frear

Λογοτεχνία, πολιτική, αγάπη, τά τρία ταῦτα· μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη – γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις, συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2020.

Είναι ένα νέο είδος κειμένου, μεικτό αλλά νόμιμο, αυτές οι συζητήσεις μεταξύ δύο συνομιλητών, στις οποίες επιχειρείται να ανιχνευθεί τόσο ο βίος και το έργο όσο και τα κύρια θέματα που απασχολούν τη σκέψη του ενός εξ αυτών. Μεικτό είδος γιατί συνδυάζει (αυτο)βιογραφία και στοχασμό, αφηγηματικό και δοκιμιακό λόγο –και μάλιστα σε μορφή γραπτού διαλόγου, που σημαίνει, εκτός των άλλων, ποικιλία και, κάποτε, αντιπαράθεση απόψεων. Απώτερος επιφανής πρόγονος του είδους είναι, ενδεχομένως, οι Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Έκερμαν· απώτατος, και σε αυτή την περίπτωση, οι πλατωνικοί διάλογοι. Όπως και να ‘χει, πρόκειται για βιβλία που στο εξωτερικό ευδοκιμούν εδώ και χρόνια και, όλο και συχνότερα, εμφανίζονται πια και στη γλώσσα μας. Αξίζει να θυμίσουμε τρεις εξαιρετικές και διαφορετικές μεταξύ τους πρόσφατες τέτοιες εκδόσεις: τις Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα του Τόνυ Τζαντ (εκδ. Αλεξάνδρεια), τις Σκέψεις για τον ναζισμό του Σαούλ Φριντλέντερ (εκδ. Πόλις) και το Όλα σε μια ζωή του Σταμάτη Κριμιζή (εκδ. Παπαδόπουλος).

Σε αυτή την κατηγορία βιβλίων ανήκουν και οι Έντεκα συναντήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον ιστορικό Στρατή Μπουρνάζο. Πρόκειται για έναν τόμο (εξακοσίων τριάντα σελίδων) στον οποίο οι δύο συνομιλητές επιχειρούν να βάλουν σε μια σειρά τις πτυχές του βίου, τα κομμάτια και τα αποσπάσματα που συνθέτουν τη ζωή του Ζουμπουλάκη και να εντοπίσουν το νήμα που τα ενώνει. Ο αναγνώστης έχει επομένως μπροστά του ταυτόχρονα το αφήγημα μιας ζωής και το διάγραμμα, με όλες του τις διακλαδώσεις, μιας σκέψης.

Το βιβλίο ξεκινάει με την εξιστόρηση και τον σχολιασμό των εννέα καλοκαιριών που πέρασε ως παιδί ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στη Συκιά του νομού Λακωνίας, από το 1959 ως το 1967, και την αδιατάρακτη ευτυχία που έζησε σε αυτόν τον κόσμο που πια δεν υπάρχει, χωρίς ωστόσο καμία νοσταλγική εκ μέρους του ωραιοποίηση, και με τα πρώτα του παιδικά διαβάσματα. Στη συνέχεια οι δύο συνομιλητές μιλάνε για τα χρόνια της Μεταπολίτευσης και τις σπουδές του συγγραφέα στην Αθήνα και το Παρίσι: «Όλοι σχεδόν πήγαιναν στο Παρίσι με σκοπό την καριέρα τους. Ήθελαν να κάνουν διατριβές και να έρθουν πίσω στην Ελλάδα ή να πάνε οπουδήποτε αλλού και να γίνουν πανεπιστημιακοί. Αυτό ήταν το δρομολόγιο. Εμένα όταν με ρωτάγανε, τι θα τα κάνεις αυτά που διαβάζεις όταν γυρίσεις, δεν καταλάβαινα τι μου λέγανε. Ήμουν άλλο ανέκδοτο, τελείως άλλο».

Ο Ζουμπουλάκης θα επιστρέψει στην Ελλάδα, αφού ήδη από τότε αυτή βρίσκεται στο κέντρο του πνευματικού του ερωτήματος, και μετά από μια σύντομη παρένθεση θα ξεκινήσει να εργάζεται στο σχολείο, τον προσωπικό του Παράδεισο όπως το αποκαλεί. Έναν χώρο που θα τον υπηρετήσει πιστά για πολλά χρόνια και ο οποίος σήμερα, κατά την αντίληψή του, περνάει βαθιά κρίση, καθώς από θεσμός μετάδοσης της γνώσης έχει γίνει κυρίως χώρος φιλικής επικοινωνίας μεταξύ μαθητών και διδασκόντων. Εκείνο που προέχει ωστόσο, υποστηρίζει εύλογα ο Ζουμπουλάκης, είναι ο μαθητής να μαθαίνει γράμματα και να αποκτάει τα εφόδια που θα του επιτρέψουν να αναρωτιέται και να σκέφτεται.

Ο Ζουμπουλάκης θα αφήσει τελικά το σχολείο προκειμένου να αναλάβει, από το 1998 ως το 2012, τη διεύθυνση του ιστορικού περιοδικού Νέα Εστία και να φτιάξει ένα λογοτεχνικό έντυπο που θα εξετάζει τα έργα της λογοτεχνίας, όχι με όρους αποκλειστικά αισθητικούς, αλλά μέσα σε ένα κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Ο ίδιος εξάλλου, σε άλλο σημείο της συζήτησης, λέει καθαρά ποια είναι η γενική αντίληψή του για την τέχνη: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα μεγάλα έργα δεν είναι μεγάλα μόνο για αισθητικούς λόγους. Στα μεγάλα έργα ενυπάρχει μια συνολική θεώρηση του κόσμου, μια σύλληψη του κόσμου, με όλα όσα μπορεί να σημαίνει η λέξη κόσμος (ζωή, κοινωνία, ιστορία) ή ακόμη καλύτερα, οικοδομούν τα ίδια έναν κόσμο».

Στη λογοτεχνία, όπως διαβάζουμε στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου που καταγράφει την όγδοη συνάντηση των δύο συνομιλητών, ο Ζουμπουλάκης αναγνωρίζει μεγάλη ανθρωπογνωστική αξία, καθώς –κυρίως μέσα από το μυθιστόρημα– ο αναγνώστης μαθαίνει να συγκροτεί τον εαυτό του και αναπτύσσει μια ηθική της κατανόησης, αποκτάει με άλλα λόγια ενσυναίσθηση. Δεν έχει ωστόσο αυταπάτες: ξέρει πολύ καλά πως η λογοτεχνία από μόνη της δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Αυτό είναι το μεγάλο σκάνδαλο που μας βασανίζει: ότι ο πολιτισμός και η παιδεία, οι επιστήμες και η τέχνη δεν μας προσφέρουν προστασία απέναντι στο απάνθρωπο. «Δεν υπάρχει εγγύηση απέναντι στο κακό». Τραγική απόδειξη η ναζιστική Γερμανία και το Ολοκαύτωμα.

Το Ολοκαύτωμα και ο αντισημιτισμός, ο εβραϊσμός και το κράτος του Ισραήλ αποτελούν άλλο ένα κεντρικό θέμα συζήτησης στο πλαίσιο των έντεκα συναντήσεων που καταγράφονται στο βιβλίο. Ο Ζουμπουλάκης δεν κουράζεται να επισημαίνει την ύπαρξη του αντισημιτισμού τόσο στην καρδιά του χριστιανισμού όσο και βαθιά στη δυτική και ακόμη περισσότερο στην ελληνική κοινωνία. Ο Εβραίος στη Δύση υπήρξε ανέκαθεν το αιώνιο πρότυπο του κακού και οι κοινωνίες πρόβαλλαν πάντα σε αυτόν τα προβλήματά τους. Ο προσηλυτισμός, ο διωγμός και η εξόντωσή τους είναι οι τρεις τρόποι που δοκιμάστηκαν για την αντιμετώπιση του «μιάσματος των Εβραίων». Γι’ αυτό ο Ζουμπουλάκης, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας διανόησης, θεωρεί την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ «ένα γεγονός με μεγάλη πολιτική και ηθική σημασία», με το οποίο «αποκαθίσταται μια δισχιλιόχρονη αδικία».

Η κριτική του συγγραφέα προς την επίσημη θεσμική έκφραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του αντισημιτικού της λόγου, αλλά εκτείνεται και περιλαμβάνει πλήθος σημαντικών θεμάτων. Τη θεωρεί γενικά μια Εκκλησία αλλεργική στην ελευθερία της γνώμης και τον διάλογο και ασυντόνιστη με την εποχή. Και το γεγονός ότι η κριτική αυτή ασκείται από έναν χριστιανό την κάνει ακόμη πιο αξιοσημείωτη· και, φυσικά, λέει πολλά για τον ίδιο: «Η ανεξαρτησία [του διανοούμενου] φαίνεται κυρίως στο πώς θα κρίνει τον δικό του χώρο. Δηλαδή ένας χριστιανός διανοούμενος θα φανεί στο πώς θα κρίνει τη θεσμική Εκκλησία. Το να κρίνει ένας διανοούμενος και να επικρίνει τους άλλους –και, πολύ περισσότερο, τους αντιπάλους– είναι εύκολο».

Το ίδιο πάνω κάτω μπορεί να ειπωθεί και για την πολιτική πτυχή της ζωής και της σκέψης του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του πολιτικά στη σοσιαλδημοκρατία, στέκει δηλαδή σε ίση απόσταση από το αίτημα για ελευθερία και από εκείνο για δικαιοσύνη και μακριά από κάθε θεωρία που μπορεί να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό. Όπως η θρησκευτική του πίστη, έτσι και η πολιτική του τοποθέτηση τον φέρνει, ανυποχώρητα, δίπλα στους αδικημένους και τους αβοήθητους, στους στερημένους και τους κατατρεγμένους.

Δύο ακόμα πτυχές της πολυδιάστατης δραστηριότητας του Σταύρου Ζουμπουλάκη συζητάνε οι δύο συνομιλητές: η μία είναι το ίδρυμα Άρτος Ζωής, του οποίου είναι πρόεδρος, και η άλλη είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, του Εφορευτικού Συμβουλίου της οποίας είναι επίσης πρόεδρος. Αυτά αποτελούν κατ’ ανάγκη τα πιο δημοσιογραφικά, τρόπον τινά, σημεία του βιβλίου, καθώς αποτελούν σχετικά άγνωστα πεδία για τους περισσότερους αναγνώστες. Κύριος στόχος του Άρτου Ζωής είναι η ανάπτυξη της βιβλικής παιδείας, η οποία βρίσκεται σε υποχώρηση σε όλη την Ευρώπη και όχι μόνο στην Ελλάδα, γεγονός που καθιστά τη σκέψη του σύγχρονου ανθρώπου ελλειμματική. Ενώ στόχος της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν είναι κυρίως η διάδοση της φιλαναγνωσίας και το άνοιγμα στο ευρύ κοινό (υπάρχουν ή θα έπρεπε να υπάρχουν άλλες βιβλιοθήκες γι’ αυτή τη δουλειά), αλλά ο πλουτισμός των συλλογών της και η διευκόλυνση των ερευνητών στο έργο τους: «Η Εθνική Βιβλιοθήκη απευθύνεται σε αυτούς που διαβάζουν, που γράφουν, που μελετούν, που ερευνούν, που κάνουν τη διατριβή τους, που ετοιμάζουν το βιβλίο τους, το κείμενό τους για ένα περιοδικό, την εισήγησή τους για ένα συνέδριο, σε κάθε άνθρωπο που κάτι ψάχνει στα χαρτιά και στα βιβλία».

Άφησα επίτηδες τελευταία την τρίτη συνομιλία που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, τη σχετική με την αρρώστια και το νόημά της, γιατί θεωρώ πως αυτό είναι το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου· αφενός επειδή καταπιάνεται με ένα θέμα για το οποίο, σε αντίθεση με όλα τα άλλα, αποφεύγουμε συνήθως να μιλάμε και αφετέρου επειδή η αρρώστια αποτελεί το μεγαλύτερο ανθρώπινο πρόβλημα, κοινό για όλη την ανθρωπότητα και μεγαλύτερο ίσως και απ’ τον θάνατο, με τον οποίο εξάλλου άμεσα συνδέεται. Με τα λόγια του συγγραφέα, που έχει βιώσει την αρρώστια και από τις δύο πλευρές της, τόσο του αρρώστου όσο και εκείνου που προσφέρει τη φροντίδα του στον ασθενή: «Η βαριά αρρώστια θέτει ερωτήματα που αφορούν τη σχέση μας με τη ζωή, το αξιοβίωτό της και το νόημά της, τη σχέση με τον εαυτό μας και τους άλλους, με τον κόσμο, τον χρόνο, τον θάνατο, τον Θεό. Η αρρώστια έχει κεντρική σημασία για την κατανόηση του ανθρώπινου, καθώς αποκαλύπτει, περισσότερο από κάθε άλλη εμπειρία, τα κοινά ανθρώπινα γνωρίσματα, την κοινή ανθρώπινη κατάσταση».

Το μεγάλο στοίχημα και η μεγάλη δυσκολία σε αυτού του είδους τα βιβλία, όπως και σε κάθε απόπειρα αυτοβιογραφίας, είναι να διακρίνουμε το νήμα που διαπερνάει και συνδέει όσα έχει ζήσει και σκεφτεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Καθώς διάβαζα και ξαναδιάβαζα τις έντεκα συζητήσεις, σκεφτόμουν πως το νήμα που δίνει ενότητα στη ζωή του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι η ανάγνωση των βιβλίων, καθώς από τη στιγμή που ξεκίνησε ως παιδί να διαβάζει δεν φαίνεται να εγκατέλειψε ποτέ αυτή την ενασχόληση και, όπως είδαμε, όλες οι κατά καιρούς δραστηριότητές του γύρω από το βιβλίο, λίγο-πολύ, περιστρέφονται.

Δεν είναι όμως τελικά αυτό το κύριο. Σήμερα νομίζω πως στο κέντρο του βίου και της σκέψης του Ζουμπουλάκη βρίσκεται η αγάπη, η έμπρακτη αγάπη, όπως διευκρινίζει ο ίδιος, η αγάπη που γίνεται πράξη· η αλληλεγγύη, η καλοσύνη, το έλεος. Αυτό θεωρεί πως είναι το θεμέλιο της ιδιότητας του ανθρώπου, ανεξάρτητα μάλιστα από την ύπαρξη ή όχι του Θεού: «Ο άνθρωπος οφείλει να κάνει αυτό που πρέπει για τον συνάνθρωπό του, ανεξάρτητα από το τι θα κάνει ο Θεός. Η φροντίδα των αβοήθητων είναι δουλειά του ανθρώπου, όχι του Θεού». Κι ίσως γι’ αυτό οι Έντεκα συναντήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον Στρατή Μπουρνάζο είναι τόσο σημαντικό βιβλίο, βιβλίο που διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται. Γιατί έχουμε μπροστά μας τον λόγο ενός στοχαστή που πατάει σταθερά και ισόρροπα και στο μυαλό και στην καρδιά, και στη σκέψη και στο συναίσθημα· τον λόγο ενός συγγραφέα και στοχαστή που ξεκινάει από το βιβλίο και καταλήγει στον άνθρωπο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: James Jowers. Δείτε τα περιεχόμενα του πρώτου μας ηλεκτρονικού τεύχους εδώ.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly
%d bloggers like this: