1913 – Η χρονιά πριν από τη θύελλα του Φλόριαν Ίλις και Τσιμουδιά του Σαρλί Ντελουάρτ, εκδόσεις Utopia

Τι είναι η Ιστορία; Οι μεγάλες αναμετρήσεις, οι βαριές ημερομηνίες, τα στρατιωτικά και οικονομικά γεγονότα ή οι ανθρώπινες ιστορίες, οι εμπλεκόμενες ζωές, οι ζοφερές λεπτομέρειες; Η μεγάλη Ιστορία μπορεί άραγε να διαβαστεί χωρίς την «έμψυχη ιστορία» [1] , χωρίς να ληφθεί υπόψη πώς οι άνθρωποι εμπλέκονται και ταυτοχρόνως μεγαλουργούν ή/και συνθλίβονται από εκείνα που η ιστορική επιστήμη αργότερα θα κατονομάσει και αρχειοθετήσει;

Σε τέτοιες σκέψεις οδηγήθηκα διαβάζοντας, το ένα αμέσως μετά το άλλο, δύο καλομεταφρασμένα βιβλία των εκδόσεων Utopia, που το καθένα με τον τρόπο του πραγματεύεται γεγονότα που μας αφορούν, ως Έλληνες και Ευρωπαίους.

Ο Φλόριαν Ίλις (γενν. 1971, Γερμανός δημοσιογράφος, ιστορικός και ιστορικός τέχνης) στο βιβλίο του 1913 – Η χρονιά πριν από τη θύελλα με μικρές ψηφίδες, που αντιστοιχούν σε πάμπολλες ζωές, συναρμολογεί ένα μωσαϊκό της χρονιάς πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είναι μόνο ότι στην περιπλάνησή του από τη Βιέννη στο Παρίσι, στη Βενετία, στη Νέα Υόρκη και ξανά στο Βερολίνο και την Πράγα ή τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Ελλάδα κεντά μιαν εικόνα που ενοποιεί κάπως μια θρυμματισμένη ήπειρο έναντι των υπολοίπων, υπογραμμίζοντας με χιούμορ και όχι πάντα με διακριτικότητα την υπερφίαλη αυταρέσκειά της.

Ταυτόχρονα επικεντρώνει τον φακό του σε ιδιωτικές στιγμές προσώπων που τότε ή αργότερα θα παίξουν ρόλο στην εξέλιξη όχι μόνο της Iστορίας αλλά και της τέχνης, της λογοτεχνίας, της επιστήμης, της κοινωνίας:

Το 1913 η τέχνη ωθείται παντού προς την αφαίρεση. Ο Καντίνσκι στο Μόναχο, ο Ρομπέρ Ντελονέ και ο Φράντισεκ Κούπκα στο Παρίσι, ο Καζιμίρ Μάλεβιτς στη Ρωσία και ο Πιτ Μοντριάν στην Ολλανδία, ο καθένας προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να αποκοπεί από κάθε ρεαλιστική αναφορά. Έπειτα, υπάρχει ακόμη ο επιφυλακτικός νεαρός με τους καλούς τρόπους στο Παρίσι, ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο οποίος ξαφνικά δεν θέλει πια να ζωγραφίσει.

Εν τω μεταξύ, ο Φρόιντ συνεχίζει την εργασία του πάνω στη θεωρία της πατροκτονίας, ο Κάφκα δηλώνει αθεράπευτα άρρωστος, ο Αδόλφος Χίτλερ κλείνει τα 24 και ακόμα ζωγραφίζει, ο Μουνκ ολοκληρώνει τον πίνακά του Η Ζήλια, ο Ματίς επισκέπτεται τον άρρωστο Πικάσο με μια ανθοδέσμη…

Η Μόνα Λίζα εξακολουθεί να αγνοείται και ο Ρίλκε καυγαδίζει με τον Ροντέν, ενώ ο Στραβίνσκι, που θεωρεί πως έχει συνθέσει το έργο που θα σημαδέψει τον αιώνα, αποδοκιμάζεται για την Ιεροτελεστία της Άνοιξης. Ο Προυστ δουλεύει πάνω στην αναζήτηση του χαμένου χρόνου και ο Σπένγκλερ εμβαθύνει στην Παρακμή της Δύσης. Ο Σαγκάλ ζωγραφίζει τους Γαλάζιους Καβαλάρηδές του, κ.ά., κ.ά.

Ό,τι και όποιοι σημαδεύουν τον 20ό αι., ό,τι μας δονεί ακόμη σήμερα, η άνθηση και η καταστροφή που επέρχεται, έχουν στο παλίμψηστο τού Φλόριαν Ίλις τη θέση τους, σε μία εκ των υστέρων ανά μήνα πολλαπλή επιλογή, που διακρίνεται από συνέπεια και συνέχεια:

Ο Γιουνκ έχει εφιάλτες, ένας εκ των οποίων γίνεται αφορμή για το «Κόκκινο Βιβλίο». Λουσμένος στον ιδρώτα, ξυπνά από το όνειρο πως ολόκληρη η Ευρώπη βυθίζεται κάτω από τα κύματα μιας γιγάντιας πλημμύρας. Παντού δολοφονίες, πτώματα και καταστροφή…

Σκέψεις περί ιστορικής συγκυρίας φαίνεται να κινούν και τον συνομήλικό του Σαρλί Ντελουάρτ (γενν. 1970, Βέλγος μυθιστοριογράφος) στο βιβλίο του Τσιμουδιά: Τι πραγματικά συμβαίνει όταν οι άνθρωποι γίνονται τα αντικείμενα που συνθλίβει η Ιστορία καθώς προελαύνει;

Εδώ, από την Ευρώπη μεταφερόμαστε στην Ελλάδα της κρίσης, πάντα σε σύνδεση όμως μ’ αυτήν. Ο συγγραφέας ακολουθεί πιστά την πορεία των γεγονότων από την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου ως την εκλογή Σαμαρά. Παρουσιάζει ακριβή στοιχεία και δεδομένα (όπως το σημείωμα του αυτόχειρα Δημήτρη Χριστούλα) αλλά μέσα από τη ματιά μιας έφηβης Ελληνίδας:

Εκείνο που μου φαινόταν παράξενο όταν διάβαζα άρθρα πάνω σ’ αυτά τα θέματα ήταν ότι είχαν φέρει τον κόσμο στα όριά του, λες και η χώρα δεν ήταν μέλος της Ευρώπης αλλά κάτι άλλο. Μια ελεύθερη ζώνη που τη διαχειρίζονταν από το εξωτερικό, που είχε μετατραπεί σε δεξαμενή με φτηνά εργατικά χέρια, τα χέρια όλων εκείνων που είχαν χάσει τη σύνταξή τους ή ένα μέρος του μισθού τους ή που δεν πληρώνονταν μήνες τώρα και συνέχιζαν να περιμένουν να βελτιωθούν τα πράγματα χωρίς εκείνα να δείχνουν πως θα βελτιώνονταν.

Σπονδυλική στήλη του βιβλίου είναι ο ευρηματικός παραλληλισμός τής αποκαλούμενης εφηβικής κρίσης με την πολιτική και κοινωνική κρίση:

…σκεφτόμουν συνέχεια τη φανταστική εικόνα που επανερχόταν κι αναρωτιόμουν αν συνέβαινε κάποια πιο σφαιρική αλλαγή την ίδια ώρα που άλλαζε το σώμα μου. Λες και το σώμα μου ήταν η χώρα σε σμίκρυνση ή, αλλιώς, λες και η χώρα ήταν το σώμα μου σε μεγέθυνση.

Το βιβλίο ξεκινά με μιαν αποτυχημένη απόπειρα μια παρέας κοριτσιών να μιλήσουν μέσα από ημερολογιακές εγγραφές. Τυποποιημένη γλώσσα, αναμασημένα αισθήματα, κλισέ επιδιώξεις, που δεν ταιριάζουν στη συγκεκριμένη τουλάχιστον έφηβη. Τι της ταιριάζει, τότε; Η ηρωίδα εφευρίσκει μια πλάγια μέθοδο: δεν βγάζει πια τσιμουδιά από το στόμα της, μόνο γράφει συνθήματα στους τοίχους της Αθήνας, που της ανοίγουν την πόρτα προς έναν ιδιόρρυθμο εκκοινωνισμό.

Αντιγράφω από το βιβλίο του Γεράσιμου Στεφανάτου (Κατασκευές της ψυχανάλυσης-Κατασκευές του ψυχαναλυτή, Εκδόσεις της Εστίας): στον στοχασμό του Πιερ Φεντιντά , η πράξη της γραφής, όπως και το όνειρο, φτιάχνει περάσματα ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα, περάσματα όπου οι λέξεις έρχονται να υποδεχτούν, να συλλέξουν και να συμπυκνώσουν την ψυχική ύλη προκειμένου το πράγμα να παραχθεί σε λεκτική μορφή μέσα από «λέξεις που είναι πόρτες, κλειδιά και κλειδωνιές συνάμα»…

Το σώμα της πόλης, πάσχον όπως και το σώμα της έφηβης, σημαδεύεται και μεταλλάσσεται:

φαντάστηκα ξαφνικά την πόλη παραγεμισμένη με λέξεις, τα κτίρια, τους τοίχους, τα παραθυρόφυλλα, τις πινακίδες, τις κολόνες, τους φανοστάτες, τους σκουπιδοντενεκέδες, τις στάσεις των λεωφορείων, την πόλη, σπιθαμή προς σπιθαμή, καλυμμένη με επιγραφές, σλόγκαν, ταγκιές, γκράφιτι, φράσεις μεγαλύτερες ή μικρές, αποσπάσματα ή κείμενα ολόκληρα.

Η Αθήνα ως τόπος προς διαρκή ανάγνωση, σε τέτοιο σημείο που να πρέπει να επιστρέψεις σε ορισμένα σημεία επειδή την προηγούμενη φορά δεν πρόλαβες να τα διαβάσεις όλα. Μια πόλη-βιβλίο.

Ενδιαφέρουσα εικονογράφηση του τόπου μας και των καιρών μας, με ματιά διεισδυτική και απενοχοποιημένη (ίσως επειδή ακριβώς, προερχόμενη από το εξωτερικό, μάς κοιτά απέξω), ψύχραιμη και ταυτοχρόνως πλήρη συναισθηματικής νοημοσύνης.

………………………………

1. Η Άντζελα Δημητρακάκη, στο Αεροπλάστ, Εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2015 (υποψήφιο για το βραβείο μυθιστορήματος του Αναγνώστη), μιλώντας για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία εισάγει τον όρο «έμψυχη ιστορία», διευκρινίζοντας: «Μερικές φορές, η ιστορία γίνεται κάτι σαν έμψυχο ον. Επιταχύνει, από φόβο ή για τη νίκη ή απλώς επειδή μπορεί. Και τότε, εσείς οι άνθρωποι γίνεστε τα αντικείμενα που συνθλίβει η ιστορία, η ιστορία με ψυχή…»

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Chris Steele-Perkins.]