frear

Πόλεμος και ειρήνη – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Είναι ανάγκη να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τη θέση, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές από τις κυβερνήσεις, σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα και κάθε έθνος βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. Είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια θέση χρησιμεύει για να νομιμοποιήσει την κατάσταση της εξαίρεσης με τους δραστικούς περιορισμούς της στην ελεύθερη κυκλοφορία και τις παράλογες εκφράσεις όπως «απαγόρευση της κυκλοφορίας», η οποία, διαφορετικά, δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Ο δεσμός που συνδέει τις δυνάμεις της κυβέρνησης και του πολέμου είναι, ωστόσο, πιο βαθύς και εγγενής. Είναι γεγονός ότι ο πόλεμος συνιστά κάτι χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν την ύπαρξή τους. Στο μυθιστόρημά του, ο Τολστόι αντιπαραβάλλει την ειρήνη –κατά την οποία οι άνθρωποι ακολουθούν τις επιθυμίες τους, τα συναισθήματά τους και τις σκέψεις τους περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερα–, που τη θεωρεί ως τη μόνη πραγματικότητα, με την αφηρημένη ατμόσφαιρα και το ψέμα του πολέμου, στο οποίο φαίνεται ότι όλα παρασύρονται βίαια από μια αδυσώπητη αναγκαιότητα. Και στην τοιχογραφία του στο δημόσιο παλάτι της Σιένα, ο Λορεντζέτι αναπαριστά μια πόλη εν ειρήνη, της οποίας οι κάτοικοι κινούνται ελεύθερα, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ασχολίες και τις απολαύσεις τους, ενώ στο προσκήνιο μερικά κορίτσια χορεύουν πιασμένα χέρι-χέρι. Αν και η τοιχογραφία έχει παραδοσιακά τον τίτλο «η χρηστή διακυβέρνηση», μια τέτοια κατάσταση, υφασμένη από τα μικρά καθημερινά γεγονότα της κοινής ζωής και από τις επιθυμίες του καθενός, είναι, στην πραγματικότητα, για την εξουσία, ακυβέρνητη μακροπρόθεσμα. Αν και είναι δυνατό να υπόκειται σε όρια και ελέγχους κάθε είδους, τείνει από τη φύση της να διαφεύγει τους υπολογισμούς, τα σχέδια και τους κανόνες –ή, τουλάχιστον, αυτός είναι ο μυστικός φόβος της εξουσίας. Το ίδιο εκφράζει με άλλα λόγια και ο ισχυρισμός ότι η ιστορία, χωρίς την οποία η εξουσία είναι τελικά αδιανόητη, είναι αυστηρά αλληλέγγυα με τον πόλεμο, ενώ η ζωή εν ειρήνη είναι εξ ορισμού χωρίς ιστορία. Τιτλοφορώντας το μυθιστόρημά της Η Ιστορία, στο οποίο όσα διαδραματίζονται στην προσωπική ζωή μερικών απλών πλασμάτων έρχονται σε αντίθεση με τους πολέμους και τα καταστροφικά γεγονότα που σηματοδοτούν τα δημόσια γεγονότα του εικοστού αιώνα, η Έλσα Μοράντε είχε κατά νου κάτι τέτοιο.

Γι’ αυτό οι δυνάμεις που θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο πρέπει αργά ή γρήγορα να καταφύγουν σε έναν πόλεμο, χωρίς να έχει σημασία αν αυτός είναι πραγματικός ή προσεκτικά προσομοιωμένος. Και αφού, στην κατάσταση της ειρήνης, η ζωή των ανθρώπων τείνει να ξεπερνά κάθε ιστορική διάσταση, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις σήμερα δεν κουράζονται να θυμούνται ότι ο πόλεμος κατά του ιού σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ιστορικής εποχής, κατά την οποία τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Και πολλοί μεταξύ εκείνων που κλείνουν δένοντας τα μάτια τους για να μη βλέπουν την κατάσταση της μη ελευθερίας στην οποία έχουν περιπέσει, το αποδέχονται αυτό, ακριβώς επειδή είναι πεπεισμένοι, όχι χωρίς ένδειξη περηφάνειας, ότι εισέρχονται –μετά από σχεδόν εβδομήντα χρόνια ειρηνικής ζωής, δηλαδή χωρίς ιστορία– σε μια νέα εποχή.

Ακόμα και αν, όπως είναι πολύ προφανές, διαγράφεται η προοπτική μιας εποχής δουλείας και θυσιών, στην οποία ό,τι καθιστά τη ζωή άξια να τη ζήσει κάποιος θα πρέπει να υποστεί θανατώσεις και περιορισμούς, αυτοί τίθενται υπό οποιονδήποτε ζυγό πρόθυμα, επειδή πιστεύουν σταθερά πως έχουν βρει με αυτόν τον τρόπο εκείνο το νόημα της ζωής τους, που είχαν χάσει , χωρίς να το αντιληφθούν, κατά την περίοδο της ειρήνης.

Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι ο πόλεμος κατά του ιού, που φαινόταν ένας ιδανικός μηχανισμός, τον οποίο οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να διαχειριστούν και να κατευθύνουν, σύμφωνα με τις ανάγκες τους, πολύ πιο εύκολα από έναν πραγματικό πόλεμο, καταλήγει, όπως κάθε πόλεμος, να ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Και, ίσως, τότε, εάν δεν είναι πολύ αργά, οι άνθρωποι, θα αναζητήσουν πάλι εκείνη την ακυβέρνητη ειρήνη, την οποία έχουν εγκαταλείψει τόσο αβασάνιστα.

23 Φεβρουαρίου 2021

[άρθρο του Giorgio Agamben στο Quodlibet]

Μία προφητεία του Lichtenberg

«Ο κόσμος μας θα γίνει τόσο πολιτισμένος που θα είναι τότε γελοίο να πιστεύει κανείς στον Θεό, όπως είναι γελοίο σήμερα να πιστεύουμε στα φαντάσματα. Ύστερα, μετά την παρέλευση ορισμένου χρόνου, ο κόσμος θα γίνει ακόμα πιο πολιτισμένος. Και θα συνεχίζει ακατάπαυστα με βιασύνη η διαδικασία που θα τον φέρει στην ύψιστη κορυφή του πολιτισμού. Όταν θα εγγίζει το αποκορύφωμα, η κρίση των ειδημόνων για άλλη μια φορά θα ανατραπεί και η γνώση θα φθάσει στην έσχατη μεταμόρφωσή της. Τότε –και αυτό θα είναι πράγματι το τέλος– θα πιστεύουμε μόνο στα φαντάσματα».

20 Ιανουαρίου 2021

[άρθρο του Giorgio Agamben στο Quodlibet]

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του δεύτερου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly