frear

Οδός Αγαπηνού 8 – της Αρχοντούλας Διαβάτη

«Στην Αγαπηνού φίλησα πρώτη μου φορά ένα κορίτσι». Τον κοίταξα. Τα μαλλιά του κάτασπρα κα σγουρά στεφάνωναν ένα πρόσωπο στρογγυλό, με μια συμπαθητκή έφραση. Ο Βασίλης. Εύσωμος. Κατ’ ευφημισμόν.

Είχαμε συγκεντρωθεί στην πλατεία Αγίας Σοφίας –κινήματα και συλλογικότητες για τη διαδήλωση που ωστόσο αργούσε να ξεκινήσει –πορείες που θα συγκλίνανε από τη Βενιζέλου και την Καμάρα προς τη Διεθνή Έκθεση και τα εγκαίνιά της –όπερ έδει δείξαι– και καθήσαμε μάλιστα σε κάτι πέτρινα πεζούλια απέναντι από ’κείνο το άγαλμα με τους αστούς που διαβάζουν την εφημερίδα τους, κι από το Κόκκινο Σπίτι απέναντι. Έτσι δίναμε το στίγμα μας στα κινητά. Είμαστε εδώ, με τις Σκουριές, απέναντι από το Κόκκινο Σπίτι. Νεολαίες πήγαιναν κι έρχονταν –τα πανό με τις θυμωμένες ρητορικές και τα πολλά ΟΧΙ πήραν να ξεδιπλώνονται, ο ήλιος έφεγγε ακόμα, το πλήθος πύκνωνε.

Το καλοκαίρι είχε τελειώσει και παρέες διάφορες συναντιούνταν με αφορμή την εθιμική σχεδόν διαδήλωση – κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Τώρα όμως η πραγματικότητα έμοιαζε πιο ζοφερή από ποτέ.

Αγκαλιαστήκαμε με τη Φωτεινή και τον Βασίλη, τους συστήσαμε στους φίλους μας κι αρχίσαμε να περιγράφουμε τα καλοκαιρινά ταξίδια. Οπότε, «Να εδώ έμενα εγώ παλιά», είπε ο Βασίλης σιγανά, άχρωμα σχεδόν. «Εδώ έπαιζα». Και μετά αναπάντεχα, «στην Αγαπηνού, στο άλλο στενό φίλησα πρώτη μου φορά ένα κορίτσι».

Νά σου κι οι συνειρμοί οι δικοί της που έκαναν έφοδο να βρούν μια θέση στον κόσμο: εικόνες ξεχασμένες από καιρό. Η Μαριέτα με τον Σταύρο να συναντιούνται στο σχόλασμα, βραδάκι –τα πρώτα τους ραντεβού, μια βόλτα στην παραλία καθώς σουρούπωνε, έτσι με την τσάντα και με εκείνην, την κολλητή μαζί– να κρατάει το φανάρι– στο παγκάκι μες στη νυχτερινή υγρασία καθισμένοι οι τρεις τους αγκαλιά.Κι ύστερα οι έρωτες οι δικοί της, τα πρώτα φιλιά που έδωσε και πήρε, επαναλαμβανόμενα μάγια ξανά και ξανά μέχρι που γνώρισε εκείνον.

« Όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας – Όχι στις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων… μνημόνια… κρίση… αλληλεγγύη… απεργία… μαύρη τρύπα… φασισμός… μετωπική σύγκρουση…. ελεύθερος λαός….». Η πορεία ξεκίνησε και πήραμε να προχωράμε αργά από την Αγίας Σοφίας προς την Τσιμισκή. Κόσμος κοιτούσε από τα ρείθρα του δρόμου και χάζευε την πορεία, πολλοί έμπαιναν μέσα, προσχωρούσαν κι αυτοί. Παλμός, παλαμάκια και πάλι σιωπή και κουβεντιάσματα και μετά πάλι η λαμπερή αίσθηση πως εμείς μαζί όλοι μπορούμε να και θα και να.

Ένας έρωτας η διαδήλωση που εξελισσόταν αργά και που θύμιζε άλλους έρωτες μέσα στους δρόμους της πόλης: τη διαδήλωση κατά των G8 και τη σύνοδο κορυφής ή τη μεγάλη διαδήλωση μπρος στο Μακεδονία Παλλάς –δώσε τη χούντα στο λαόλαός ενωμένος ποτέ νικημένος ή ΕΛΑΣ, ΕΑΜ, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, στους πρώτους ανένδοτους εορτασμούς στη Μεταπολίτευση.

«Kαι να ‘μαστε τώρα πάλι εδώ σαν και πρώτα», είπε η Φωτεινή. «Σαν να μην πέρασε μια μέρα… Μετά από όλη εκείνη την έξαρση και την υπέρβαση και δεν ξέρω ’γώ πώς να την ονομάσεις, πάλι στην πίκρα, τη μαυρίλα και τη ματαίωση, προδομένοι». «Όπως οι έρωτες, που σε προδίνουν πάντα», είπε ξεκάρφωτα ο Βασίλης. Είχαμε φτάσει στη ΧΑΝ και έπρεπε να βρούμε τρόπο να γυρίσουμε σπίτι. Ποδαρόδρομος μάλλον, το γενναίο τέλος μιας γενναίας μέρας.

«Δεν σας τέλειωσα την ιστορία με τη Δημητρούλα…», επανήλθε εκείνος, θέλοντας να βάλει αυτός οπωσδήποτε έναν επίλογο. «Δημητρούλα, το κορίτσι που είχα φιλήσει στο Δημοτικό, στην Αγαπηνού. Ο δάσκαλος στο σχολείο που πήγαινα, στην Παλαιολόγου, είχε την άτιμη συνήθεια να στέλνει –άκουσον , άκουσον– ραβασάκια στους γονείς, όταν σε έπιανε αδιάβαστο, άτακτο, αργοπορημένο, κάτι με α- στερητικό τέλος πάντων…».

Εδώ γελάσαμε αθώα, χωρίς α-στερητικό, κι ο Βασίλης συνέχισε μελαγχολικά. «Είχε που λέτε την κακή συνήθεια να αναθέτει σε ένα γειτονάκι από την τάξη του απείθαρχου παιδιού, να επιδώσει αυτό το scarlet letter, το ντροπιαστικό σημείωμα ντε, στην οικογένεια, κι εκείνη την Δευτέρα- τσαγγαροδευτέρα που με σήκωσε Πατριδογνωσία και δεν άνοιξα το στόμα μου να πω λέξη, ο αδιάβαστος εγώ…

Την Κυριακή, Αγίου Νικολάου γιόρταζε ο πατέρας μου και «το ‘χαν κάψει» στο σπίτι. Ως και τις πόρτες απ’ τους μεντεσέδες είχαν βγάλει για να χορέψουν πεντέξι φίλοι του από δωμάτιο σε δωμάτιο «πώς το τρι- πώς το τρι- πώς το τρίβουν το πιπέρι….». Δυο μέρες πριν ατελείωτα μαγειρέματα, ούτε είχαν προσέξει καν που έλειπα, παίζοντας μπάσκετ ώσπου νύχτωσε. Κι ο δάσκαλος την άλλη μέρα κοιτώντας μας όλους ερευνητικά πάνω απ’ τα γυαλιά εντόπισε ποιον; Tη Δημητρούλα, που έμενε ένα τετράγωνο παρακάτω από το σπίτι μας, κι ανέθεσε σ’ αυτήν να φέρει σπίτι μου το προδοτικό σημείωμα. Αλίμονο. Εγώ της άνοιξα την πόρτα, και μπήκε. Τέλος».


[Η φωτογραφία είναι του Alex Prager.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: