frear

Ωδή στη ματαίωση – Η Μαρία Κουλούρη γράφει για το “Ληθόστρωτο” της Βάγιας Κάλφα

Βάγια Κάλφα, Ληθόστρωτο, Εκάτη, Αθήνα 2013.

Στο Ληθόστρωτο η Βάγια Κάλφα λειτουργεί δραστικά. Απαλλάσσει τη λέξη από το νόημα και αφήνει τον ήχο να δημιουργήσει την αίσθηση και την εικόνα. Το γιώτα μετατρέπεται σε ήτα και έτσι οι λίθοι ξηλώνονται και ο δρόμος στρώνεται με λήθη. Μια λήθη, τόσο καθολική που εκτίνεται μέχρι το άλλο άκρο, μέχρι εκεί που συναντά το αντίθετό της, τη μνήμη. Τίποτα δεν έχει ξεχαστεί. Είναι όλα στην επιφάνεια. Στο εδώ και τώρα της καθημερινής ζωής. Άλλοτε ως απλή αναφορά, άλλοτε ως καταγγελία και άλλοτε ως αναπόληση. Αναπόληση του ιδανικού, που ίσως και να μην υπήρξε πάντα ως βιωμένη εμπειρία, αλλά που σίγουρα σηματοδότησε τη χάραξη του δρόμου. Υπήρξε το ζητούμενο που δεν τελεσφόρησε.

Μιλάμε λοιπόν, για μια ωδή στη ματαίωση. Μια κυκλική πορεία από την επίγνωση της ματαιότητας στη μελαγχολία. Γεγονός όμως, που δεν ωθεί τη γραφή της ποιήτριας σε συναισθηματισμούς και ωραιοποιήσεις. Αντίθετα, ο λόγος της είναι λιτός, καθαρός, ψύχραιμος, ρεαλιστικός. Εκφέρεται από απόσταση. Εκφέρεται ως αποτέλεσμα μελέτης της σιωπής. Ενδεικτικά, μπορούν να αναφερθούν οι πρώτοι στίχοι από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα. «Από πού έρχεσαι, θλίψη/ Και εσύ που καταλήγεις σιωπή/ Κι εγώ, ποιους δρόμους μπερδεύω». Στίχοι που δηλώνουν εύγλωττα την ατμόσφαιρα της συλλογής και που δικαιώνουν την επιλογή του ζωγραφικού πίνακα του Έντουαρντ Χόππερ, ως φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Οι ήρωες του πίνακα, μια γυναίκα και ένας άντρας, αποσυρμένοι ο καθένας στις σκέψεις του, απόμακροι, χώρια αν και μαζί, θα μπορούσαν να είναι οι ήρωες των ποιημάτων της Κάλφα. Αυτοί που «ζητάνε/ βοήθεια», που «μακραίνουν/ Μικραίνουν», που «χάνονται/ Μέσα στην / Ανθρώπινη θάλασσα/ Κι έρχεται ένα ακόμη/ Ανθρώπινο κύμα/ Τους τσαλαπατά». Οι ήρωες στο Ληθόστρωτο έχουν επίγνωση της θνητότητάς τους. Είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Μένουν στην επαρχία. Είναι οι γονείς μας, οι συμβουλές τους γύρω από το τραπέζι της κουζίνας και οι τραυλές πια «παλιές φωτιές» τους. Είναι οι θείες μας, με τα φορτωμένα εξοχικά και τα κυνηγόσκυλα στη είσοδο. Οι υπάλληλοι στις εταιρείες που στριμώχνονται σε ένα μπαλκόνι στο διάλλειμα και παίζουν με τον διευθυντή και «το γέλιο κατρακυλούσε νευρικό πότε ξεκρέμαστο,/ προπάντων ανοργάνωτο/ δίνοντας μια ανέλπιστη ψευδαίσθηση ελευθερίας στους παίκτες.» Είναι όμως και οι άνεργοι, που περιμένουν στην ουρά « εγκλωβισμένοι /Στα λαμπρά τους προσόντα». Και είναι και όσοι αγωνιούν, εκείνοι που ξέρουν πως « τα λόγια, πρέπει να ειπωθούν μεγαλόφωνα, ο τοίχος να χτιστεί μ’ εσοχή, για να πατήσει ο θεός και να γκρεμιστεί/ Κι ύστερα να βγεις εσύ να τον ψάξεις». Οι ήρωες της Κάλφα παλεύουν με τα χρέη τους. Τα χρεωστούμενα στον εαυτό τους. Είναι αθώοι και μια μέρα θα καταφέρουν να το ομολογήσουν στέρεα. Μέχρι τότε, μιλούνε χαμηλόφωνα αλλά ακούγονται δυνατά. Όπως εκείνος ο δειλός που «Δεν μπορούσαν να ξέρουν/ Πως αυτός/ Ο αθώος/ Που τον κάνεις ό,τι θέλεις/ Τους είχε προ ολίγου σκοτώσει» .

Στο Ληθόστρωτο δεν συναντάμε λυρισμούς. Αντίθετα, βρίσκουμε έντονα στοιχεία φιλοσοφίας, υπαρξισμού. Ο άνθρωπος επιθυμεί να γίνει ο εαυτός του. Πιάνεται από το σώμα του για να πειστεί ότι υπάρχει. Και είναι και άλλοι, που δεν χωράνε στο σώμα που τους δόθηκε. Ανέστιοι. Απελπίζονται, επιστρέφουν διαρκώς στον έσω κόσμο για να τροφοδοτηθούν. Δεν περιμένουν βοήθεια, κυρίως όχι από το Θεό. Είναι γνωστό ότι ο Θεός πέθανε και τελείωσε.

Σε αυτή τη δεύτερη συλλογή της ποιήτριας, που αποτελείται από 67 ποιήματα, δοσμένα είτε σε μορφή κάθετης στοίχισης, είτε σε μορφή πεζοποιήματος, είναι έντονη η συνύπαρξη παρόντων και απόντων. Τα πράγματα λέγονται μέσω της απουσίας. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να δει τη ρωγμή στο χρόνο και να ενεργοποιήσει τη φαντασία ή την φαντασίωσή του. Μια ρωγμή που γίνεται αντιληπτή και με την όραση. Στα περισσότερα ποιήματα, υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στον κορμό του ποιήματος και τον τελευταίο στίχο. Ένα κενό που λειτουργεί ως διχασμός. Είναι αυτά που δεν ειπώνονται. Είναι όσα δεν λέγονται τα μελαγχολικά βράδια που η υγρασία της επαρχίας μαγκώνει τις χορδές. Είναι η έλλειψη του θορύβου, η αδυναμία υπόσχεσης. Είναι μόνο ίχνη και απουσία.

Επιλέγω να κλείσει η παρουσίαση του Ληθόστρωτου με την αναφορά στα ποιήματα της συλλογής, που έχουν να κάνουν με την ποίηση και όσους ασχολούνται με αυτήν. Μια ισορροπία μεταξύ χιούμορ, ειρωνείας και μελαγχολίας. «Βλέπεις, με βρήκε/ Τρομερό χασμουρητό/ Κάποιοι σε θαύμαζαν όμως/ Κι εγώ, επίσημα καταχωρημένος/ Στους ανθρώπους του πνεύματος/ Όφειλα να σε αναδείξω/» ή «Κάθε σου λέξη/ Ν’ ακολουθούν likes και σχόλια/ Κι όλα αυτά που σε πεθαίνουν/ Ν’ απελπίζονται/ Μες στο συνωστισμό» .

Η Βάγια Κάλφα, βραβευμένη ποιήτρια, από την Ακαδημία Αθηνών και την Εταιρεία Συγγραφέων, για την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Απλά Πράγματα (εκδ. Γαβριηλίδης), δείχνει να γνωρίζει καλά τη δύναμη της προσήλωσης στη μελέτη και την αναζήτηση και στέκει κριτικά απέναντι στη βουή και τις αβρότητες. Άλλωστε το λέει στο ποίημα της: «εσύ το μόνο που θέλεις είναι σιωπή/ Κι έναν χάρτη να τον κάνεις ό,τι θέλεις».

[Πρώτη δημοσίευση. Η φωτογραφία είναι του Κυριάκου Συφιλτζόγλου.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: