Αντώνης Ζέρβας, Διάλογοι με τον Αρχίλοχο – Ίαμβοι, Εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2016.

Ο Αντώνης Ζέρβας έχει σπουδάσει Κοινωνιολογία της Λογοτεχνίας και Αγγλική Φιλολογία. Την πρώτη στο Παρίσι και τη δεύτερη στο Λονδίνο. Όμως, δεν καταδέχεται να προβάλει τίτλους, αντίθετα προβάλλει την αντίρρησή του κατάφωρα. Οπωσδήποτε δεν ανήκει στην πλειοψηφία, απλώς στην τρανταχτή και προκλητική μειοψηφία. Ας πούμε σαν τον Όσκαρ Ουάιλντ. Δεν φοβάται τίποτα, το έρκος οδόντων δεν εμποδίζει τίποτα· όλα, λοιπόν, έξω από τα δόντια, όπως τα φανατικά παιδιά του υπερρεαλιστικού κινήματος στο Παρίσι (και αλλού) που διατυμπάνιζαν τη διαφορά και τη διαφωρά (βλ. Βέλτσο και Ντεριντά), ξεσηκώνοντας θύελλες διαμαρτυρίας. Ο Ζέρβας, μακριά από το αγριεμένο πλήθος, μάλλον από την άλλη όχθη, στητός, καμαρωτός: Ιδού εγώ, λοιπόν, κι ο καθείς σας ό,τι θέλει ας πει. Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται, αποφθεγμάτισε ο Αλεξανδρινός.

Την εισαγωγή αυτή την έκανα για να ενημερώσω ότι τέτοιος ήταν και ο Αρχίλοχος με τον οποίο αναμετριέται ο Ζέρβας. Εριστικός, αντίθετος με τους πολλούς, προκλητικός και διαβολικός, έσπερνε ζιζάνια για να φυτρώσουν και να γαργαλίσουν τις κομπιασμένες γλώσσες και τις τρομαγμένες ψυχές, αλλά με χάρη κι ο Χάρος όποιον πάρει.

Εν αρχή το χιούμορ και δη το καταλυτικό. Και μερίδιό στην παλαβομάρα έχουμε όλοι, εκ καταβολής κόσμου και καλόν είναι να επαινούμε το έχει μας, την «ιαμβική ιδέαν» μας, το ιαμβίζειν και το σκώπτειν μας, το γεφυρίζειν και τα εκ των αμαξών σκώμματά μας, το βγάζειν το μάτι του άλλου, όπως έκανε ο Αριστοφάνης του Ευριπίδη και του Σωκράτη, με τον τρόπο του, όμως, και με χάρη, αφού υπάρχει και το θέατρο και το βήμα του ομιλητή και το μικρόφωνο και το μεγάφωνο και τα γραπτά, τα scripta. Μπορούμε λοιπόν να καμαρώνουμε για το χιούμορ μας, το παράλογό μας, την τρέλα μας, πέραν των άλλων κληροδοτημάτων που μας άφησαν οι πρόγονοί μας. Δικός μας και ο Αρχίλοχος που σαν τον Διγενή διασκελίζει τους αιώνες και από τον 7ο π. Χ., ιδού, να ’τος πετιέται σαν την «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου για να συνομιλήσει με τον απόγονό του Ζέρβα.

Οι Διάλογοι με τον Αρχίλοχο και τίτλος της πρώτης ενότητας του βιβλίου, αρχίζουν με επίκληση, όχι της Μούσας, αλλά του εαυτού του. Αποτοξινωμένος από προκαταλήψεις ο ποιητής, όπως ο Αρχίλοχος από ιδεολογίες περί τα κλέα των ανδρών, πατώντας γερά στη γη, για να πει τα λόγια τα φτερωτά, επικαλείται τον εαυτό του που είναι το μόνο σίγουρο στήριγμα.

«Κράτησε εαυτέ μου, κράτησε. /Το πρόβλημα δεν είναι οι εχθροί σου,/ όπως για τον Αρχίλοχο καλή του ώρα./ Αυτούς μπορείς να τους καταπαλέψεις / αρκεί να πέφτουν πάνω σου ένας ένας». Πράγμα που σημαίνει πως πέφτουν όλοι μαζί, συρφετός. (Καταπρόσωπο μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς, δεν έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης;). Γιατί αν ο άνθρωπος δεν ανήκει στο κοπάδι «αν δεν συγυριστεί με τη σκουφέτα/ της κοπαδιάρικης, σκυφτής, αναίμακτης αξίας… μπροστά αποκλεισμός και πίσω τρέλα». Ο Ζέρβας πάντως δεν δείχνει να φοβάται τον αποκλεισμό ούτε την τρέλα, γιατί αυτήν τη διαθέτει σε ικανή ποσότητα, ως μεταποιημένη θεία μανία. Και με λόγο, εν μέρει καυστικό, εν μέρει μανικό, εν μέρει προκλητικό, αλλά, επί της ουσίας σοβαρό και αρκούντως πικρό, θα πει αλήθειες και ας μοιάζουν παιχνιδιάρικο ρετσιτατίβο που βοηθάει την εξέλιξη της Όπερας ή της ζωής, όπερα και αυτή. Για παράδειγμα «Οι λόγοι μιας ωραίας/ μ’ εξενεύρισαν. /Μα η ματιά της, / τ’ άτακτα στήθη / και οι λείες γάμπες/ -πρέπει να το παραδεχθώ,/ κάναν τα λόγια της με τα πολλά/ μεστά σοφίας». Εν ολίγοις τα λαμπερά, τα ζωηρά και τα χειροπιαστά κρείττονα των αφανών αποδεικνύονται, αφανών όταν δεν ανοίγεις το στόμα σου για να εκνευρίσεις τους άλλους. Ο Ανδρέας Κάλβος το ανοίγει για να εκνευρίσει τον θάνατο: «εις του μνήματός μου / Τ’ ανοικτόν στόμα», λέει «την λύραν κτυπάω και ολόρθος στέκομαι», αδιαφορώντας για ό,τι συμβαίνει εκεί μέσα. Ο Ζέρβας επίσης, κι εκείνος εκεί στέκεται, αφού πρώτα αφήσει πίσω του, τους εχθρούς και του κοπαδιού την υλακή, αφού περάσει από την κατάργηση των φύλων, του πάθους και της αγωνίας του έρωτα, την «ατέρμονη τροπή των ψευδαισθήσεων σε ψευδαισθήσεις», για να καταλήξει, παρομοίως, σαν τον Κάλβο, στον τάφο αλλά, παρακάμπτοντας «κατσαρίδες και σκουλήκια», θα ’χει για «σίχαμα την Πρόοδο/ με όλα τα καλά καλά της», συμφιλιωμένος με το Μηδέν και το Άπειρο (πες τα Καρυωτάκη), που σημαίνει ότι πρόοδος είναι η πάσα ισοπέδωση και εξάλειψη διαφοράς και ιδιαιτερότητας. Και στη θέση της «ένα στιλπνό, ουδέτερο εδώ».

Ο ποιητής παίζει καλά με αυτό που πονάει, όχι ο ίδιος και μόνος υποχρεωτικά, αλλά ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος. Η παγκοσμιοποίηση, ή αλλιώς η στρογγυλοποίηση, είναι η προϋπόθεση για να ενταχθούν τα πάντα στο γκλόμπαλ, στη σφαίρα της μάζας της γης, του γλόμπου εγκεφάλου, του μυαλού και των συναισθημάτων. Μια δύναμη, στα υπόγεια της ζωής, σαν το φάντασμα της όπερας, επεξεργάζεται τον άνθρωπο του μέλλοντος: άνουν, άνευρο, άμαθο, άφυλο, αντιερωτικό, απλώς μια μηχανή αναπαραγωγική για κατανάλωση και ανάλωση. Σαν τα κοτόπουλα στο ορνιθοτροφείο.

Ο «ποιητής Μουσαύτης» που «πέντε φορές βραβεύτηκε», «ανθρωπιστής, φιλόζωος, φεμινιστής, σπινθηροβόλος», κάπως για «Λαυρέντης» μου μοιάζει (Α, ρε Αναγνωστάκη), γιατί σε όλους τους τομείς υπάρχουν τέτοιοι και στην Πολιτική και στην Ποίηση και στα Γράμματα γενικώς, όπως πολύ σωστά το είχε επισημάνει και αυτό ο Ρίτσος, έχοντας πικρή την πείρα από την τέχνη των Αργείων που είναι η ελληνικότατη, αρχαιόθεν, τρικλοποδιά: «με τούτην / κερδίζονται τα πιο πολλά, στην πυγμαχία, στην πάλη, και στα Γράμματα ακόμα».

Η ικανότητα να παίζεις τρικλοποδίζοντας είναι μέγα προσόν. Δοκιμάστηκαν στο τρικλοποδίζειν πολλοί και μεγάλοι και ο Ζέρβας το γνωρίζει, έτσι πολυμαθής και τολμηρός, σοφός με τόση πείρα, εξ ου και αποδομητικός («Οφθαλμός αντί οφθαλμού»), αποκαθηλωτικός («αίφνης ξανοίγεται μπροστά σου όλη η θάλασσα/ που τα κακά ξεπλένει των ανθρώπων, έλεγαν,/ όταν υπήρχε θάλασσα, κακό και άνθρωπος» (σαν ο Σεφέρης να μιλά από το 1936, από τη λεωφόρο Συγγρού «που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα/ την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες» ή όπως λέει ο Κωστής Παλαμάς «γκρεμιστής», «Η πίκρα μιας πετυχημένης» λέει ο Ζέρβας, «Γυναίκες με τη σιγουριά του κόκορα» ο Λώρενς) Βλέπετε, από την άλλη μεριά της επιτυχίας και του επώνυμου ρούχου βρίσκεται, αν βρίσκεται, η ευτυχία. Και «κτίστης», λέει ο Παλαμάς και «διαλεχτός της άρνησης» αλλά και «ακριβογιός της πίστης». Ναι, και ο Ζέρβας, της πίστης στον έρωτα, στην πρόκληση, οποθενδήποτε προερχόμενη, στη γυναίκα, χωρίς προτίμηση στην όμορφη, στην μορφωμένη, στην καλοντυμένη, ακόμα και στην «πυραυλώδη καθαρίστρια», ειδικά σ’ αυτήν, όταν σκύβει να σφουγγαρίσει, όταν ανεβαίνει στη σκάλα να ξεσκονίσει ή κουνάει πέρα δώθε ό,τι κουνιέται. Σαν απόσπασμα από τον κατάλογο του Λεπορέλο του Μότσαρτ («Δον Ζουάν»), χωρίς διάκριση στις γυναίκες, του αρέσουν όλες. Γιατί η στοχαστική ματιά δεν στέκεται στην επιφάνεια του «πράγματος», αλλά στην ουσία που πηγάζει από αυτό που λέμε πηγή της ζωής. Και όσο παραμένει ο έρωτας σταθερή αξία σ’ έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, ανεξάρτητα από τις αναποδιές της όποιας συγκυρίας, ο έρωτας που κανείς δεν μπορεί να τον υποτάξει στη λογική (εδώ δογματίζει ο Αντρέ Μπρετόν), τότε η ζωή θριαμβεύει. Παρόμοια αιώνια αξία είναι και το κρασί και το «ποτήρι», που το ανακάλυψε ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος, ιαμβογράφος και αυτός. Κρασί και έρωτας είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

Ο Ίαμβος έχει την τιμητική του στο κέντρο του βιβλίου με ένα εξαιρετικό κείμενο, με τον τίτλο «Επίμετρο Φου» (επίμετρο τρελό; ), έπαινος, περιγραφή, ερμηνεία, μελέτη. Τι είναι ο Ίαμβος; Στίχος, μέτρο που «έκαιγε» και «ψυχαγωγούσε», «ζωντανή κριτική», «ατταβιστική συνήθεια», θεραπεία «πρόχειρης αισθηματολογίας». Και ο «ψογερός» Αρχίλοχος, πιστός του είδους δεν δίσταζε να περιγράψει την αγαπημένη του «με τα κατηγορήματα της πόρνης», «δεν πάσκιζε να φαντάζει καλύτερος», «δεν νοιαζόταν για τις μεταθανάτιες απολαβές» και το σημαντικότερο δεν «καταλάβαινε από δυϊσμούς αγκαζαρισμένους με το στανιό. Είχε μάτια για να βλέπει το σώμα μες στην ψυχή». Και καταλήγει: «Ίαμβος και για τους θρήνους που μας μέλλονται». Δεν μπήκε τυχαία αυτό το κείμενο σ’ αυτή τη θέση. Είναι το σημείο τομής ανάμεσα στα της ζωής και της ψυχής χαρούμενα σκιρτήματα, από εδώ, και στους θρήνους, από εκεί.

Ακολουθεί η ενότητα «Κατά Τριάδες», όπου τα ποιήματα αναπτύσσονται σε τρία μέρη. Τα θέματα και πάλι τα αυτά. Γυναίκες ή κορίτσι που του άφησε σημάδι το σκουφί του και όχι μόνο, ο χρόνος που φεύγει και παίρνει, η μνήμη που φέρνει τα παλιά στην επιφάνεια, οι υπερήφανοι νέοι για τα ποιήματα τους (ου γαρ οίδασι τι ποιούσι) και οι γέροι που ντρέπονται γι’ αυτά (επειδή τώρα πια οίδασι). Η Τσβετάγεβα, το κυβιστικό πορτρέτο της και η «χαμέρπεια του έρωτα», ο Χρίστος Δάλκος και η Μελανθώ του, με τη δική της χαμέρπεια ακριβά πληρωμένη, σαν τσίχλα στο σκοινί κρεμασμένη. «Οι σκέψεις μου κορμιάσανε σαν τις κοπέλες/ που τελικώς ξεσπάθωσαν με τους μνηστήρες». Και το «Ε΄», αφιερωμένο σ’ ΕΚΕΙΝΗΝ που άντεχε, που έβλεπε και άκουγε τα πάντα και τώρα δεν μπορεί να ακούσει την εξομολόγησή του: «Έπρεπε να πεθάνεις για να καταλάβω… το παρόν που είχανε τα περασμένα… Όλα τα ’βλεπε μόνο εγώ δεν ήθελα να βλέπω. Όλα τα ’ξερε μόνο εγώ δεν ήθελα να ξέρω… μ’ άφηνε να την πηγαίνω, να την πηγαίνω ως τον τάφο». Στον ίδιο ελεγειακό τόνο και «ΣΤ΄». Μας βαραίνει με το αμετάκλητο και την αυτοκριτική, μας συγκλονίζει συνθεμένο από χώμα, ουρανό και μνήμη, «Ο θάνατος αργεί να σκάσει μέσα μου» λέει, αλλά όλα αυτά «με κάνουν πού και πού/ να σκέφτομαι θανατερά τι πάει να πει θνητός».

Τέλος στην ενότητα «Μονά και Πάλι», σε παράταξη κατά ποίημα οι ημερομηνίες, όπου καταγράφονται οι σημαδιακές μέρες. 30 Μαρτίου 2014 εξομολογήσεις, πικρές μνήμες, ό,τι νομίζαμε πως εύκολα θα ξεπεραστεί μας υπερβαίνει (χρησιμοποιώ πληθυντικό για να βάλω και το κάθε ξεχωριστό εγώ μέσα, γιατί είναι υπόθεση όλων μας). Εκείνη, επανέρχεται, όσο κι αν η λογική τον εμποδίζει να παραδεχτεί ότι ακούει «το σκασμένο πάτωμα που τρίζει/ απ’ τα βήματα που σ’ αναγγέλλουν πάλι». 14 Απριλίου 2014, «Τι είμαι πια χωρίς εσένα που ρουφούσες όλο το κακό μου;». 4 Ιουλίου 2014 «όπου περνάει ο θάνατος, γεννιέται η ομορφιά», «Είχα μια γυναίκα που δεν είναι πια/ Κι έπεσα απ’ τ’ άλογο σαν να ’μουνα πρωτάρης». 6 Ιουλίου 2014 «ακόμη και στον ύπνο μου δε μου κρατάς κακία». «Πώς ν’ ασπασθώ εκείνη την εικόνα σου/ που διαρκώς σηκώνεται πιο πάνω από τα χείλη;». Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014 «Εγώ που ήξερα πως σ’ αγαπώ/ πώς γίνεται να ξέρω πως δεν ξέρω/τι πάει να πει η λέξη σ’ αγαπώ;», «μήπως αγάπη είναι μόνο/ αποδοχή του κράτους αδικίας;». Ένα χρόνο μετά την πρώτη καταγραφή. Πατησίων, 5 Απρίλιος 2015, Επίλογος: «Είχε, είχε / είχε πατήσει τα εξήντα… και τότε άκουσε πρώτη φορά/ να του μιλάει το κορμί του,/ να του μιλάει σε μια γλώσσα που αρχίζουν να μιλούν,/ όσοι ετοιμάζονται να παν’ εκεί/ όπου εκεί δεν έχει πια». Και έτσι ο Ίαμβος έδεσε με το θρήνο. Και της ζωής την περιπέτεια απέδειξε, μόνο που η εμπειρία του θανάτου, όταν έρχεται να φωτίσει τα πράγματα και να τα ερμηνεύσει ίσως, τα γεγονότα δεν ξεγίνονται, τα τετελεσμένα δεν διορθώνονται και είναι αυτή η όποια σοφία μας προσφέρει η γλυκιά και πικρή ζωή.

Η φόρμα των ποιημάτων παίζει κι αυτή σε όλους τους τόνους. Ευλύγιστη ανάμεσα στο χαρίεσσα και πένθιμη, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο ρυθμική, σε πρώτη εντύπωση, γιατί σε δεύτερη, ο αναδυόμενος από το βάθος ρυθμός δίνει το πρόσταγμα, για να γίνει αισθητός ο κραδασμός, εμφανής ο σχετλιασμός, απαστράπτον το «στιλπνό, ουδέτερο εδώ», καθαρός ο συγκρατημένος λυγμός και ο, εκ των ων ου άνευ, θρήνος.

Στο παιχνίδι των λέξεων ο Ζέρβας αποδεικνύεται ευρηματικός με τις νέες έννοιες που αποκτούν οι λέξεις του, είτε λόγω απρόβλεπτων συνθέτων είτε λόγω ορθογραφικών υπερβάσεων ή ακουστικών εντυπώσεων, όπως «κυνότυπες κοινοτοπίες», «μας ξεματιάζει η ιστορία», το ρήμα «χυμάω», όπου η αποκοπή δύο ρημάτων δίνει νέα κράση. Η σημειολογία φράσεων: η «βίγλα των Κτηρίων» ( «η βίλα των οργίων»), το «κινητό ουραίο» (και ως στεκάμενο ωραίο), οι «στραβοπατημένες παντόφλες» σαν γέρος χρόνος, ο τίτλος «Τα αραιά δόντια της μνήμης», σαν του γέρου Κρόνου και σαν την «οδοντοδεντροστοιχία» του Νάνου Βαλαωρίτη» και οι «νέες εκστάσεις λάιφ-σταϊλισμού» (εξευτελισμού ή νεοσταλινισμού;) και όλα αυτά σε ένα μίγμα ερωτικό, αρχιλοχικό, ανατρεπτικό και, οπωσδήποτε, υπαινικτικό πολλαπλών ψυχικών και μνημονικών διαστρωματώσεων.

Τελικά ο Ζέρβας αποδείχτηκε ακόμα μια φορά καλής γενιάς απόγονος, όπως και ο προπάππος του ο Αρχίλοχος, παίζων άμα και σπουδάζων, άνευ φόβου, πάθους, συστολής, με τόλμη, χάρη, γαλαντομία και κρυμμένη ευαισθησία.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]