frear

Για τη συλλογή «Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα» της Marija Dejanović – γράφει ο Αντώνης Μπαλασόπουλος

Μπορεί να σώσει η ομορφιά τον κόσμο;
Ή, για το Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα της Marija Dejanović

«Μην κοκκινίζεις, πρίγκηπα. Με κάνεις να σε λυπάμαι. Ποια ομορφιά σώζει τον κόσμο;»
Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, Ο ηλίθιος.

Το ερώτημα του τίτλου μου παραπέμπει συνειρμικά σ’ ένα παρεμφερές ερώτημα, στο οποίο η συλλογή της Marija Dejanović (μετάφραση: Irena Gavranović, Θράκα, Λάρισα 2023) δίνει μια ηχηρά αρνητική απάντηση: «η αγάπη δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο/η αγάπη δεν μπορεί να σώσει ούτε εκείνους που αγαπάνε» («Αναμονή», σελ. 53). Το ότι η απάντηση αυτή έρχεται σ’ ένα βιβλίο ποίησης, ένα βιβλίο που εκπέμπει αγάπη για τον περιβάλλοντα κόσμο και αισθητική ομορφιά, είναι βέβαια μια αντίφαση. Η αντίφαση χρησιμεύει στο να κρατήσει την ερώτηση ως ερώτηση –πέρα από κάθε απάντηση. Γιατί στο κάτω-κάτω, η ερώτηση περιέχει μιαν άλλη ερώτηση: τι σημαίνει, τι μπορεί να σημαίνει, «σώζω»; Γλιτώνω από κακά; Αποδίδω δικαιοσύνη; Αποκαθιστώ; Λυτρώνω; Εκπληρώνω; Και, συνάμα, τι σημαίνει «ομορφιά» χωρίς ασχήμια; Τι σημαίνει αγάπη χωρίς έλλειψη, επιθυμία και λαχτάρα;

Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα είναι λοιπόν ένα βιβλίο ποίησης που σέβεται την δύναμη των ερωτήσεων και τις διαφυλάσσει ως ερωτήσεις. Τις διαφυλάσσει γιατί δεν ασκεί πάνω τους τη βία μιας προσπάθειας επίλυσης. Είναι επίσης ένα βιβλίο που σέβεται την ομορφιά, πράγμα που δε σημαίνει ότι είναι εξιδανικευτικό ή γλυκερό με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, σέβεται τη δυσκολία και την ευαλωτότητα της ομορφιάς. Για παράδειγμα, μας προσφέρει ένα ερωτικό ποίημα που είναι πραγματικά ερωτικό ποίημα γιατί σπάει κάθε καλούπι προσδοκιών στην επιλογή μεταφορών του και στη δομή του επιχειρήματος που προσφέρει υπέρ του έρωτα: «Κάτι σαν θα ήθελα η ραχοκοκαλιά μου να ενωθεί/με τη γραμμή που χωρίζει τη θάλασσα και τη στεριά/κι έτσι το δέρμα μου να γίνει η ακρογιαλιά//Και αντί για τον ήλιο, επάνω μου να βαδίζεις εσύ//Ή ίσως το ονειρευόμουν αυτό, ενώ εσύ ήσουν ξύπνιος/ και με κοίταζες να χαμογελάω στον ύπνο μου//Πήρα το ψαλίδι και το έβαλα στο χέρι σου […] Μια μπούκλα στην κόψη του ψαλιδιού/ η γλώσσα μου ανάμεσα στα χείλη σου//Μπούκλα χρυσών μαλλιών έπεσε στο πάτωμα//Καθώς ξαπλώνω στην πλάτη σου/ έχω το βάρος του ήλιου («Μπούκλα», σελ. 36). Ο ερωτισμός εδώ βιώνεται στο επίπεδο της ίδιας της γλώσσας ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για μεταφρασμένη ποίηση –στα υγρά «λ» της «μπούκλας», των «μαλλιών» του «ψαλιδιού», της «γλώσσας». Και λαμβάνει χώρα στην αντιμετάθεση του «εγώ» και του «εσύ» που υλοποιεί την ερωτική ένωση («αντί για τον ήλιο επάνω μου να βαδίζεις εσύ […] Καθώς ξαπλώνω στην πλάτη σου/έχω το βάρος του ήλιου»).

Η Dejanović χρησιμοποιεί τέτοιου είδους αντιμεταθέσεις –συντακτικά ανάλογα της αγάπης ως δύναμης συσχετισμού, μετατροπής του εαυτού σε άλλο και του άλλου σε εαυτό– και σε άλλα, μη ερωτικά συμφραζόμενα, και το κάνει με οδυνηρή αποτελεσματικότητα. Στη «Μελιτζάνα», για παράδειγμα, και αναφερόμενη στη γιαγιά της αφηγηματικής της περσόνας, ως τρυφερή ανάπλαση της άνοιας: «Η γιαγιά εξακολουθεί να θυμάται τέλεια το πρόσωπο της μητέρας μου//Δεν άλλαξες καθόλου κόρη μου/λέει, απλώνει το χέρι/και μου χαϊδεύει το μάγουλο.» Και ξανά, ως μέσο στοχασμού για τη διαίρεση του εαυτού στο έξοχο «Για εμένα, που αποφάσισα να μείνω εκεί», ένα από τα κεντρικά ποιήματα πραγμάτευσης της εμπειρίας της μετανάστευσης: «Δεν ξέρω πώς/ή πότε/αλλά μια μέρα//θα χτυπήσω την πόρτα της/ή εκείνη τη δική μου//Εσύ θα ανοίξεις//Θα με ρωτήσεις πού ήμουν» (σελ. 25).

Χτισμένο σχεδόν αποκλειστικά στην πρωτοπρόσωπη και βιογραφικά ριζωμένη φωνή, το Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα είναι, ανάμεσα σε άλλα, ποίηση που μας υπενθυμίζει τη δύναμη της αφηγηματικής ικανότητας. Η Dejanović ξεχωρίζει, ανάμεσα σε άλλα, από την έξοχη αφηγηματικότητά της, που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα πλήρως προσπελάσιμη στον αναγνώστη και καθόλου τετριμμένη ή προβλέψιμη. Η γραφή της σε ένα ποίημα όπως το μακροσκελές κι επίσης επικεντρωμένο στη μετανάστευση και την εμπειρία του ξένου «Το διαβατήριο» δίνει μαθήματα. Για να αφηγηθείς πρέπει να έχεις κάτι να πεις, και το να έχεις κάτι να πεις μεταφράζεται σε μια αιχμηρότητα που αφήνει σημάδια ήδη απ’ την πρώτη ανάγνωση: «Οι πρώτες μου λέξεις χαροποίησαν περισσότερο εμένα /Τον πατέρα τον στενοχώρησαν διότι δεν τις άκουσε /Τη μητέρα την θύμωσαν διότι ήταν σημάδι/της απουσίας του//Δούλευε σε άλλη πόλη για να βάζει φαγητό στο τραπέζι /Γι’ αυτό δεν έτρωγε ποτέ μαζί μας/Γι’ αυτό τρώγαμε σιωπηλά όταν τρώγαμε/Γι’ αυτό έτρωγε τη σιωπή μας όταν γύριζε/Η μητέρα τον βλέπει στην πόρτα και λέει/καλύτερα θα ήταν αν δεν γύριζες /Εκείνο που ήθελε να πει ήταν/καλύτερα θα ήταν αν δεν έφευγες» (σελ. 10). Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς πιο επώδυνα ακριβή απόδοση της ψυχικής αλλά και γλωσσικής στρέβλωσης και βίας που φέρνει η φτώχεια ως υλική συνθήκη. Ο ποιητικός λόγος εδώ αφηγείται και αποκαθιστά συνάμα μια αλήθεια που διαφεύγει πρώτα από όλα από όσους αφορά άμεσα: τους ίδιους τους ανθρώπους του μόχθου. Αποπνέει όχι μονάχα πόνο αλλά ταυτόχρονα βαθιά κατανόηση, ανθρωπιά και συμπόνοια για τους οικείους. Και έχει την ίδια σπαρακτικότητα, την ίδια κατεδαφιστική δύναμη με την οποία η Dejanović συνοψίζει την ταξική ειρωνεία της θέσης του μετανάστη: «Πρώτα φτάσαμε στο κατώφλι της Γερμανίας δεν μας άφησαν να μπούμε/Μάταια ο παππούς μου έλεγε εγώ έχτισα αυτά τα σπίτια» («Το διαβατήριο», σελ. 10).

Η πρώτη λοιπόν θεμελιακή αρετή της Dejanović είναι ότι ξέρει να αφηγείται. Δεν επιτρέπει στην εντυπωσιοθηρία να καταστρέψει την πραγματική πηγή της συγκίνησης. Ξέρει, ας το πούμε αλλιώς, να «μιλάει απλά», γνωρίζει τη δυσκολία αυτής της χάρης. Η δεύτερη είναι ότι την ίδια στιγμή ξέρει επίσης να μιλά με αβίαστο λυρισμό, απαστράπτουσα εικονογραφία, κρυστάλλινες και σφιχτοδεμένες μεταφορές. Να δημιουργεί πλαστικά μια ομορφιά πρωτογενή, οργανική και αβίαστη, ακόμα κι όταν αυτή εμπεριέχει τη λύπη: «Τα πέλματά της, σαν δυο ψάρια/πάντα στη σκιά και κάτω από την επιφάνεια/αόρατα προσεκτικά σκιαγραφούν/την κυκλοφορία του αίματος του κόσμου/Η ζάχαρη μαζεύεται στις φλέβες των ποδιών της/και όλα τα παπούτσια τη χτυπάνε» («Κολοκυθόπιτα», σελ. 20)· «Οι φίλοι μου είναι ψηλά κτίρια/που με τα χέρια κρατάνε τα θεμέλιά τους//Οι φίλοι μου είναι αεροπλάνα/με τσιμεντένια πόδια» («Τσιμεντένια», σελ. 30)· «Κάθε χρόνο γίνομαι όλο και λιγότερο άνθρωπος/όλο και περισσότερο βελανιδιά» («Τα βλέφαρα των πρεσβύωπων», σελ. 39)· «Έτσι είναι τα αγόρια γεμάτα νιάτα και ύπνο/και τα ψάρια γεμάτα φως και άλματα//Τα αγόρια είναι τόσο γεμάτα με ψάρια» (ό.π., σελ. 40)· «Το ψάρι πρέπει να ψηθεί γρήγορα/αλλιώς θα ξεχάσει ότι είναι ψάρι» («Το ψάρι», σελ. 42).

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για το τι δίνει σε αράδες όπως οι παραπάνω μια υπερβατική ομορφιά που μας βεβαιώνει πως ναι, βρισκόμαστε εδώ στον χώρο της ποίησης, έναν χώρο που ανήκει και προσιδιάζει στην ποίηση και μόνο σ’ αυτή. Είναι δύσκολο να το κάνει χωρίς στόμφο και χωρίς φλυαρία, με τρόπο που να αποδίδει μια ελάχιστη δικαιοσύνη σ’ αυτό που συμβαίνει στις λέξεις και στον νου, καθώς τις επεξεργάζεται. Ίσως το πλησιέστερο που μπορώ να σκεφτώ θα αντλούσε από τη γλώσσα τον ονείρων, μια γλώσσα όπου το συμβατικά παράλογο εμφανίζεται για ένα διάστημα ως απόλυτα λογικό, εύλογο, και κάτι πολύ παραπάνω: δεσμευτικό. Πρόκειται για μια χρήση της γλώσσας που κάνει αυτό που κάνει πάντα η πραγματική ποίηση: αλλάζει τη γλώσσα, αλλάζει τον ορίζοντά της, την ωθεί σε μια αλλότητα όπου βρίσκει τον πραγματικό εαυτό της. Το ρίσκο είναι μεγάλο: πολλοί το προσπαθούν, καταλήγουν όμως να περάσουν πάνω από τη γλώσσα, να αστοχήσουν, να γλιστρήσουν στην επιφάνειά της και να χαθούν. Η Dejanović, από την άλλη, εκπληρώνει την ποιητική αποστολή με χαρακτηριστική ευκολία, ξανά και ξανά: μπορεί να μιλήσει απλά σαν ένας άνθρωπος που έχει ζήσει πολύ και έχει δει υπερβολικά πολλά (περιλαμβανομένου του πολέμου, του ξεριζωμού και της φτώχειας για να έχει τη διάθεση της φλυαρίας), μπορεί να μιλήσει απρόσμενα και κοφτερά σαν μια λεπίδα πάνω στο δέρμα.

Ποίηση αξιώσεων από τον αναγνώστη και ποίηση που καλλιεργεί απαιτήσεις: Είναι αυτά αρκετά για να «σώσεις τον κόσμο»; Πιθανότατα όχι, αλλά η προσεκτική ανάγνωση της συλλογής είναι αρκετά πιθανό να σώσει αρκετές σελίδες χαρτί από άσκοπη ποίηση.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Anna Molnár. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη