frear

Δωσίλογοι δημοσιογράφοι της Θεσσαλονίκης: Π. Ωρολογάς – γράφει ο Θοδωρής Μπόνης

Δωσίλογοι δημοσιογράφοι της Θεσσαλονίκης:
Η περίπτωση του Πέτρου Ωρολογά (1892-1958)

Ο Πέτρος Ωρολογάς γεννήθηκε το 1892 στην Κορυτσά, η οποία τελούσε τότε υπό καθεστώς οθωμανικής κυριαρχίας. Τελειώνοντας το δημοτικό, πήγε στη Θεσσαλονίκη όπου και σπούδασε στη σχολή του Στέφανου Νούκα. Υπήρξε μαθητής του Ιωάννη Αντωνιάδη, καθηγητή Φιλολογίας σε Εμπορικά Λύκεια της Θεσσαλονίκης και συνεργάτη των εφημερίδων Νέα Αλήθεια και Μακεδονία [1]. Εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για τη δημοσιογραφία από την ηλικία των δεκαοκτώ ετών και έκτοτε ξεκίνησε να συνεργάζεται με μία σειρά τοπικών εφημερίδων όπως Εμπρός, Το φως, Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος, Μακεδονία, Νέα Αλήθεια, Αγγελιοφόρος κ.ά. [2] Το 1927 μάλιστα, έγινε ο πρώτος διευθυντής του Αγγελιοφόρου, ο οποίος εκδόθηκε για να προβάλλει τις θέσεις του Κόμματος των Ελευθεροφρόνων του Μεταξά [3]. Αδερφός του ήταν ο επίσης δημοσιογράφος Αλέξανδρος Ωρολογάς, με τον οποίο συμπορεύτηκε επαγγελματικά για αρκετά χρόνια. Τα αδέρφια Ωρολογά διακρίνονταν για τον συντηρητισμό τους και την αντιβενιζελική τους σκέψη, ιδέες που υπερασπίστηκαν ενθέρμως μέχρι και την περίοδο της Κατοχής· αρχικά μέσω της εφημερίδας Απογευματινή και μεταγενέστερα από τις στήλες της Νέας Ευρώπης.

Το 1934, κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του Πέτρου Ωρολογά με τίτλο Σημειώματα. Επρόκειτο για χρονογραφήματα που φιλοξενήθηκαν σε διάφορες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και που ο ίδιος αποφάσισε να εκδώσει –κατόπιν προτροπής φίλων του όπως αναφέρει στο προλογικό του σημείωμα– με το ψευδώνυμο Πέτρος Φωτεινός. Τα εν λόγω κείμενα αποτυπώνουν κυρίως αναμνήσεις του συγγραφέα από τη ζωή της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης με νοσταλγικό τόνο, προσωπικό ύφος και λογοτεχνική διάθεση. Ανάμεσα στα χρονογραφήματα που εστιάζουν στην ερωτική ηδονή, τη διασκέδαση, τη φιλία και τη μοναξιά, ξεχωρίζει ένα που φέρει τον τίτλο Οι πολιτικοί. Δίχως να τους κατονομάσει, ο συγγραφέας κατηγορεί τους επιφανείς πολιτικούς για τον υπολογιστικό τρόπο σκέψης τους και για τον παραγκωνισμό του ανθρώπινου παράγοντα:

Ο πολιτικός της πρώτης γραμμής είναι ένα πρόσωπο ανιαρό που κατέχεται από ιδέες έμμονες. Δεν ξεχνιέται ποτέ, δεν ζη ανθρωπινά, δεν ξέρει να χαίρεται τη ζωή του, καθώς του παρουσιάζεται με τις χίλιες φάσεις, δεν κάνει γνωριμίαν με τα ποικίλα πάθη τα περιοδικά, δεν έχει έντασι και κόρο. [4]

Από την άλλη πλευρά, στο κείμενό του με τίτλο «Με αποστολή», ο Ωρολογάς καταφέρεται εναντίον όποιου ασπάζεται την κομμουνιστική ιδεολογία, με το επιχείρημα ότι το ενδιαφέρον των κομουνιστών για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους είναι επιφανειακό· δεν προσωποποιείται και παραμένει αφηρημένο στη σφαίρα της θεωρίας και της διαλεκτικής υπέρ μόνο της εργατικής τάξης:

Όσον αφορά αυτήν την έννοια: το «προλεταριάτο», έχει ολότελα ρομαντική αντίληψι. Δεν αγαπά το φτωχό, το άτομο, τον γνωστό του, τον διπλανό του, τον γείτονα, εκείνους που γνωρίζει μ’ όλες τους τις αδυναμίες, τις κακίες και τα βάσανα. Η συμπάθειά του για τους πάσχοντας δεν ξεκινάει από την πραγματικότητα. Είναι θεωρητική. […] Συγκινείται μονάχα με την ιδέα, ότι υποφέρει το προλεταριάτο στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Κίνα!… [5]

Τέσσερα χρόνια μετά, εκδόθηκε το δοκίμιό του για τον Ίωνα Δραγούμη. Ακολουθώντας τη σκέψη του από τα γεγονότα που σημάδεψαν τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και τους Βαλκανικούς Πολέμους, εκθειάζει την αντιδημοκρατική στάση του Δραγούμη, τη φυλετικά προσδιορισμένη κοσμοθεωρία του και τη θέση του υπέρ ενός προσωποπαγούς καθεστώτος, καθώς, όπως επισημαίνει, ο αρχηγός ενός κράτους συμβολίζει τον λαό στην τέλεια εκδοχή του [6]. Καθοριστική θεωρείται από τον Ωρολογά η συμβολή του Δραγούμη στην καλλιέργεια φυλετικής συνείδησης και η σύνθεση εθνικισμού και σοσιαλισμού σε ένα ενιαίο ιδεολογικό αφήγημα:

Πρώτος μελέτησε το φυλετικό ζήτημα κι’ υπήρξεν ο πρώτος Έλλην «ρασιστής», όσον οι περιστάσεις κι’ οι ανάγκες επέτρεπαν να είναι. Πρώτος εργάσθηκε σα στοιχείο «αταξικό» στην Ελλάδα και φάνηκε έτσι ο πρώτος Έλλην «εθνικοσοσιαλιστής». Κι’ αν ο θάνατος δεν ερχόταν να σταματήσει τη δράση του στην εποχή της ωριμότητας, πιεζόμενος πλέον από την ανάγκη των πραγμάτων, αφού το δικό του ιδανικό θα είχε πεθάνει με την καταστροφή, οδηγούμενος από τη νοοτροπία του, θα είχε κηρυχθή πιθανώτατα, εναντίον των κομμάτων και του κομμουνισμού και θα είχε πάρει τα άλλα δυο: ιδανικά τη Βαλκανική Συνεννόηση [sic] και τ’ ολοκληρωτικό κράτος. [7]

Κατά τον Ωρολογά, ο Δραγούμης επιζητά τον σοσιαλισμό με εθνικό πρόσωπο και εδώ η ανάγκη για εγκαθίδρυση δικτατορίας εναρμονίζεται με την κατάργηση της ταξικής πάλης, την εθνική αφύπνιση και τη διατήρηση της φυλετικής ταυτότητας. Καταργώντας τον πολυκομματισμό και επιβάλλοντας διά της βίας νομοθετήματα –στα οποία οφείλουν να πειθαρχούν όλες οι κοινωνικές τάξεις– επιτυγχάνεται η κοινωνική συνοχή. Μέλημα μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι η υπακοή όλων των πολιτών στις επιταγές του κράτους, χωρίς, ωστόσο, αυτή η αναγωγή του ατομικού συμφέροντος στο εθνικό να καταργεί την ίδια την ατομικότητα:

Αν ποτέ ο σοσιαλισμός «καταντήση» γενικός, πάλι πολιτικοί σαν τον Δραγούμη θα βρεθούν επί κεφαλής, για να κυβερνήσουν δεσποτικά το Κράτος και να συστηματοποιήσουν τον σοσιαλισμό, να τον συμμορφώσουν, να τον επιβάλουν με τη βία σ’ αυτούς που αντιστέκονται. Τον καταθέλγει η δεσποτική διακυβέρνηση. Αλλ’ επειδή ζητεί παράλληλα και την ανάπτυξη του ατόμου, θα «συστηματοποιήση» το σοσιαλισμό με τρόπο τέτοιο, που να μην επιτυγχάνεται η αποκτηνωτική ισοπέδωση. Έτσι, στην πιο εμβρυώδη, θολό κι’ ακαθόριστο, πιάνεται στα κύρια γνωρίσματα το όνειρο του εθνικοσοσιαλισμού. [8]

Η δυσαρέσκεια του Ωρολογά για την εφαρμογή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στα σύγχρονα αστικά κράτη έχει άμεσο αντίκτυπο στον χώρο των τεχνών και των γραμμάτων. Στο βιβλίο του με τίτλο Οι συγγραφείς και η εποχή τους, ο δυτικός τρόπος ζωής στα φιλελεύθερα κράτη προκαλεί την τάση για μίμηση ξενικών προτύπων από πλευράς Ελλήνων καλλιτεχνών. Στο πεδίο της λογοτεχνίας, η αποξένωση του δημιουργού από τις παραδόσεις του, τη ζωή στο χωριό και η αποσύνδεσή του από τη φύση αποτελούν εκδηλώσεις αποκήρυξης της εθνικής κληρονομιάς. Κατά τον Ωρολογά, ένα έργο θεωρείται γνήσιο όταν ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά της ελληνικής φυλής που παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου. Για τον λόγο αυτόν, καθήκοντα ενός λογοτέχνη είναι να προάγει το καλό του συνόλου σε σχέση με το ατομικό συμφέρον, να λειτουργεί ως καθοδηγητής για τη σταδιακή ενσωμάτωση του ατόμου στο κοινωνικό όλον και να προσδίδει μεταφυσικές διαστάσεις στις έννοιες της φυλής και του έθνους [9].

Κάθε λογοτεχνικό εγχείρημα, αφετέρου, οφείλει να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες απαιτήσεις που διαμορφώνουν το κλίμα της εποχής του:

Απάνω στα γενικά τούτα δεδομένα, ο έλληνας λογοτέχνης θα εργασθή δίχως ν’ απομακρυνθή από τις ειδικές ελληνικές συνθήκες, το πνεύμα, τον χαρακτήρα και τις ιδιότητες της Φυλής. Διότι, η λογοτεχνική εργασία, δεν είναι πράξη αυθαίρετη. Ο λογοτέχνης μπορεί να εκδηλωθεί θετικά ή αρνητικά, αλλά πρέπει να ζη ολόκληρο το δράμα του περιβάλλοντος και της εποχής του. [10]

Στο τελευταίο χρονολογικά βιβλίο του με τίτλο Ένα κίνημα μεταξύ δύο πολέμων, ο Ωρολογάς εστιάζει την προσοχή του στον υπερρεαλισμό, ο οποίος παρουσιάζεται ως ένα λογοτεχνικό ρεύμα που αντανακλά την παροδικότητα των πραγμάτων, αντιμάχεται τη λογική και χαρακτηρίζεται από ανεδαφικότητα. Οι εκπρόσωποι του ρεύματος αυτού τονίζεται ότι διασπούν τη νοηματική αλληλουχία του κειμένου και υπονομεύουν την οργανική του εξέλιξη. Παρά το γεγονός ότι αμφισβητεί τον αστικό πολιτισμό, ο υπερρεαλισμός δέχεται στους κόλπους του και ενσωματώνει τόσο τη θεωρία του Φρόιντ όσο και τον επαναστατικό κομμουνισμό. Αποκλείει την αναγκαιότητα που συνέχει την κοινωνία και τις σχέσεις μεταξύ των μελών της, αποτελώντας έτσι εκδήλωση της ψυχικής κατάστασης του συγγραφέα μέσα από ένα σύνολο διάσπαρτων και ακατανόητων μεταξύ τους σκέψεων. Αυτή η λογοτεχνική έκφραση που υπαγορεύει το ονειρικό και παραδίδεται στην κυριαρχία του υποσυνείδητου αποτυγχάνει, κατά τον Ωρολογά, ακριβώς επειδή απομονώνει το άτομο, αποφεύγοντας την ηθική σφαίρα και τις βαθύτερες αξίες του έθνους [11]:

Ο υπερρεαλισμός αγνόησεν ότι το λογικό, είναι μια μορφή, μια λεπτομέρεια των ψυχικών μας δυνάμεων. Ξεκινώντας από την αρχή αυτή, κατατείνει στην απομάκρυνση του ανθρώπου, από τις συνήθειες της κοινωνικότητας. Αγνόησεν ότι ο εσωτερικός μυστικός βίος, ο βίος της φαντασίας, είναι απλός αντικατοπτρισμός του εξωτερικού βίου, διαφοροποιούμενος από την ιδιοσυγκρασία ενός εκάστου. [12]

Ο Ωρολογάς υπήρξε επί πολλά έτη ένας εκ των κυριότερων αρθρογράφων της Απογευματινής, η οποία ξεκίνησε την κυκλοφορία της το 1933 με διευθυντές τους Αλέξανδρο Ωρολογά και Δημήτρη Τσούρκα. Ιδεολογική γραμμή της εφημερίδας ήταν η υπεράσπιση των θέσεων του Λαϊκού Κόμματος και αργότερα του μεταξικού καθεστώτος. Ως εκ τούτου, βρήκε θετική ανταπόκριση η απόφαση του Μεταξά να απορρίψει το τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας και να οδηγήσει την Ελλάδα σε πόλεμο. Εναρμονισμένος με τις βασικές πολιτικές θέσεις της Απογευματινής, ο Ωρολογάς εξέφραζε συχνά την αισιοδοξία του για τη θετική έκβαση του ελληνο-ιταλικού πολέμου δίχως να παραλείπει τα ειρωνικά και υποτιμητικά σχόλια εις βάρος τόσο του Μουσολίνι όσο και των ιταλικών στρατευμάτων:

Σε λίγο, όλες αυτές οι τρισένδοξες μεραρχίες που κρατιούνται απάνω στα φτερά της ρεκλάμας, δεν θα ξέρουν πώς να φύγουν από τα μικρά λιμάνια της Αλβανίας, και θα κάνουμε καλλίτερα τη γνωριμία τους. [13]

Παρά τις ενέργειες του Μουσολίνι να ενισχύσει το μέτωπο εναντίον της Ελλάδας με τους καλύτερους στρατιώτες του, ο Ωρολογάς εκτιμά με αίσθηση σιγουριάς ότι η Ιταλία θα υποστεί συντριπτική ήττα:

Ο Ντούτσε έστειλε τις καλλίτερες μεραρχίες του, τους πιο γενναίους και αφοσιωμένους στρατιώτας. Η Ιταλία είχεν ανάγκη από μία νίκη. Θα γνωρίση τον πλέον εξευτελιστικόν όλεθρο, που γνώρισε ποτέ η Ιστορία. [14]

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το τελευταίο σωζόμενο κείμενο του Ωρολογά στην Απογευματινή καταγράφεται στις 3 Απριλίου 1941, μόλις τρεις ημέρες πριν τη γερμανική εισβολή επί ελληνικού εδάφους. Με τη νικηφόρα προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στην ελληνική επικράτεια και τη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου, η Απογευματινή μετατράπηκε σε προπαγανδιστικό όργανο των κατακτητών. Εκείνη την περίοδο, ενώ όλες οι υπόλοιπες εφημερίδες της πόλης έκλειναν η μία μετά την άλλη, ξεκινούσε την κυκλοφορία της η Νέα Ευρώπη. Τη νεοϊδρυθείσα εφημερίδα στελέχωσαν επιφανείς δημοσιογράφοι όπως οι Άριστος Χασηρδζόγλου, Νίκος Λ. Φαρδής, Μιχαήλ Π. Παπαστρατηγάκης και Πέτρος Ωρολογάς. Από τον Νοέμβριο του 1941 έως τον Φεβρουάριο του 1943, ο τελευταίος διατηρούσε μόνιμη στήλη στα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας με τίτλο Σημειώματα. Επρόκειτο για χρονογραφήματα που πολύ συχνά εστίαζαν στις επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης. Σε ένα εξ αυτών, δεν δίστασε να δημοσιεύσει μια ψευδή είδηση επικαλούμενος μια ανώνυμη πηγή αναφορικά με τη δήθεν βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στην Αθήνα τον χειμώνα του 1941:

Κάτι ευχάριστες ειδήσεις μας έρχονται από την Αθήνα. Άρχισε, λέει, να βελτιώνεται πολύ η εκεί κατάστασις από την άποψιν του επισιτισμού. Μία υπόνοια σχετικής ανέσεως διαφαίνεται στον ορίζοντα. [15]

Διασκεδάζοντας της εντυπώσεις από την καταστροφική οικονομική διαχείριση των γερμανικών αρχών, τον πληθωρισμό και το υψηλό ποσοστό ανέχειας, επιχειρούσε να προσδώσει θετικό πρόσημο στη νέα κατάσταση πραγμάτων που είχε παγιωθεί στην Ελλάδα. Ο λαϊκός κόσμος της χώρας έτεινε να αναθεωρήσει τις παλιές του αντιλήψεις περί πλούτου και να υιοθετήσει ένα νέο πρότυπο ζωής που θα βασιζόταν πλέον στην ολιγάρκεια. Από την άλλη πλευρά, με αφορμή την απόφαση του Ρούζβελτ για την είσοδό τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Η.Π.Α. βρέθηκαν στο στόχαστρο του Ωρολογά, καθώς η ιστορία τους, όπως επισημαίνει παρακάτω, δεν χαρακτηριζόταν από ένδοξες πολεμικές νίκες αλλά από κερδοσκοπία:

Εμείς ζήσαμε με δόξες, με έπη, με θριάμβους και με εμβατήρια κι’ αυτοί έζησαν με λίρες και με δολλάρια. […] Με το νέο μπλέξιμο, φτάνουμε σε μια ισότητα. Εκείνοι που χτυπούσαν τα παλαμάκια, θα τα χρησιμοποιήσουν πλέον για άλλους σκοπούς. [16]

Από ένθερμος υποστηρικτής της ελληνικής αντίστασης κατά την περίοδο 1940-1941, ο Ωρολογάς μετατράπηκε σε φερέφωνο της ναζιστικής ιδεολογίας, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία της Ελλάδας με τη Γερμανία υπόκειται σε λόγους γεωγραφικούς, ιστορικούς, οικονομικούς και φυλετικούς. Βασική του πεποίθηση ήταν ότι η Γερμανία ήταν η μοναδική χώρα κατά τον Μεσοπόλεμο που ενθάρρυνε τις ελληνικές εξαγωγές και η Ελλάδα αναμενόταν να έχει ισχυρή εμπορική παρουσία στη νέα Ευρώπη του Χίτλερ. Εκτός αυτού, η άρια καταγωγή των Ελλήνων αποτελούσε για τον ίδιο σαφές τεκμήριο φυλετικής συγγένειας με τη Γερμανία παρά με σλαβόφωνες χώρες:

Αλλ’ επειδή μία από τας ουσιώδεις βάσεις της πολιτικής ενός έθνους, είναι η κατατείνουσα εις την διασφάλισιν και την ενίσχυσιν της φυλής, η Ελλάς, διά την εξυπηρέτισιν του σκοπού τούτου, υποχρεούται να συνεργασθή με το μεγάλο εκείνο έθνος, του οποίου τα φυλετικά προβλήματα, εν μεγεθύνσει, ευρίσκονται εις την αυτήν γραμμήν. Να συνεργασθή με την Γερμανίαν. [17]

 

Σε αντίθεση με τη μακρόχρονη πολιτική εκμετάλλευσης της πλουτοκρατικής Αγγλίας, ο ναζιστικός στρατός αποτελούσε για τον Ωρολογά τον κατ’ εξοχήν παράγοντα προστασίας της άριας φυλής από την απειλή του μπολσεβικισμού, ενώ παράλληλα συμβόλιζε την αφύπνιση της «ευρωπαϊκής συνείδησης» και του «ευρωπαϊκού πατριωτισμού» [18]. Παρ’ όλα αυτά, η αποτυχία της ναζιστικής εκστρατείας στο ανατολικό μέτωπο και η αμερικανική εμπλοκή στον πόλεμο που υπήρξε καταλυτική για την έκβασή του διέψευσαν τις προσδοκίες του Ωρολογά και ο ίδιος αποχώρησε από τη Νέα Ευρώπη τον Φεβρουάριο του 1943. Τον Οκτώβριο του 1944, η χώρα απελευθερώθηκε από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής και στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους κυκλοφόρησε το τελευταίο φύλλο της κοινής έκδοσης της Νέας Ευρώπης και της Απογευματινής. Στις 23 Οκτωβρίου 1945, ξεκίνησε η περίφημη δίκη των δοσίλογων δημοσιογράφων, με τους Πέτρο και Αλέξανδρο Ωρολογά να βρίσκονται μεταξύ των κατηγορούμενων – ο πρώτος είχε ήδη διαγραφεί από την Ένωση Συντακτών. Στην κατάθεσή του, υποστήριξε ότι τα δημοσιευμένα κείμενά του στη Νέα Ευρώπη συντάχθηκαν με υπόδειξη είτε των Γερμανών είτε του τότε διευθυντή έκδοσης Δημήτριου Ηλιάδη [19]. Οκτώ ημέρες αργότερα, εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο Ωρολογάς καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκιση για προπαγάνδα υπέρ των ναζί, αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων από Έλληνες πολίτες με τη βοήθεια των κατοχικών δυνάμεων και αποκόμιση ιδίου οφέλους από τη συνεργασία με τον κατακτητή [20]. Μετά την αποφυλάκισή του, εργάστηκε στην εφημερίδα Φως, τα γραφεία και ο εξοπλισμός της οποίας είχαν παλαιότερα κατασχεθεί από τους Γερμανούς προκειμένου να στεγαστεί η Νέα Ευρώπη. Πέθανε το 1958 σε ηλικία 66 ετών χωρίς να αποκατασταθεί η φήμη του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ωρολογάς χαρακτηριζόταν από οξύνοια πνεύματος, σύνθετη κριτική σκέψη και συνέπεια ως προς τις πολιτικές του ιδέες – τουλάχιστον μέχρι το 1941. Ήταν πολέμιος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με ξεκάθαρες εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές θέσεις· Το αξιοσημείωτο δοκίμιό του για τον Δραγούμη, ο πλούτος των χρονογραφημάτων του, οι μελέτες φιλολογικού ενδιαφέροντος και τα πολιτικά του άρθρα τον κατατάσσουν ανάμεσα στις μείζονες μορφές της δημοσιογραφίας της Θεσσαλονίκης κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Παρά τη δραστήρια δημοσιογραφική του σταδιοδρομία επί τριάντα περίπου χρόνια, το συγγραφικό του έργο και τη συμβολή του στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου, η συστράτευσή του με τους ναζί τον στιγμάτισε στη συλλογική μνήμη ως δωσίλογο.

Σημειώσεις

1. Άριστος Χασηρδζόγλου, Το Χρονογράφημα εν Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη, 1925, σ. 11.

2. Μανώλης Κανδυλάκης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην Ιστορία του Τύπου, Γ’ τόμος 1923-1941, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2005, σ. 164.

3. Μανώλης Κανδυλάκης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης. Συμβολή στην Ιστορία του Τύπου, Γ’ τόμος 1923-1941, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2005, σ. 277.

4. Πέτρος Φωτεινός, «Οι πολιτικοί» στο Σημειώματα, Θεσσαλονίκη, 1934, σ. 87.

5. Πέτρος Φωτεινός, «Με αποστολή» στο Σημειώματα, Θεσσαλονίκη, 1934, σ. 132.

6. Πέτρος Ωρολογάς, Ίων Δραγούμης, Θεσσαλονίκη, 1938, σ. 19.

7. Πέτρος Ωρολογάς, Ίων Δραγούμης, Θεσσαλονίκη, 1938, σ. 75.

8. Πέτρος Ωρολογάς, Ίων Δραγούμης, Θεσσαλονίκη, 1938, σ. 76.

9. Πέτρος Ωρολογάς, Οι συγγραφείς και η εποχή τους, Θεσσαλονίκη, 1938, σ. 3-6.

10. Πέτρος Ωρολογάς, Οι συγγραφείς και η εποχή τους, Θεσσαλονίκη, 1938, σ. 7.

11. Πέτρος Ωρολογάς, Ένα κίνημα μεταξύ δύο πολέμων, Θεσσαλονίκη, 1940, σ. 15-26.

12. Πέτρος Ωρολογάς, Ένα κίνημα μεταξύ δύο πολέμων, Θεσσαλονίκη, 1940, σ. 26.

13. Ο βραδυνός, «Η “Τζούλια”», Απογευματινή, 2.12.1940, αριθμός φύλλου 2481, σ. 1.

14. Ο βραδυνός, «Από μια νίκη», Απογευματινή, 3.12.1940, αριθμός φύλλου 2482, σ. 1.

15. Πέτρος Φωτεινός, «Η σύγκρισις», Νέα Ευρώπη, 23.12.1941, αριθμός φύλλου 228, σ. 1. Βλ., επίσης, Δημήτρης Κόκορης, «Μια ναζιστική εφημερίδα στη Θεσσαλονίκη: Νέα Ευρώπη, 1941-1944», Θέσεις, τχ. 133, 2015, σ. 124.

16. Πέτρος Φωτεινός, «Ικανοποίησις», Νέα Ευρώπη, 9.12.1941, αριθμός φύλλου 216, σ. 1.

17. Π. Ω., «Λόγοι φυλετικοί», Νέα Ευρώπη, 30.7.1942, αριθμός φύλλου 410, σ. 1.

18. Π. Ω., «Οργανισμός ενιαίος», Νέα Ευρώπη, 2.8.1942, αριθμός φύλλου 413, σ. 1.

19. Μανώλης Κανδυλάκης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης. Από τον πόλεμο στη δικτατορία, Δ’ τόμος 1941-1967, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2008, σ. 94.

20. Μανώλης Κανδυλάκης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης. Από τον πόλεμο στη δικτατορία, Δ’ τόμος 1941-1967, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2008, σ. 60-62.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τρίτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: