Ορφικό

Στόμα γεμάτο χαλίκια
Κι οι λέξεις δεν βγαίνουν
Το κορμί μου ένα χαντάκι γεμάτο μπάζα
Που εργάτες προσπαθούν να καθαρίσουν
Αλλά μάταια
Κεφάλι γεμάτο ασβέστη
Το τρίβουν με χλωρίνη το ξημέρωμα
Να ασπρίσει περισσότερο
Στον ήλιο να στεγνώσει
Να ξεραθεί σαν τη σταφίδα
Κι έτσι μικρό και στεγνωμένο
Να το πουλήσουν το κεφάλι μου
Να τραγουδάει κάτω από τις γέφυρες
Στ’ αντίσκηνα και στα μπουρδέλα
Στα χαρτονένια κουτιά και στις τρύπιες κουβέρτες
Να πλέκει ελεγείες της λησμονιάς η σάπια γλώσσα μου
Και νότες που ξεχνιούνται πριν ηχήσουν

Τι είμαι πέρα από αυτό;
Ένα κομμάτι κρέας που σπαράζει
Ένα κομμάτι κρέας που λαχταράει τη βροχή και τους ανέμους
Ένα κομμάτι κρέας στην αγορά
Σφαχτάρι κρεμασμένο, δίχως κεφάλι
Το κεφάλι μου κυλάει στους υπονόμους κάτω από την πόλη
Ψέλνοντας άγριους ύμνους
Ουρλιάζοντας κατάρες
Κάτω από την πόλη
Εκεί που καμιά κραυγή και κανένας ψαλμός δεν ακούγονται.

Γρανίτης

Πυκνός κισσός καλύπτει το κορμί σου
Βρύα κουρνιάζουν στα χέρια σου τα γρανιτένια
Σπασμένα στους αγκώνες, μάταια διψούν
Ν’ αγγίξουν τον κόσμο των ανθρώπων
Θα στέκεσαι για πάντα εδώ
Άγαλμα ακούνητο, αμίλητο, αγέλαστο
Κάτω απ’ την όξινη βροχή
Που, όμοια με δάκρυα, στάζει στα μάγουλά σου
Και σε διαβρώνει λίγο-λίγο
Έρχονται μέρες που ζηλεύεις τα πατώματα
Στα αποχωρητήρια και στα κλουβιά
Εύχεσαι να μπορούσες κι εσύ να λούσεις τα μαλλιά σου με χλωρίνη
Λευκαίνει, απολυμαίνει
Ο κισσός θα μαραινόταν, τα βρύα θα καίγονταν
Και θα ‘μενε μονάχα η πανώρια όψη σου
Μα οι μέρες της ομορφιάς σου έχουν περάσει
Ο γρανίτης σου δεν λάμπει πια όπως άλλοτε
Και τα κουρελιασμένα άκρα σου κανέναν δεν ελκύουν
Η μόνη σου ελπίδα είναι η βροχή
Και τι δεν θα ‘δινες να σ’ έτρωγε πιο γρήγορα
Μα δεν υπάρχει λυτρωμός για σένα
Λειψή, θα περιμένεις στους αιώνες
Ως να μη μείνει τίποτα δικό σου
Παρά μονάχα ένα ζευγάρι πέλματα σε γρανιτένιο βάθρο
Και, στο τέλος, ούτε αυτά.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.