενέστερα ποιήματά του) έναν ενήλικο κόσμο του ελεύθερου χρόνου, των περιπλανήσεων, των ερωτικών παραφορών και απογοητεύσεων. Στο ποιητικό έργο του, και από συλλογή σε συλλογή, αποτυπώνονται μικρές αισθητικές μεταθέσεις. Ωστόσο, τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής του παραμένουν σταθερά. Κινείται στην κόψη του ξυραφιού ανάμεσα στη ρουτινοποίηση των ποιητικών του τρόπων και τον εμπλουτισμό τους. Ως ποιητής αρκείται στην ανάδειξη ενός συναισθήματος, μιας κατάστασης, μιας εικόνας. Σ’ αυτό εστιάζει και εργάζεται.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Ελένη Γλύνη.]