frear

Για «Τα ρόδα κόβονται στα 2/3» της Ειρήνης Ιωαννίδου – γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου

Ειρήνη Ιωαννίδου, Τα ρόδα κόβονται στα 2/3, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2023.

Εφτά χρόνια μετά το Σώμα δρομολόγιο, με τη σκευή μιας προστιθέμενης ωριμότητας, μιας μεγαλύτερης αίσθησης οικονομίας της γλώσσας και συνθετικής τεχνικής, η Ειρήνη Ιωαννίδου προχωρά στο δεύτερο βιβλίο της, ένα βιβλίο κυρίως με πεζοποιήματα, με τον τίτλο Τα ρόδα κόβονται στα 2/3.

Τι σημαίνει: «Τα ρόδα κόβονται στα 2/3»; «Τα ρόδα κόβονται στα 2/3, για να δώσουν», της είπε μια νύχτα «ούτε πιο χαμηλά ούτε και πιο ψηλά». Υπάρχει η ερωτική νύξη εδώ, υπάρχει όμως και το τραύμα της κοπής· υπάρχει το δόσιμο, υπάρχει και το κόστος.

Λένε πως στην πραγματικότητα όλη η γλώσσα είναι μια μεταφορά και ως τέτοια ερμηνεύεται. Ας την ερμηνεύσουμε, λοιπόν, ως τέτοια κι εμείς και ας υποθέσουμε επιπλέον ότι το ρόδο είναι το ίδιο το ποίημα, που πρέπει να κοπεί και να κλαδευτεί στο σωστό σημείο, για να μπορέσει ν’ αναπνεύσει ο λόγος, ν’ αναδυθούν όλες οι μυρωδιές του.

Λένε ακόμη πως η γλώσσα, ή μάλλον, για να γίνω συγκεκριμένος, το λέει ο Στάινερ στο Μετά την Βαβέλ, «είναι ένα τρίτο σύμπαν», αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στη φαινομενική πραγματικότητα τής εμπειρίας και στην εσωτερίκευσή της στους χώρους τής συνείδησης, αυτό το παν που διαμεσολαβεί ώστε ν’ αναπτυχθεί μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις χρονικές ορίζουσες της εμπειρίας και της ανάκλησής της από τη μνήμη, ανάμεσα στο γεγονός και στην ανάπλασή του. Θέλω να πω, για να απλοποιήσω το θεωρητικό πλαίσιο, ότι η γλώσσα είναι χρόνος μαζί και μνήμη, ότι το ποίημα είναι χρόνος και μνήμη, ότι ορίζει τα, και ορίζεται από τα στοιχεία αυτά.

Θα έλεγα ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσει κάποιος τα ποιήματα αυτού του βιβλίου. Ο ένας είναι να τα δει σαν λυρικά στιγμιότυπα· σαν ποιητικές εικόνες δηλαδή, άλλοτε δυνατές, άλλοτε τρυφερές, εικόνες τού τώρα και εικόνες-μνήμες μιας νοσταλγίας κεντημένης ψιλοβελονιά, εικόνες που αρδεύουν από πραγματικότητες και αισθήματα και μεταπλάθονται από τη φαντασία. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν αυτές οι εικόνες θέλουν να μου πουν, θέλουν να μου δείξουν κάτι πέρα από την ικανότητα του τεχνίτη να τις δημιουργεί. Αναρωτιέμαι αν αρκεί να είναι η ποίηση μια αυτάρεσκη επίδειξη δεξιοτεχνίας, μιας μαστοριάς, που ασφαλώς χρειάζεται τρόπο κι αυτή, εξαντλείται όμως στην αυταρέσκειά της· αν η ποίηση χάνει, εντέλει, στο όνομα αυτής της μαστοριάς, την ουσία της, την έκταση της ανάπτυξης εκείνου του επιφωνήματος, όπως το λέει ο Πωλ Βαλερύ, του επιφωνήματος που μπορεί να είναι έκφραση χαράς ή θρήνος ή ολολυγμός· του επιφωνήματος που μπορεί να είναι δοξολογία της ύπαρξης ἠ η κραυγή της μπροστά στο πεπρωμένο. Με δυο λόγια, αναρωτιέμαι: ποια είναι στ’ αλήθεια η ουσία τής ποίησης; Πόση και ποια αλήθεια υπάρχει σ’ αυτά τα ποιήματα;

Ας δούμε ένα παράδειγμα:

Αποβραδίς με λόγια τρυφερά να πιάσεις το
προζύμι ‒το χάραμα, ψωμί αφράτο να φουσκώσει.
Να το πλανέψεις το κορμί, να σε ταΐσει.
Κι όπως θα ρέει το κρασί σε στόμα λαίμαργο,
της μάνας το βυζί να καταργεί.

Για δες, για δες, η θάλασσα στη μέση πώς το σχίζει.

Την ώρα που νυχτώνει, με χέρια βουτηγμένα
μες στο μέλι, δώσε πλευρό αριστερό
να σε κλαδέψω ‒
πλαγιές να σπείρω με μαστίχι.

Τι θέλουν να μου πουν αυτοί οι στίχοι; Εικόνες όμορφες, ένας μάλλον εξιδανικευμένος ερωτισμός, μια αίσθηση σωματικής προσδοκίας. Έχει όμως κάτι παραπάνω να μου δώσει, να με κατευθύνει σε ένα άλλο, πιο στοχαστικό περιβάλλον, σε κάτι βαθύτερο νοηματικά ή πρέπει να αρκεστώ σ’ αυτή καθαυτή την ομορφιά των στίχων και στην, ομολογουμένως πρωτότυπη, μεταφορική σύλληψή τους; Η απάντηση εναπόκειται στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο καθένας την ποίηση, στο τι προσδοκά από αυτήν, στο τι τον ικανοποιεί σε αυτήν.

Ή μήπως όχι;

Ή μήπως κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, ίσα-ίσα για να φτάσω στον δεύτερο τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος, ή τουλάχιστον εγώ, να διαβάσει αυτά τα ποιήματα;

Ο άλλος τρόπος λοιπόν: Βρίσκεσαι στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή και ανακαλείς τη γραμμή τού αίματος, εν είδει θυσίας, που σχηματίζει μέσα στον χρόνο η θηλυκή σου φύση. Το παιδί που γίνεται κορίτσι (αίμα περιόδου), το κορίτσι που γίνεται γυναίκα (αίμα παρθενίας), η γυναίκα που γίνεται μητέρα (αίμα λοχίας). Η σελήνη, βέβαια, και οι φάσεις της, σαν αρχετυπικό σύμβολο της θηλύτητας, ακολουθεί αυτή τη γραμμή, όπου οι εικόνες γίνονται πλέον οι παλμοί της, αλλά και τα αιμοφόρα αγγεία που την τροφοδοτούν.

Και ξαφνικά όλα αποκτούν νόημα, υπάρχει και αποκαλύπτεται ένα, ενδεχομένως και ασυνείδητο, σχέδιο, υπάρχει μια βάσανος. Το αίμα και το κόκκινο των ποιημάτων παύει να είναι απλώς ένας χρωματικός τόνος αισθητικής επινόησης ή μια νότα δραματική, γίνεται η ανοιχτή πληγή μιας γυναίκας που κοιτάζει πίσω της το παιδί που ήταν, το κορίτσι που ήταν, τον έρωτα που ήταν. Και θέλει, όχι να της επιστραφούν όλα αυτά στο τώρα, αλλά η ίδια να επιστρέψει σ’ αυτά. Θέλει να γίνει ξανά το κορίτσι που δεν λέει ποτέ την αλήθεια, που φοράει αϊλάινερ, που καβαλάει άγρια άτια σε αγρούς, που άλλοι το λένε μέδουσα, άλλοι το λεν γοργόνα.

Έτσι, το ντιβάνι του ψυχαναλυτή γίνεται η λευκή σελίδα μπροστά σου, η εξομολόγηση γίνεται στίχος, η νοσταλγία γίνεται ανάγκη ζωής. Επιστρέφεις στο παρελθόν, για να μπορέσεις να υπάρξεις στο τώρα.

Και το τώρα; Τώρα

Τα πρωινά περνώ δήθεν απρόσεχτα από δίπλα του στην είσοδο. Ἕνα γιούκα μεσαίου μεγέθους ‒το αφήνω να με χαράξει. Οι εκδορές είναι προσωπική υπόθεση.

Η μέρα αστάθμητη αιωρείται, με πτήση χαμηλή. Περίπου στο ύψος των επιθυμιών. Φοράει υποδήματα κατάλληλα, κάθε που λοξοδρομεί. Μια οσμή γης, για να δει πόσο απέχει από το αναπάντεχο.

Προσθέτω λίπασμα. Έτσι διαφυλάσσω τη συνέχεια της ιστορίας για τις μέρες που θα ’χω την ανάγκη σου.

Η Ειρήνη Ιωαννίδου καταφέρνει και στήνει ένα θάλπον, σπιτίσιο, οικογενειακό, θα έλεγα, σκηνικό, με λευκά τραπεζομάντηλα, με κεντήματα και δαντέλες, γλάστρες με λουλούδια στο μπαλκόνι, με μυρωδιές ψημένου ψωμιού, με τις καθησυχαστικές μορφές του πατέρα και της μητέρας, με το ραδιόφωνο που παίζει Βιβάλντι· ένα σκηνικό μέσα στο οποίο θέλει να προστατεύσει ‒να διατηρήσει καλύτερα‒ εκείνο το παιδί με τις κούκλες και το λινό φορεματάκι· φορεματάκι όμως (να άλλη μια ωραία μεταφορά), που έχει στενέψει πια από τις τόσες φορές που έχει πλυθεί.

Ωστόσο, αυτό είναι μονάχα σκηνικό. Είναι οι εικόνες που περιβάλλουν και υποβάλλουν τη δραματική διακύμανση του ποιήματος. Αν και, όπως συμβαίνει και σε μια θεατρική παράσταση, και το σκηνικό συμμετέχει στα δρώμενα, είναι κομμάτι τους.

Οδηγούμαι, λοιπόν, στον αρχικό μου, δίκην διαβόλου, συλλογισμό, ότι υπάρχουν δυο τρόποι ανάγνωσης αυτών των ποιημάτων, και διαπιστώνω ότι οι δύο αυτοί τρόποι είναι στην πραγματικότητα ένας ή ότι, για την Ειρήνη Ιωαννίδου, ο ένας δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τον άλλο. Ο ένας είναι ο αναγκαίος χώρος τού άλλου. Η γραμμή τού αίματος, στην οποία έχω αναφερθεί, η άτροπος δηλαδή γραμμή τής ενηλικίωσης, με όσες και με όποιου είδους απώλειες κουβαλάει στη διαδρομή της, έχει ανάγκη να στεγάσει την τραγικότητά της στην επιστροφή και αναγνώριση του οικείου, σ’ αυτό το αναβιωμένο σκηνικό, που χάρη στη γλώσσα παραμένει ανέπαφο από τον χρόνο, που χάρη στην ποίηση διατηρεί την παραμυθητική του λειτουργία.

Το Σώμα δρομολόγιο του προηγούμενου βιβλίου, το σώμα όχημα και διαδρομή, με το οποίο η Ιωαννίδου έδειχνε ότι αντιλαμβάνεται τον κόσμο, γίνεται εδώ σώμα που σπαράσσεται και αιμορραγεί, γίνεται σώμα που φοβάται τον καθρέφτη μην το τραβήξει μέσα του, γίνεται ρόδο που πρέπει να κοπεί εκεί που πρέπει, για να φιλέψει χρώμα και αρώματα, να συνεχίσει να ανθοφορεί.

Κατά τη γνώμη μου, Τα ρόδα κόβονται στα 2/3 είναι ένα βιβλίο βαθιά εξομολογητικό, μιας γυναίκας που ακολούθησε όλη τη συμβατικά προδιαγεγραμμένη πορεία του φύλου της, και που τώρα, μεταξύ αισθημάτων και αισθήσεων, ερωτικών ιεροτελεστιών και της «βεβήλωσής» τους, συμβόλων και μεταφορών, ζητά πλέον χρησμούς για τα μελλούμενα, έναν τυφλό για να την οδηγήσει. Και πόσο προσιδιάζουν τούτοι οι στίχοι, πόσο κουμπώνουν στον Τειρεσία του Έλιοτ, από την Έρημη Χώρα, τον γέροντα με τα γυναικεία στήθη, που δονείται ανάμεσα σε δύο ζωές, που αν και τυφλός μπορεί να δει τον χρόνο που αγωνίζεται να επιστρέψει.

Εν κατακλείδι: Η Ειρήνη Ιωαννίδου γράφει ένα βιβλίο άλλοτε ξόρκι και άλλοτε λυγμό, άλλοτε ανάγκη, «μίλα μου για φεγγάρια, πες κι άλλα ψέματα», κι άλλοτε παραδοχή, «με μάτια άδεια σε θωρώ, φεγγάρι, μάγια πόσα μου ’λυσες, κι ούτε μια κόψη πάνω σου δεν έχω να πιαστώ». Και γράφει ένα βιβλίο, για να μας πει ότι εντέλει «στο ποίημα παρηγοριά ποτέ δεν βρίσκω», ότι εντέλει «από τη μνήμη ολοφύρομαι που επί πίνακι ζητάει την οφειλή».

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Diana Watson. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη