frear

Γιώργος Καρτάκης, Ποιήματα / Jorgos Kartakis, Gedichte

Μετάφραση: Έλενα Παλλαντζά & Dirk Uwe Hansen

Εξάρτηση

Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να την θυμηθεί το παιδί΄
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλο
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν κοράκι.

*

Abhängigkeit

Der Puppe tut nichts weh,
dem Kind tut etwas weh.

Die Puppe hat Batterien,
das Kind hat sein Gebrüll.

Wenn die Batterien leer sind,
will das Kind auf den Arm, um sich zu beruhigen.

Die Puppe schläft den ganzen Nachmittag auf dem Sofa,
wartet, dass das Kind sich an sie erinnert.
Aber das lutscht am Daumen
und will weiter Märchen hören.

Die Puppe überlegt,
sich umzubringen in der Nacht,
dem Baby in ihrem Bauch die Stimmbänder
herauszureißen, weil
ihre letzte Hoffnung das Recycling ist.

Das Kind spürt das
und schreit in seinem Schlaf
wie ein Rabe.

**

Είχα άσχημη μάνα

Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν μ΄έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει.
Δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

*

Ich hatte eine hässliche Mutter

Meine Mutter hatte geschwollene Hände
von der Arbeit am Fließband in der Fabrik.
Sechzig Deckel in der Minute
und fünf Mäuler – mit ihrem eigenen –
im Haus zu stopfen.
Nie hat sie mich auf den Arm genommen
zwischen den Zwölfstundenschichten,
und nie hat sie sich selbst gepflegt.
Sie hatte blonde Haare und blaue Augen,
aber das hatte sie vergessen.
Nie hat sie meinen Vater betrogen,
hat sich nie photographieren lassen,
und ihre letzten Worte
waren, dass sie mich liebt.

Werdet ihr doch glücklich mit euren Erinnerungen —
in der Schachtel mit den verblichenen Bildern.
Ich passe in einen Körper.
Auch wenn er mir zu eng ist.

**

Συναντώντας τον Αντόρνο τη νέα χιλιετία
(Nach Auschwitz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch)

Εγώ καμιά φορά βγάζω νύχια,
τους επιτρέπω, δηλαδή, να μεγαλώσουν,
κι αν βγω στο δρόμο, κάθε εικόνα με πονά.

-Ποια ποίηση, λέω τότε,
δε βλέπεις τον ανθρώπινο πόνο;
-Τον βλέπω.
Πονούν, γιατί πονούν τον πλησίον.
Πεινούν, γιατί ληστεύουν τον πλησίον.
Εξαπατούνται, γιατί εξαπατούν τον πλησίον.
Ιδρύουν συλλόγους
εναντίον του πόνου,
εναντίον της κλοπής,
εναντίον της απάτης,
κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους
να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.

Γυρίζω τότε πίσω.
Τόσο κακός που απόμεινα μόνος
και γράφω στίχους:
-Ναι, μου αξίζει η τιμωρία αυτή!

*

Bei einer Begegnung mit Adorno im neuen Jahrtausend
(Nach Auschwitz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch)

Manchmal fahre ich meine Nägel aus,
ich lasse sie also wachsen,
und wenn ich auf die Straße gehe, schmerzt mich jeder Anblick.

— Was soll Poesie, sage ich dann,
siehst du nicht den Schmerz der Menschheit?
— Ich sehe ihn.
Sie empfinden Schmerz, weil sie ihrem Nächsten Schmerz bereiten.
Sie können nicht satt werden, weil sie ihren Nächsten bestehlen.
Sie werden betrogen, weil sie ihren Nächsten betrügen.
Sie gründen Vereine
gegen den Schmerz
gegen den Raub
gegen den Betrug
und beginnen von Neuem, einander
zu schlagen, zu berauben und zu betrügen.

Dann kehre ich heim.
Ich bin so schlecht, dass ich allein bleiben muss
und schreibe Verse.
— Denn das ist die gerechte Strafe für mich.

**

Ψευδεπίγραφο

Και τι αν έβγαλε φτερά ο Δικαιόπολις,
μοίρα του ήταν να βουλιάξει στο Αιγαίο.
Ταριχευμένος με τ΄αρχαία ναυάγια
και τα νεκρά παιδιά
μου γελά
από τα βάθη του μύθου
που τώρα σκαρώνω για να σας πω
πως τα ηχηρά ονόματα
κατρακυλούν στο βάθος
και πως ο μύθος τους ανύπαρκτος είναι κι αυτός
όπως κι αυτός που φτιάχνω.

*

Pseudepigraphon

Auch wenn Dikaiopolis Flügel wuchsen,
es war doch sein Schicksal in der Aegaeis zu versinken.
Gepökelt neben den uralten Wracks
und den toten Kindern
lacht er mir zu
aus der Tiefe der Geschichte,
die ich mir gerade ausdenke, um euch zu erzählen,
dass die verheißungsvollen Namen
hinabrollen in den Abgrund,
und dass ihre Sage sowenig existiert
wie die, die ich erfinde.

**

Νοσοκομείο “Άγιος Γεώργιος”

(Στον πατέρα μου)

Εδώ ο χρόνος δεν αντιστέκεται – κυλά
με άλλα ονόματα που γίνονται απουσίες.
Μαραμένα βλέφαρα αντρών
που αγάπησαν και γέννησαν,
αξιώθηκαν τη χάρη του Θεού να΄ναι και αυτοί πατέρες.

Το βράδυ σκοτεινιάζει στους θαλάμους του νοσοκομείου,
απλώνεται μια άγρια σιωπή που θλίβει,
κι ένας μονήρης θόρυβος μηχανικής καρδιάς
καραδοκεί να ακουστεί ύστερα από τα βήματα του νοσοκόμου.

Τη νύχτα στον ποτισμένο αναβολικά κήπο
ανοίγουν τα φύλλα τους σαρκοβόρα φυτά
στους χρωματισμούς του παράλογου
κι αρχίζει η γονιμοποίησή τους απ΄τις νυχτοπεταλούδες.

Τα χρόνια τρέχουν – αναπολούν τα κορμιά
την πίστη ψάχνοντας σε φως θαμπό,
γεμάτο σκιές κι άπιαστες παρουσίες.

Οι γαντοφορεμένοι νοσοκόμοι τους φέρνουν στον Αχέροντα
κι απολυμαίνουν ύστερα τα χέρια.

*

Krankenhaus St. Georg

Hier hält die Zeit nicht stand – sie rollt davon
mit anderen Namen, die zu Abwesenheiten werden.
Die welken Lider der Männer,
die geliebt und Kinder gezeugt haben,
denen die göttliche Gnade zuteil geworden ist, dass auch sie Väter sind.

Der Abend macht die Krankenzimmer dunkel,
eine spröde Stille breitet sich aus, die bedrückt,
und nur das einzelne Geräusch eines künstliches Herzens
lauert darauf, sich hören zu lassen nach den Schritten des Pflegers.

In der Nacht öffnen im reichlich gegossenen Garten
die fleischfressenden Pflanzen ihre Blätter
in den Farben des Absurden,
und die Nachtfalter beginnen mit ihrer Befruchtung.

Die Jahre eilen – die Körper
erinnern sich ihres Glaubens und suchen im trüben Licht,
voller Schatten und unfassbarer Anwesendheiten.

Die Pfleger mit den Handschuhen tragen sie zum Acheron
und danach desinfizieren sie sich die Finger.

**

Μικρό δοκίμιο για την ομορφιά

Καθώς σε κοιτάζω με μάτια μάλλον παιδικά και απορώ
χωρίς να βρίσκω εξήγηση
πώς ταίριαξε επάνω σου τόση ομορφιά,
σκέφτομαι
ότι θα ήταν το άσχημο στόμα της μάνας μου,
όταν μου έλεγε τραγούδια γλυκά,
τα παχιά χέρια της όταν με νανούριζαν,
το αφρόντιστο κορμί της όταν έσκυβε πάνω μου,
που εμφύτευαν το στίχο μέσα μου
και τη χαρά
κι έτσι μπορώ να σε αναγνωρίζω τώρα.

*

Kleiner Versuch über die Schönheit

Wenn ich dich betrachte mit eher kindlichen Augen und
mich vergeblich mühe herauszufinden,
wie es dazu kommen konnte, dass du so schön bist,
denke ich,
dass es wohl der hässliche Mund meiner Mutter war,
wenn sie mir kleine Lieder vorsang,
ihre dicken Arme, wenn sie mich in den Schlaf wiegten,
ihr ungepflegter Körper, wenn sie sich über mich beugte,
die mir die Verse einpflanzten
und die Freude,
und so kann ich dich erkennen. Jetzt.

**

Εμιγκρέδες

Δεν είμαι Τούρκος,
όμως κι εγώ πατώ στη Μεσόγειο.

Οι Τούρκοι στα βιβλία είναι αιμοδιψείς,
όμως θαυμάζεις τι προσεκτικά
φέρνουν το ποτηράκι του τσαγιού και το ακουμπούν στα χείλη,
τραγουδούν αμανέδες.

Στη Γερμανία
είναι μειονότητα,
ζουν σε άλλο κόσμο, πολύχρωμο,
έχουν δικά τους παιδιά,
βλέμμα στραμμένο νοτιοανατολικά.
Υπάρχουν και αλκοολικοί αλλόπιστοι
που εξόκειλαν στην μπίρα:
λαθρεπιβάτες στις υπερταχείες κρατιούνται απ΄τις χειρολαβές
ισορροπούν ανάμεσα σε δυο πατρίδες, τρέχουν
τα μάτια το σάλιο τους
φτύνοντας μεθυσμένες συλλαβές.
Τα βράδια τραγουδούν αμανέδες,
με νανουρίζουν στον κάτω όροφο.

Υπάρχει μια μικρή Ιστανμπούλ εδώ πιο πέρα.
Όταν χιονίζει,
τσουγκρίζουν ο ραγιάς και ο αγαρηνός ρακή,
γυναίκες μπαινοβγαίνουν με δεμένο στόμα
και τους τρατάρουν ζαχαρωτά,
ενώ στην Άγκυρα και στην Αθήνα πλήθη διαδηλώνουν

δημοκρατικά και οργισμένα.

*

Emigranten

Ich bin kein Türke,
und doch stehe auch ich mit einem Bein im Mittelmeer.
Die Türken in den Büchern sind blutdurstig,
und doch staunt man, wie zierlich
sie das Teegläschen heben und an die Lippen führen
und ihre Liebeslieder singen.

In Deutschland
sind sie eine Minderheit,
sie leben in einer anderen, bunten Welt
und haben eigene Kinder,
den Blick nach Südwesten gerichtet.
Es gibt auch alkoholabhängige Andersgläubige,
die sich dem Bier hingegeben haben:
Schwarzfahrer, die in den Schnellzügen stehen und sich
an den Griffen festhalten,
schwanken sie zwischen zwei Heimatländern, ihre Augen
tränen, sie spucken
trunkene Silben.
An den Abenden singen sie Liebeslieder,
wiegen mich im Stockwerk darunter in den Schlaf.

Es gibt ein kleines Istanbul nicht weit von hier.
Wenn es schneit
stoßen der Raja und der Muselman mit Raki an.
Frauen mit verhüllten Mündern gehen ein und aus
und servieren Zuckerzeug,
während in Ankara und Athen die Massen demonstrieren,

demokratisch und wütend.

***

Ο Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας και εργάζεται ως καθηγητής. Μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει τρεις προσωπικές συλλογές ποιημάτων. Έχει επίσης μεταφράσει Το τραγούδι του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε του Ρ. Μ. Ρίλκε καθώς και μια ανθολογία μεταπολεμικής γερμανικής ποίησης. Σε συνεργασία με τον Γερμανό συγγραφέα Γιαν Κούλμπροντ έχει μεταφράσει μια δίγλωσση επιλογή από τα Κρυμμένα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη ( εκδ. Verlagshaus, Βερολίνο), ενώ από κοινού με τον ποιητή και φιλόλογο Ντιρκ Ούβε Χάνζεν μια ανθολογία ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ, καθώς και μια ανθολογία με ποιήματα οκτώ σύγχρονων Ελληνίδων ποιητριών. Στην ίδια σειρά και σε δική τους επίσης μετάφραση κυκλοφόρησε πρόσφατα μια ανθολογία ποιημάτων της Άννας Γρίβα στα Γερμανικά. ( Όλα εκδ. Reinecke & Voß, Λειψία)

*

Jorgos Kartakis wurde 1963 in Chania (Kreta) geboren. Er studierte an der Universität zu Köln und arbeitet als Lehrer. Er hat bislang drei Gedichtbände publiziert und zuletzt eine Übersetzung von Rainer Maria Rilkes Die Weise von Liebe und Tod des Cornets Christoph Rilke. Gemeinsam mit dem deutschen Autor Jan Kuhlbrodt hat er eine zweisprachige Sammlung der Verborgenen Gedichte von K. Kavafis übersetzt und heraugegeben (Verlagshaus Berlin). In Zusammenarbeit mit Dirk Uwe Hansen hat er im Verlag Reinecke & Voß (Leipzig) eine Sammlung der Gedichte Katerina Angelaki-Rookes, sowie eine Sammlung mit Gedichten von acht griechischen Dichterinnen übersetzt und publiziert. In derselben Reihe ist — wieder in der Übersetzung von Jorgos Kartakis und Dirk Uwe Hansen — eine Sammlung von Gedichten Anna Grivas erschienen.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly