frear

Το σύμβολο Λίλιαν – του Απόστολου Θηβαίου

Για τη Λίλιαν, που ταξιδεύει με τα τραίνα. Για τη Λίλιαν, κορίτσι φτιαγμένο από πλήθος. Άνθρωπος των πορθμών. Στην Κόρινθο, τον Παναμά, κάθε κατοικημένη σπιθαμή του Νέου Κόσμου είναι η πατρίδα της. Για τη Λίλιαν που ‘φυγε απ’ αγάπη, σκοτωμένη με την καρδιά ανάμεσα στα δόντια. Μαύρη, σκοτωμένη καρδιά. Οι σπουδαίες λεωφόροι, η Στήλη του Πυρός και τα γρανιτένια μάτια της. Για τη Λίλιαν που σκοτώνεται με πάθος στις λέσχες, μέσα βαθιά στο μισό μάτι της γέφυρας. Για τη Λίλιαν, την καλοκαιρινή μας φίλη απ΄τον Πόρο και την Ύδρα. Που αγαπούσε τα κονσέρτα και την έκπληξη στη μουσική του Νικολάου Σκαλκώτα. Για τη Λίλιαν που προσεύχεται γονατισμένη στις ηφαιστειακές πέτρες. Την Λίλιαν, που τρομάζει με τα ραδιοφωνικά εμβατήρια , την Λίλιαν της Εγίρας, θαμμένη κάτω απ΄το πέλμα του λιονταριού. Για την Λίλιαν, με τη ρητινώδη γεύση στο σώμα. Την Λίλιαν που καταστράφηκε μες στην τέχνη της.

Έπειτα, αφού διήνυσαν ολόκληρη την αγωνία του κόσμου, λησμόνησαν για πάντα τη Λίλιαν. Τραγούδησαν ως αργά το έπος του ήλιου, τα αιώνια δράματα και τους λοιπούς, μετρικούς κανόνες. Ύστερα μιμήθηκαν τον Έζρα και κρατήθηκαν σφιχτά εμπρός στο διαφαινόμενο τέλος του λόγου. Διάβασαν τον απαγορευμένο Γιώργο Χειμωνά, ακολούθησαν πρωτοπόρες πρακτικές καλλιτεχνικής πρόσληψης. Έγραψαν στα φύλλα της καρυδιάς, στον άνεμο, μίλησαν για το τίποτε και άκουσαν τη βοή του κύμματος. Ένας ένας πνίγηκαν σε μια ικανή και ασφαλή για τέτοιες δουλειές απόσταση. Πέρα άναβαν οι ακατοίκητες νήσοι. Η μικρή, σωσμένη πόλη του Μαγγελάνου έσβησε όλα τα φώτα και ακολούθησε τη μοίρα της Ατλαντίδας. Κάτω απ΄τα νερά θα βρεις τις υπόγειες πηγές των βουνών της Αρκαδίας. Τα ωραία κορίτσια, μια που θυμίζει την Λίλιαν, ένα αγοροκόριτσο μ΄ερυθρά μάτια που τραβά για τους ουρανοξύστες. Ασκεί το επικίνδυνο επάγγελμα της πρωτοπορίας. Πάει να πει ανέρχεται σ΄ασύλληπτα ύψη, ελέγχει τις ενώσεις και τα σκασίματα του σκυροδέματος. Η σεισμική εκείνη φίλη θα πεθάνει, ακριβώς όπως η Λευκή στ΄αυτοκινητιστικό του Πειραιά. Ορισμένοι απ΄τους προγόνους ξεσπούν με βρισιές, άλλοι απομακρύνονται πιο μόνοι από ποτέ. Ο μακρύς δρόμος της αρετής και οι άνθρωποι που ανταμείβονται απ΄ανθρώπους. Τελευταία επιθεώρησαν με λεπτότητα τα αντίγραφα των αγαλμάτων. Οι θεοί κείτονταν δίχως χέρια. Άλλοι ήταν μόνο ένα πρόσωπο, μια αγριωπή έκφραση, όπως εκείνη του μέτριου Ήφαιστου μες στη φωτιά. Αυτές οι δημιουργίες ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Τώρα οι θεοί εξηγήθηκαν. Η νύχτα, ο θρύλος, το σκοτεινό, ελληνικό μεσημέρι του Άργους και άλλες δοξασίες. Στα υποστατικά κρατούν μόνο τα ομοιώματα της Αθηνάς, με το φτερουγικό, σκεπτικό πρόσωπο των χιλίων ετών. Μες στα κλαδιά η Αθηνά. Η Αθηνά στα μαγαζιά της παραλίας, η Αθηνά από τερακότα, η Αθηνά, σπουδάστρια της σχολής των καλών τεχνών μες στις στοές των μητροπολιτικών μουσείων. Η Αθηνά που αρπάζει φωτιά, η Αθηνά όλη ρωγμές πίσω απ΄το σπασμένο τζάμι του εργοστασίου χημικών Αυλώνος, η Αθηνά ερωτευμένη στην οδό του Ανδριανού, μ΄όλο το θάνατο μπροστά της.

Για τη Λίλιαν, έφτιαξαν ένα μνημείο από λευκό μάρμαρο δίχως νερά. Χάραξαν το επίγραμμα και το επιφανές όνομα. Ύστερα, αποφασισμένοι για το τέλος του κόσμου, μέθυσαν στα υπόγεια, νέγρικα μαγαζιά. Ξεδίψασαν μ΄άφθονο αλκοόλ και κάτω απ΄τις ράμπες της σκηνής ζυγίζουν τώρα τα τιμαλφή. Μιλούν με σπασμένους, ελληνικούς φθόγγους. Το μαγαζί λέγεται «Όμηρος» και είναι στο τυφλό στενό της Ιωάννου Δροσοπούλου. Μετά την Κυψέλη τα νταμάρια και τους εμπόρους. Για την Λίλιαν, καμιά κουβέντα, για τη ζωή που τραβά δίχως την ανάγκη των ματιών σου. Τελευταία φρόντισαν τους καθρέφτες. Πεπεισμένοι για το θάνατό τους, γύρισαν τους καθρέφτες προς τους τοίχους. Ετούτη η ατμόσφαιρα χαρακτηρίστηκε μοντερνισμός και θανατοφιλία. Εξαπλώθηκε γρήγορα, έγινε κίνημα, σφάχτηκαν χιλιάδες, μικροί ψαράδες και οι εργάτες των σιδηροδρόμων. Στην επέτειο των εορτασμών συρρέουν έμποροι απ΄όλα τα έθνη. Με πριονόψαρα και αποκρουστικά, θαλάσσια ζώα, με τα εξωφρενικά, κίτρινα κρίνα των Βερμούδων. Οι γυναίκες φορούν κυβιστικά φορέματα εξαιρετικών χρωμάτων. Μονάχα οι διφορούμενες λέξεις Λίλιαν, μονάχα αυτές μπορούν να τραγουδήσουν την ετοιμόρροπη, τη χυδαία εποχή.

Ένας είπε. Για τη Λίλιαν και την Παναγία των κήπων. Οι μελλοντικοί σταυρωμένοι και οι αυτόματες φωτογραφίες που διέσωσαν για πάντα τον κόσμο. Εις το επανιδείν αγία Λίλιαν των βράχων και των μαγαζιών. Ο κόσμος σου αριθμεί πια ελάχιστους.


[Πρώτη δημοσίευση. Η φωτογραφία είναι του David Talley.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: