frear

Η «Βροχή» ‒ του Έντουαρντ Τόμας

Απόδοση-Σχόλια: Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Βροχή, βροχή στα μεσάνυχτα, τίποτα παρά μόνο άγρια βροχή
Σ’ αυτό το θλιβερό καλύβι, και μοναξιά, κι’ εγώ
Να σκέφτομαι πάλι ότι θα πεθάνω
Κι’ ούτε ν’ ακούω τη βροχή, ούτε να της δίνω χάρη
Που με κάνει καθαρότερο απ’ ό,τι ήμουν
Από τότε που γεννήθηκα μες στη μοναξιά.
Μακάριοι οι πεθαμένοι που πάνω τους πέφτει η βροχή:
Αλλά εδώ προσεύχομαι ώστε κανένας απ’ εκείνους που κάποτε αγάπησα
Να μην πεθάνει απόψε ή να βρίσκεται ακόμα ξύπνιος
Μονάχος, ακούγοντας τη βροχή,
Είτε με πόνο ή έτσι σε ένδειξη συμπαράστασης
Ανήμπορος ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς,
Όπως το κρύο νερό ανάμεσα στα σπασμένα καλάμια,
Μυριάδες σπασμένα καλάμια όλα ακίνητα και σκληρά,
Σαν εμένα χωρίς αγάπη που αυτή η άγρια βροχή
Δεν έχει διαλύσει, εκτός απ’ την αγάπη του θανάτου,
Αν η αγάπη δεν είναι προς εκείνο το τέλειο και
Δεν μπορεί, η καταιγίδα μου λέει, να απογοητεύσει.

Rain
Rain, midnight rain, nothing but the wild rain/On this bleak hut, and solitude, and me/Remembering again that I shall die/And neither hear the rain nor give it thanks/For washing me cleaner than I have been/Since I was born into solitude./Blessed are the dead that the rain rains upon:/But here I pray that none whom once I loved/Is dying tonight or lying still awake/Solitary, listening to the rain/Either in pain or thus in sympathy/Helpless among the living and the dead/Like a cold water among broken reeds/Myriads of broken reeds all still and stiff/Like me who have no love which this wild rain/Has not dissolved except the love of death/If love it be towards what is perfect and/Cannot, the tempest tells me, disappoint.

Edward Thomas

Σ’ αυτό το ποίημα του Έντουαρντ Τόμας, ο αφηγητής βρίσκεται ξύπνιος τη νύχτα, ακούγοντας τη βροχή που πέφτει πάνω στη στέγη της καλύβας μέσα στην οποία αναπαύεται. Η βροχή και η μοναξιά, αναπόφευκτα του δημιουργούν σκέψεις για εκείνους τους στρατιώτες που είναι σε κίνδυνο και αντιμετωπίζουν την πιθανότητα του θανάτου, εκεί έξω. Αυτό το ποίημα βρίσκεται μέσα στην παράδοση της ρομαντικής ποίησης, ένα λυρικό είδος ποίησης που εμπνεόταν κατά κύριο λόγο από τη φύση, με μελαγχολικά θέματα, η οποία εμφανίστηκε κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Την ίδια στιγμή διαφάνηκε και μια στροφή προς το παρελθόν, την τοπική λογοτεχνία και τα λαϊκά τραγούδια. Η ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων με την περιγραφή της φύσης, προκαλούσε δέος, που με τη σειρά του επηρέασε τους μεταγενέστερους ποιητές. Κατά κάποιον τρόπο αποτελούσε μια επανάσταση κατά του γαλλικού κλασικισμού και είχε τον χαρακτήρα ρήξης με το κατεστημένο. Αναπτύχτηκε σαφώς μέσα από τις επιθυμίες των δημιουργών να αποδεσμευτούν από τις συμβάσεις του κλασικισμού και να εκφραστούν κάπως ελεύθερα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ρομαντισμού ήταν ο πεσιμισμός και η μελαγχολία των έργων του, κι ακόμα η ονειροπόληση, η ενασχόληση με τον θάνατο και ο σεβασμός της φύσης ως πηγής ομορφιάς. Έτσι η βροχή, μέσα στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι ένα μέρος της φύσης που επιτρέπει την προσεκτική και προς τα μέσα ελεγχόμενη ενδοσκόπηση του ποιητή και φυσικά τη σύνδεσή του με τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως λοιπόν και οι ρομαντικοί, έτσι κι ο Έντουαρντ Τόμας βρίσκει έμπνευση στη φύση, η οποία και τον οδηγεί μέσω των αναμνήσεων, των συναισθημάτων και των σκέψεών του, σε μια νέα κατανόηση του κόσμου γύρω του. Η ενατένιση του θανάτου στο ποίημα, αγκαλιάζει υπαρξιακά ερωτήματα και κατευθύνει τον ποιητή στο πρόβλημα της εύρεσης ενός νοήματος για την ανθρώπινη ύπαρξη, μέσα σ’ έναν φαινομενικά εχθρικό κόσμο, όπως ήταν εκείνος του αφηγητή-ποιητή.

Ο κάθε στίχος του ποιήματος προορίζεται να προκαλέσει αύξηση της έντασης του νοήματος. Για να δημιουργήσει αυτό το αποτέλεσμα, ο ποιητής χρησιμοποιεί την επανάληψη. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ποιήματος είναι ότι αποτελεί μονόλογο, δίνοντάς μας από την αρχή του τις σκέψεις και κυρίως τους βαθύτερους φόβους του ποιητή. «Βροχή, βροχή στα μεσάνυχτα, τίποτα παρά μόνο άγρια βροχή…», το ποίημα ανοίγει περιγράφοντας την καταιγίδα μέσα στη νύχτα. Στη λυρική ποίηση η χρήση της βροχής έχει τον σκοπό να δημιουργήσει και να μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα της θλίψης και της μελαγχολίας. Έτσι ο τόνος του είναι αφοπλιστικά εξομολογητικός. Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται είναι η βροχή, η μοναξιά και η αγάπη. Η «βροχή», για παράδειγμα, επαναλαμβάνεται σε όλο το ποίημα αρκετές φορές, και αυτή η επανάληψη μεταφέρει όχι μόνο τη δύναμη της νεροποντής έξω από την καλύβα, αλλά επίσης την αυξημένη συνείδηση του ακροατή ή του αναγνώστη. Με αυτή την έννοια, η βροχή έρχεται ως ευλογία για τον ποιητή, αφού τον κάνει να συνειδητοποιήσει τον θάνατο, αλλά στη συνέχεια του παρέχει την παρηγοριά ως σημάδι ζωής. Με τον στίχο «μακάριοι οι πεθαμένοι που πάνω τους πέφτει η βροχή», επιδιώκει η βροχή να αποτελέσει ευλογία για τους νεκρούς, καθαρίζοντας τις όποιες αμαρτίες της ζωής τους.

Το μυαλό, η προσοχή και η σκέψη του Έντουαρντ Τόμας, όμως, βρίσκονται ταυτόχρονα και σ’ εκείνους που βρίσκονται και υπηρετούν στο εξωτερικό. Στρατιώτες τους οποίους κάποτε γνώρισε και αγάπησε, και τώρα βρίσκονται εκτεθειμένοι στη βροχή, είτε τραυματισμένοι ή μπροστά στο πατριωτικό καθήκον. Η βροχή φέρνει στον ποιητή τη συνείδηση της απομόνωσης και του θανάτου, αλλά και τον ενθαρρύνει την ίδια στιγμή συνδέοντάς τον με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτά τα αμέτρητα σπασμένα καλάμια, είναι οι ίδιες εικόνες των «σπασμένων» ανδρών στο μέτωπο του πολέμου. Στο τέλος ισχυρίζεται ότι η βροχή έχει «διαλύσει» την αγάπη του, κι ακόμα οδηγεί σε διάλυση της αίσθησης του εαυτού του, της ικανότητάς του για αγάπη. Ένα ποίημα, σε τελική ανάλυση, που φιλοσοφικά εξετάζει τη σχέση της ζωής με τον θάνατο και τους νεκρούς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]  

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly