Φλόγα απ’ τη στάχτη
του Τόλη Νικηφόρου
εκδόσεις Μανδραγόρας

ευτυχισμένος όπως ο Σίσυφος

Στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου εισέρχεσαι αργά. Μετράς τις λέξεις και τις ανοίγεις σαν βιβλίο. Η κάθε μία ζυγισμένη στο βάρος που της αναλογεί, δεν περισσεύει ούτε υπολείπεται. Κι έπειτα όλες μαζί, μέσα στο κάθε ποίημα, να δένουν σε μια εικόνα, εικόνα ζωής. Πώς νιώθεις όταν έχεις διανύσει ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής και ακόμα ανεβαίνεις; Ο ποιητής δηλώνει από τον τίτλο της συλλογής ότι από τη στάχτη βγαίνει φλόγα. Ας τον πιστέψουμε:

[…]
κάθε βιβλίο μου
στην άβυσσο του τίποτα
είναι ένα πείσμα
μια περηφάνια

Έχει σημασία να το λέει αυτό ένας ποιητής που σε όλη του τη διαδρομή ως τώρα έγραφε, όταν είχε αληθινά κάτι να πει. Και είχε πολλά να πει και να μοιραστεί με τον αναγνώστη του. Τώρα, λοιπόν, μοιάζει μέσα από τα ποιήματά του να αποτιμά τη ζωή του (την πραγματική αλλά και τη λογοτεχνική – αν φυσικά έχει κάποια σημασία η διάκριση αυτή μεταξύ τους). Σε παλαιότερη ποιητική του κατάθεση έγραφε:

δε μένει παρά να κοιτάζεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

Και τώρα επανέρχεται:

[…]
όρθιος
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

(όρθιος)

Νομίζω πως μας προκαλεί να σταθούμε στην αλήθεια των στίχων του και να διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις.

Από το πρώτο ποίημα κιόλας, έκανα έναν απρόσμενο συνειρμό, ως είθισται με την αυθαιρεσία αλλά και την αθωότητα του αναγνώστη, που αγαπά να συνδέει τα δικά του διαβάσματα με αυτά του εκάστοτε συγγραφέα και να επιζητεί την επιβεβαίωση μέσω της ταύτισής τους. Αυτή η πορεία του Νικηφόρου προς μια κορυφή (στην ουσία ανύπαρκτη) συνδέεται κατά άμεσο τρόπο με ένα κείμενο που καθόλου ποιητικό δεν είναι, ωστόσο με την ίδια οπτική πολύ βαθιά στην ουσία των ανθρώπινων πραγμάτων καταδύεται. Όπως και η ποίηση του Νικηφόρου σε όλες της τις εκδοχές. Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι μπορεί να γειτνιάζει η ποίηση με το φιλοσοφικό δοκίμιο. Με γνώμονα αυτό διαβάζω τα ποιήματα έχοντας στο βάθος του μυαλού ότι κοινό υπόστρωμα στη σκέψη του ποιητή, από τη μια, και του φιλοσόφου (στην προκειμένη περίπτωση) Αλμπέρ Καμύ, από την άλλη, θα πρέπει να υπάρχει, γιατί το παράλληλο εδώ είναι ο «Μύθος του Σίσυφου – Δοκίμιο πάνω στο παράλογο».
Επιχειρεί ο Νικηφόρου, καθώς λέει, μια χειραψία με τη ματαιότητα, όπως ακριβώς η εμβληματική μορφή του μυθικού Σίσυφου, κάτω από τη φιλοσοφική της εκδοχή από τον ανατόμο του παραλόγου, επιμένει να ανεβαίνει τον λόφο με το ασήκωτο βάρος του βράχου που τιμωρήθηκε να κουβαλά, και που με τη σειρά του επιμένει διαρκώς να κατρακυλά στα ριζά του λόφου, σε μια μαρτυρική ματαίωση της όλης προσπάθειας. Και όμως, στη φιλοσοφική οπτική του Καμύ ο Σίσυφος θα μπορούσε να θεωρηθεί και ευτυχισμένος:

Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.
(Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου – Δοκίμιο πάνω στο παράλογο, εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1973)

Έτσι και εδώ ο Νικηφόρου δηλώνει όρθιος, να κοιτάζει το θηρίο στα μάτια. Απέναντι στην επαναλαμβανόμενη απειλητική ματαίωση ποια δύναμη εφευρίσκεται;

να αποδεχτείς τη ματαιότητα
το σκοτεινό μηδενικό
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα διψασμένος
ερωτευμένος με τα θαύματα
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών
λες και δεν πρόκειται αύριο
να γίνουν όλα στάχτη
ή ακριβώς γι’ αυτό
[…]

(στάση ζωής)

Κατανοώ διαβάζοντας ότι όλη η τραγικότητα αυτής της διαπίστωσης εντοπίζεται στη φράση «ή ακριβώς γι’ αυτό». Και φυσικά η δύναμη πηγάζει από την αποδοχή αυτής της διαπίστωσης, από τη βίωση του τραγικού.
Συνεχίζω συνειρμικά με έναν άλλο ποιητή, τον Λουκά Κούσουλα (οι συνομιλίες των ποιητών δεν έχουν τέλος ευτυχώς), που σχολιάζοντας ποιητικά τον ευτυχή (κατά τον Καμύ) Σίσυφο θα γράψει:

[…]
Όταν η ευτυχία προϋποθέτει – μάλλον,
αυτό είναι: σαλτάρισμα!
Ο Σίσυφος που κατεβαίνει το λόφο.

(Λουκάς Κούσουλας, Τα ποιήματα, 1962-2002, εκδόσεις Δόμος, 2003)

Αναφέρεται, λοιπόν, ο Νικηφόρου σε έναν κοινό τόπο για όσους κατανοούν τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία (αν θέλουμε εδώ να θυμηθούμε και τον άλλο εκλεκτό της γραφής, τον Άγγελο Σικελιανό, που άγγιξε κι αυτός τις δικές του κορυφές με τη γνώση του μάταιου αγώνα). Και την εξαιρετική θέα της ζωής από αυτόν τον τόπο υπερασπίζεται με την ποίησή του. Ερωτευμένος με τα θαύματα, με τη ζωή και με τον έρωτα τον ίδιο, συλλέκτης των τραυμάτων του κάνει κατάπληκτος τη διαπίστωση:

[…]
ότι απ’ τα γονίδια πιο πολύ
κι απ’ οτιδήποτε άλλο στη ζωή
είμαι τα τραύματά μου

(συλλέκτης τραυμάτων)

Μια αποτίμηση ζωής, όπως αυτή που επιχειρείται εδώ, συνεκτιμά και την ποιητική πορεία, φυσικά όχι μόνον επειδή το όχημα της σκέψης είναι το ποίημα, αλλά κυρίως γιατί οι έννοιες ποιητής και άνθρωπος στην περίπτωση του Τόλη Νικηφόρου δεν μπορεί παρά να συμπορεύονται. Και τότε είναι που ο λόγος ο ποιητικός νιώθει την αδυναμία του να μιλά για τα δικά του τραύματα μπροστά στα τραύματα των άλλων:

[…]
γράφω αν και γνωρίζω
πως η οδύνη ακυρώνει
κάθε συνδυασμό των λέξεων
κάθε αθώο ποίημα
κι όταν ακόμη εκείνο σφίγγει τη γροθιά του

κι όταν ακόμη ανώφελα δακρύζει

(ασκήσεις ματαιότητας)

Μιλά όμως και δεν εγκαταλείπει αυτό που κάνει εδώ και πενήντα χρόνια και έχοντας καταθέσει τον λόγο του (ποιητικό και πεζό) μέσα σε 34 βιβλία. Λόγος εσωτερικής δύναμης, με ειλικρινή τη διάθεση επικοινωνίας με τους ανθρώπους που συνοδοιπορούν μαζί του σε μια ζωή δύσκολη και ανηφορική, σε μια σισύφεια πορεία. Και σαν γνήσιος ποιητής που είναι δεν διστάζει να προτείνει τη συνειδητή στάση απέναντι στη μάταιη αναζήτηση του ανθρώπου για απαντήσεις στα ερωτήματά του και στην ταυτόχρονη σιωπή του κόσμου.

[…]
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο
στον δρόμο που δεν έχει τέλος
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα
[…]

Ο Τόλης Νικηφόρου στα ποιήματά του αυτά (περισσότερο από ποτέ) κινείται ανάμεσα στο τότε της νοσταλγίας και στο ποτέ της ματαίωσης, αφήνοντας ωστόσο μικρές χαραμάδες για μια θέα -έστω και ελάχιστη- στο αύριο. Ακόμα κι αν αυτό το αύριο δηλώνεται από τον ίδιο ουτοπικό, όμως εμπεριέχει την πεποίθηση ότι αξίζει να το κυνηγάς. Έχουν εκλείψει σήμερα τέτοιες γραφές, που με όχημα τον δυνατό και ευθύβολο λόγο ανοίγουν ένα παράθυρο σε μια άλλη θέαση και βίωση του κόσμου. Πιο οδυνηρή στην ανηφορική της πορεία αναμφίβολα, όμως περισσότερο οικεία, άρα περισσότερο ουσιαστική. Και ο φορέας αυτής της ποίησης (αλλά και της στάσης ζωής) θα πρέπει με τα μέτρα του σισύφειου μύθου να θεωρείται -γιατί όχι;- ευτυχής.