frear

Για το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου «Ερωτοπαίγνια» – γράφει ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης

Η Αθηνά Βογιατζόγλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων, καταθέτει το πρώτο ποιητικό της βιβλίο με τον πολλά σημαίνοντα τίτλο: Ερωτοπαίγνια (Κέδρος, 2019), που δημιουργεί εξ υπαρχής με τη γυμνή γυναικεία μορφή στο εξώφυλλο (εικόνα από ταινία της βραβευμένης Δήμητρας Πετμεζά) έναν πρώτο φασματικό χώρο νοήματος και λογοτεχνικού είδους, ο οποίος βρίσκει τις κρυσταλλώσεις του στον εσώφυλλο ποιητικό λόγο.

Ο τίτλος, λοιπόν, παραπέμπει στα παίγνια του έρωτα. Οι δύο έννοιες (έρως–παίγνια) συμφύρονται σε μια λέξη- δάνεια προφανώς από τη ροδίτικη παράδοση των ερωτοπαιγνίων, όπως καταλαβαίνουμε από το ποιητικό μότο: «εσύ κρατείς τους έρωτες και δος εμέν τον πόθον» (ροδίτικα ερωτοπαίγνια, 15ος αιώνας). Έτσι συμποσούται το φορτίο της σύνθεσης και της έκλυσης αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο έρωτας, εξάλλου, είναι το μέγα παίγνιο της ύπαρξης, το ομολογημένο και ανομολόγητο πεδίο των πληρώσεων και των ελλείψεών μας, ο κρίσιμος κρίκος των αρθρώσεών μας και των ψυχοσωματικών μας σπασμών· ο θεός που εμπαίζει άμαχος (ανίκητος) τους θνητούς, κατά Σοφοκλή, και τους δονεί λυσιμελώς ως αμάχανον όρπετον (ερπετό) γλυκύπικρον, κατά Σαπφώ.

Αυτή είναι και η γλυκύπικρη δόνηση της εν λόγω ποιητικής συλλογής· η χαιρέκακη αυλαία της –φράση της Βογιατζόγλου στο πρώτο της κιόλας ποίημα, όπου και αυτοσυστήνεται («Αυτοπροσωπογραφία»). Η ποιήτρια επί της ουσίας και παρά τα λεγόμενά της (χαιρέκακη αυλαία που ποτέ δεν τόλμησα ν’ ανοίξω) τολμά να ανοίξει αυτήν την αυλαία της ύπαρξής της, με τους όρους και τους ρόλους πάντα της μεταμφίεσης που απαιτεί η τέχνη του ποιητικού εγώ.

Έτσι ο ποιητικός λόγος γίνεται από τη μια δίχτυ ασφαλείας και άγρευσης του προσωπικού βιώματος και συγχρόνως οπή της εκθετικής ανάγνωσής του από την άλλη. Υπό την έννοια αυτή, το ποιητικό σύστημα της Βογιατζόγλου είναι κλειστό και ανοιχτό συγχρόνως. Το σώμα του ποιητικού της λόγου φορά και τον βαρύ μανδύα της κρυπτείας και το ανοιχτό πουκάμισο για κλεφτές, για να μην πω τελικώς, φανερές ματιές στα γυμνά μέλη του. Με άλλα λόγια, η ποιητική κρούστα του παιγνίου της γραφής ατμίζει τους υπόκωφους κρατήρες του βιώματος. Αλλά οι ορατές αυτές αναθυμιάσεις γίνονται ποιητικές ανάσες που επιτρέπουν τον απρόσκοπτο βηματισμό του αναγνώστη στην επικράτεια του ποιήματος. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα του βιβλίου, το πορώδες έδαφός του και το πλούσιο σε μάγματα υπέδαφός του.

Το εγώ, που κατά Ρεμπώ είναι ένας άλλος, συναντά στην ποιητική αυλαία της Βογιατζόγλου την ερωμένη, την εύθραυστη μοναχική ύπαρξη, την κόρη που θάπτει τον αγαπημένο πατέρα (στον οποίο και αφιερώνει τη συλλογή) τη γυναίκα που πρωτογίνεται μάνα και ανακαλεί και τη δική της γέννηση, την ακαδημαϊκό, τη σύζυγο, εν τέλει και εν αρχή τη δημιουργό-ποιήτρια. Έχει κανείς έντονη την αίσθηση, διαβάζοντας τα εν λόγω ποιήματα, ότι η πολυφωνία αυτού του εγώ που συγκροτείται ποικιλοτρόπως στις εμπράγματες διαδοχικές φάσεις του βίου, συναντά τους όρους μιας ποιητικής σκηνοθεσίας, η οποία, ενώ στηρίζεται στη σωματικότητα και βαριά υλικότητα της εμπειρίας, δεν χάνει από την άλλη το πτητικό υγρό των ποιητικών ενορμήσεων, το φρόνιμο του εποπτικού στοχασμού και το ανελέητο νυστέρι του σωσίβιου ωστόσο αυτοσαρκασμού. Κατά τούτο, η ποιητική ευστροφία της Βογιατζόγλου γειώνει από τη μια τον αναγνώστη και από την άλλη τον ωθεί σε εκστατικές ενατενίσεις του βίου, χωρίς όμως περιττούς εννοιολογικούς ακκισμούς. Το ποίημα «ΙΙ» για παράδειγμα από την ενότητα Βουκολικό κατοπτρίζει αυτή την ορμή, τη δομή και τη σταδιακή αναγωγή του ποιητικού νοήματος και των ποιητικών υποκειμένων του.

Αυτή η εμπράγματη σκηνοθεσία (θα βρούμε στα ποιήματά της εκτός από τον όρο αυλαία, τους όρους: κάμερες, ταινίες, μεγάλη προβολή, σκηνοθετικά μας όργια, καθρέφτης) δημιουργεί επομένως μόνον επίπλαστα τους όρους μιας θεατρικής επιφάνειας, καθώς επί της ουσίας ανακλά το σκοτεινό φως και τον δραματικό τόνο απωλειών και πληγών ως επί το πλείστον. Έτσι ο πόθος των από μνήμης ερώτων, υπαρκτών, ανυπάρκτων ή ματαιωμένων, συναντά το πένθος από την εκδημία του πατέρα, συναντά όμως και το «κατευναστικό μέλι στα βάθη του τσαγιού» στο ποίημα «Συζυγικό». Η ποθο-γνωσία και παθο-γνωσία του ποιητικού υποκειμένου κατά τους επάλληλους κύκλους της ζωής του, συνιστούν και τους όρους της ανθρωπο-γνωσίας του. Παραθέτω το τέλος του εξαιρετικού ποιήματος «Συζυγικό»:

Στου κρεβατιού τα πόδια,
Ήσυχο πια από τα σπρωξίματα της ηδονής,
Απλώνει το χαλάκι μας
Την ταπεινή του τρυφερότητα.

Σε ένα κρεβάτι ασφαλώς τελούνται όντως όλες οι μεγάλες πράξεις, η γέννηση, ο έρωτας, ο θάνατος. Σε αυτό πάνω το κρεβάτι μετεωρίζεται η ίδια η ζωή, και η ποίηση δεν είναι παρά το επί γης ταπεινό χαλάκι (όχι το εξέχον πρώτο σκαλί) της ανθρώπινης τρυφερότητας. Ας υπάρχουν τα ρόδινα έστω αγκάθια (βλ. το ποίημα «Η γέννα ΙΙ»), σημασία έχει να υπάρχει αυτό το ταπεινό χαλάκι, για να μην ακουμπούν τα γυμνά και τσαγκουρνισμένα μας πόδια στη σκόνη και στο κρύο μάρμαρο του κόσμου. Αυτή η ποιητική θερμοκρασία του ζώντος αίματος, της ανοιχτής και διάφανης πληγής καθότι με σελοφάν σκεπασμένης (βλ. το ομόλογο ποίημα «Cellophane») διαστίζει τον λόγο της Βογιατζόγλου, η περίπτωση της οποίας δείχνει πώς ένας προϋπάρχων και χρόνια υφέρπων ποιητικός ψυχισμός βρήκε, παρά τις επίκτητες ακαδημαϊκές ιδιότητες, τις επιστημονικές συγγραφές και τις γνώσεις του προσώπου που τον φέρει, το ανόθευτο ποιητικό αποτύπωμά του. Υπό την έννοια αυτή, αν χρειάζεται να επιμείνουμε στο θέμα, η ποιητική γραφή της Βογιατζόγλου αποκαλύπτει τον θεμιτό και γόνιμο τρόπο της αναγνώστριας ποιήτριας και όχι τον καλλιτεχνικά ανενεργό τρόπο της ατυχούς εμπλοκής μιας πανεπιστημιακής καθηγήτριας που γράφει ακαδημαϊκά και την ποίησή της. Τα ποιήματα: «ο Εραστής» ή «Το τέλος της ποίησης», η «Λιλίθ», το ποίημα «ΙΙ» από την ενότητα Βουκολικό αποδεικνύουν αρκούντως, πιστεύω, το γόνιμο ποιητικό αναγνωστικό της υπόστρωμα.

Στα ποιήματα, ωστόσο, που δεν έχουν ρητό αναγνωστικό και διακειμενικό υπόβαθρο με μυθικά σύμβολα (Φιλοκτήτης, Λιλίθ, Σαλώμη), σημαίνεται ένας λόγος πηγαίος που ανα-βιώνει και ανα-τέμνει στην ποιητική του αποτύπωση τα ρίγη της εφηβικής αγωνίας, την υγρασία και την οσμή του ερωτικού ιδρώτα, το λεπιδωτό φως του απαιτητικού φεγγαριού, την κατοχική φυσαρμόνικα του χαμένου πια πατέρα, τη συζυγική και μητρική πληρότητα. Αυτός όμως ο πηγαίος, ανατόμος του βιώματος και οικονομημένος στα εκφραστικά του μέσα και ρυθμό λόγος δεν αναπτύσσει τη θερμοκρασία του ποιήματος σε πυρέσσον παραλήρημα, παρά την ανασκαφή δήθεν σβησμένων κοιτασμάτων προσωπικής ύλης. Η χαίνουσα πληγή της Βογιατζόγλου γίνεται τελικώς πηγή αναβλύζουσα ενός λεπτού και ισόρροπου ποιητικού λόγου που σκηνοθετεί επιτυχώς τον δαίμονά του, δηλαδή το ανθρώπινο πάθος του και το ανθρώπινο ήθος του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Κολλάζ: Deborah Turbeville. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly