frear

Ημερολόγιο εγκλεισμού (1980-1981). Μια επίκαιρη κριτική – γράφει ο Αντώνης Ζέρβας

Με τον τίτλο « Εγκλειστοι Αστυκών Πολυκατοικιών» αναδημοσιεύεται στο ηλεκτρονικό περ. Νέον Πλανόδιον ένα «Ημερολόγιο Εγκλεισμού» (1980-1981), το οποίο είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περ. Πλανόδιον ( Ιούνιος 1997, όπου και παραπέμπουν οι σελιδαριθμήσεις του παρόντος).

Αφορμή της αναδημοσίευσης είναι προφανώς ο επίκαιρος τίτλος του δημοσιεύματος που διαφωτίζει υποτίθεται τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, δηλ. τον κατ’ οίκον περιορισμό λόγω της πανδημίας. Χαρακτηρίζεται δε ως κείμενο «συγκλονιστικό» και «προφητικό», πίσω από το οποίο «ανατέλλει μια νέα ιθαγένεια». Εκλαμβάνεται με άλλα λόγια ως προτύπωση του σύγχρονου, ιδιωτικού υποκειμένου, του έγκλειστου στον εαυτό του και κατ’ επέκταση «έγκλειστου στον οίκο του».

Κατά πόσον ευσταθεί η έννοια της «νέας ιθαγένειας» αλλά και τι μπορεί να σημαίνει Εαυτός στην εποχή της άκρατης επικοινωνίας είναι ερωτήματα που δεν θα με απασχολήσουν εδώ. Διευκρινίζω μόνο ότι η λέξη «εγκλεισμός» χρησιμοποιείται με σημασία μεταφορική, δηλωτική μιας νέας κοινωνικής συνθήκης. Ο σημερινός εγκλεισμός με την έννοια του κατ’ οίκον περιορισμού είναι μέτρο επιβεβλημένο από τα πράγματα. Δεν αποτελεί για την ώρα τουλάχιστον κοινωνιολογικό, ψυχολογικό και πολιτιστικό φαινόμενο. Τι ακριβώς φωτίζει λοιπόν το «Ημερολόγιο Εγκλεισμού» και πόθεν η συγκλονιστική επικαιρότητά του;

Η έμφαση στη «συγκλονιστική» αξία του Ημερολογίου έχει ήδη προϊδεάσει τον αναγνώστη. Όποιος όμως κατάφερε να το διαβάσει μέχρι τέλους, θα αναρωτηθεί σοβαρά κατά πόσον οι υπερθετικοί προλογικοί χαρακτηρισμοί ανταποκρίνονται στο ίδιο το κείμενο.

Οι αξιολογικές αποτιμήσεις είναι ασφαλώς υπόθεση προσωπική, δεν δεσμεύουν τους άλλους, δεσμεύουν όμως τον προσωπικό μας λόγο, διαφορετικά παύει να έχει βάρος. Και ο κριτικός λόγος έχει βάρος, όταν είναι σε θέση να λογοδοτήσει για τις αποφάνσεις του. Προβάλλει συνεπώς το ερώτημα: τι ακριβώς καθιστά «συγκλονιστικό», «επίκαιρο» και «προφητικό» αυτό το «Ημερολόγιο Εγκλεισμού»; Ποια είναι δηλαδή η αντιστοιχία μεταξύ κρίσεως και κειμένου; Τι μας λέει το Ημερολόγιο;

Ο τίτλος «Ημερολόγιο Εγκλεισμού» αποτελεί προφανώς ερμηνευτική πρόταση του Γιάννη Πατίλη, ο οποίος είχε επιμεληθεί τη δημοσίευση του χειρογράφου στην ιδιαίτερη σελίδα του οικείου περιοδικού «Το Μέγα Πανελλήνιον». Σκοπός της ωραίας αυτής και πρωτότυπης στήλης ήταν η δημοσίευση κειμένων που «ενώ ανήκουν στο περιθώριο των γνωστών λογοτεχνικών ειδών (και οι συντάκτες τους είναι πολύ ολίγον γνωστοί ή και τελείως άγνωστοι από αλλού, παρουσιάζουν υψηλό … γλωσσικό και ανθρωπογνωστικό ενδιαφέρον». Κατά τη γνώμη του επιμελητή, το Ημερολόγιο αποτελεί «μοναδική ιδιωτική μαρτυρία των καιρών μας».

Εξ ορισμού όμως το Ημερολόγιο Εγκλεισμού ανήκει σε ένα από τα «γνωστά λογοτεχνικά είδη» με μεγάλη παράδοση και υψηλές κορυφές στην Ελληνική και Δυτική γραμματεία. Τα Ημερολόγια του Ιωάννη Μεταξά φερ’ ειπείν, ιδίως ο πρώτος τόμος, κατέχουν, κατά την κρίση μου, μία από τις υψηλότερες κορυφές του είδους στη γλώσσα μας. Προϋπάρχουν συνεπώς κριτήρια, βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η σημασία του εν λόγω Ημερολογίου. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών, σημειώνει ο επιμελητής, είναι η «αξιόλογη παρατηρητικότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία» του συντάκτη. Στο πρόσωπο του Άγνωστου ημερολογιογράφου ενσαρκώνεται τρόπον τινά «ο απρόσωπος ιδρυματικός χαρακτήρας της σύγχρονης ιδιωτικότητας», εξού και η αποτίμηση του κειμένου ως «επίκαιρου και ταυτόχρονα προφητικού». Αυτά γράφονταν το 1997, προφανώς όμως ισχύουν και σήμερα, αφού επαναλαμβάνονται αυτολεξεί με την ευκαιρία της αναδημοσίευσης.

Το Ημερολόγιο αρχίζει τη Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 1980 και ολοκληρώνεται την Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 1981. Καλύπτει δεν καλύπτει δηλ. ένα δίμηνο. Η ίδια η λέξη «εγκλεισμός» δεν απαντά σε καμμία από τις ημερολογιακές εγγραφές. Ούτε συνάγεται από το περιεχόμενό τους. Ο Άγνωστος συντάκτης όχι μόνο δεν αισθάνεται «έγκλειστος», αντιθέτως μάλιστα είναι διαρκώς στραμμένος προς τα έξω. Έχει το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει σπίτι του, να κυκλοφορεί στην πόλη, να συναναστρέφεται, να συζητάει με γνωστούς και αγνώστους, να επισκέπτεται ακούραστα δισκοπωλεία και βιβλιοπωλεία, να παρακολουθεί με απληστία τις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Όσο μένει σπίτι, καθώς διαθέτει μεγάλη μουσική παιδεία, ακούει με τις ώρες μουσική. «Τι ζητώ; σημειώνει μια μέρα: βιβλία, δίσκους, γυναίκες.» (σ. 105). Ό,τι δηλαδή προσφέρει ο κόσμος σ’ ένα καλλιεργημένο άτομο, ανοικτό μεν προς τον κόσμο, αλλά μάλλον απόμερο. Δεν του λείπουν οι γνωριμίες. Αντιθέτως λογαριάζει να τις χρησιμοποιήσει καταλλήλως (σ. 111) για να εισέλθει στον καλλιτεχνικό κόσμο της μουσικής: «Ο κόσμος του Ωδείου που μέσα του μπορώ να κάνω κάτι» (σ. 129). Το κρίσιμο στοιχείο του Ημερολογίου είναι η μοναξιά, η οποία δεν φαίνεται όμως να είναι καταστηματική, να απορρέει δηλαδή από κάποια καταγωγική αίσθηση υπαρξιακής απομόνωσης. Δεν την αναζητάει, του επιβάλλεται και γι’ αυτό καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να την διασκεδάσει.

Οι ημερολογιακές εγγραφές είναι ασαφείς επί το πλείστον και οπωσδήποτε προσωπικής χρήσεως. Σιγά σιγά γίνεται αντιληπτό ότι ο Άγνωστος κρατάει ημερολόγιο για συγκεκριμένους λόγους. Τελεί υπό την θεραπευτική αγωγή της Φωτεινής, η οποία φαίνεται να τον παρακολουθεί ψυχιατρικώς. Οι συνταγές αντιψυχωσικών φαρμάκων, όπως τα Mogadon, Sulphur, Sparine αλλά και οι συζητήσεις με τη Φωτεινή δείχνουν ότι ο Άγνωστος διανύει μια περίοδο διπολικής διαταραχής. Ταυτοχρόνως υποφέρει από πονόδοντους και στοματαλγίες. Παίρνει 20 φάρμακα την ημέρα. Δεν του λείπει ούτε η θέληση, ούτε η επιθυμία. Δεν πρόκειται για κανέναν ομφαλοσκόπο, κλεισμένο στον κόσμο του, έγκλειστο δηλ. στην ιδιωτικότητά του. Για να υπάρξει ιδιωτικότητα, πρέπει βεβαίως να υπάρχει δημόσιος βίος. Και για να υπάρξει «ιδρυματισμός» πρέπει κανείς να έχει απομονωθεί από τα δημόσια με τη θέλησή του ή όχι.

Σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη, ο ψυχολογικός όρος ιδρυματισμός «αναφέρεται στο σύνολο των σωματικών και ψυχικών διαταραχών που εμφανίζονται μετά την αποκοπή παιδιού από τη μητέρα και τη μακροχρόνια παραμονή του σε ίδρυμα περιθάλψεως». Αν και ο Άγνωστος πάσχει από συγκεκριμένες σωματικές και ψυχικές διαταραχές, εντούτοις δεν υπάγεται στον ορισμό του ιδρυματισμού. Το αντίθετο μάλιστα. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, να τη γεμίσει με «κόσμο». Τον προβληματίζει έντονα, πλην όμως δεν διακατέχεται από αισθήματα απελπισίας ή πανικού, δεν νοιώθει αποδιωγμένος, αποκομμένος από τον δημόσιο βίο, ούτε ωθείται προς τα μέσα. Κανένα είδος αγωνίας δεν τον συνέχει, ούτε υπαρξιακό ερώτημα. Το παρελθόν δεν παίζει ρόλο. Η ανησυχία του προέρχεται από το άμεσο μέλλον και τις προοπτικές του. Πώς θα περάσει τη μέρα του, το απόγευμα, τη νύχτα. Η αγορά δίσκων και βιβλίων στοχεύει ακριβώς στην «αυτοαπασχόληση», στην καταπολέμηση της μοναχικής απραξίας.

Ο Άγνωστος συντάκτης είναι γύρω στα 45 του χρόνια. Κατοικεί στη Νέα Σμύρνη σε νοικιασμένο διαμέρισμα. Δεν εργάζεται, έχει όμως μια ορισμένη οικονομική άνεση «έως ότου σωθούν τα λεπτά μου» (σ. 122). Προηγούμενως πρέπει να ζούσε στη Γενεύη, είναι γαλλόφωνος και φαίνεται πως βιοποριζόταν ως επαγγελματίας πιανίστας και μάλλον με ιδιαίτερο ταλέντο (παιδί θαύμα, σ. 128). Σαφείς εξηγήσεις δεν παρέχει ποτέ, μόνο επί τροχάδην σημειώσεις. Δεν στέκεται να κατανοήσει ή να εμβαθύνει στο πρόβλημά του. Το καταγράφει. Η καταγραφή των ονείρων δεν αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής διερεύνησης. Δεν κινητοποιεί συνολικώς την προσωπικότητά του. Δεν επανέρχεται ποτέ σχεδόν στην προηγουμένη. Το παρελθόν απουσιάζει και μαζί η ενθύμηση. Κανένα σημάδι πλήξης ή βαριεστημάρας.

Η μοναξιά του συνδέεται με δύο ψυχικές ορμές: τάση για κλάμα και τάση προς στύση. Και οι δύο τάσεις φαίνεται να απορρέουν από «Το Υπερεγώ στο σεξ», το οποίο πρέπει να πολεμηθεί «πιο συστηματικά» Συμπληρώνει δε: «Σε όλα τα πράγματα πάντως είναι απαραίτητη μια πιο πρακτική βοήθεια» (σ. 90). Εξού και η προσφυγή στην ψυχίατρο.

Πράγματι, οι περιγραφές του αναφέρονται, κατά κανόνα, στο γυναικείο φύλο, είναι σύντομες και παρουσιάζουν πάντα τη γυναίκα ως πομπό ερωτικού ερεθίσματος. Το σεξ, ομολογεί, είναι γενικά το μέγα του πρόβλημα (σ. 109). Γύρω από το σεξ στρέφονται καθημερινώς οι σκέψεις του και τα όνειρά του. Αν η τάση για «κλάμα» σχετίζεται γενικότερα με τη «μοναξιά», μια φορά προκαλείται από την απουσία στύσης (σ. 98).

Στύση και κλάμα οδηγούν στην υπόθεση μιας διαρκούς μεταμέλειας για κάποια πράξη ερωτικής φύσεως: Αυνανισμός; Ο Άγνωστος αποφεύγει τη βαθύτερη έκθεση του εαυτού. Μένει πάντα στο εξωτερικό των πραγμάτων. Ο επαναληπτικός χαρακτήρας της παθητικής επιθυμίας οδηγεί στην εικασία ότι πρόκειται για έναν «ηδονοβλεψία» που τυραννιέται από το «κουσούρι» του αλλά και ανησυχεί για τη σεξουαλική του ικανότητα. Κατά βάθος όμως δεν πιστεύει πως το πρόβλημά του θα λυθεί με τη μόνιμη παρουσίας γυναίκας (σ. 127). Η γυναίκα τον ενδιαφέρει μόνο ως απελευθερωμένο πρόσωπο ερωτικής συνεύρεσης (σ. 90). Παντού κυριαρχούν τα μισόλογα˙ οι μόνες σημαντικές αποφάνσεις αφορούν ολιγόλογες κρίσεις για πρόσωπα και συναφείς συγκρίσεις. Έχει συνείδηση ανωτερότητας ως προς τον κοινό άνθρωπο –π.χ. η ειρωνεία του σχετικά με την αστεία διάκριση μεταξύ μπουρζουαζίας και αστικής τάξης (σ. 106)–αλλά και γνωρίζει ποια είναι η θέση του στην πνευματική ιεραρχία («… η Ιστορία της Τρέλας [του Φουκώ] φαίνεται να απευθύνεται σε πιο σπουδαγμένους ανθρώπους από μένα» (σ. 103). Αγοράζει βιβλία, διαβάζει λίγο. Ελκύεται πάντως από αναγνώσματα ως επί το πλείστον ψυχολογικού και σεξουαλικού περιεχομένου (Σαντ, Φρόϋδ, Μπουκόφσκι κ.ά.). Αλλά ακόμα και ένα ιατρικό βιβλίο του «προκαλεί αρχή στύσεως…» (σ. 104). Τίποτε αξιόλογο πέραν της καταγραφής των σεξουαλικών ερεθισμών. Παντού το ίδιο θέμα, οι ίδιες νύξεις.

Η απουσία γυναίκας ως νοικοκυράς τον προβληματίζει εξίσου, καθότι «πελαγώνει» με τις οικιακές λεπτομέρειες. Τον συμβουλεύουν να παντρευτεί. Εξετάζει το ενδεχόμενο, αλλά η προτεινόμενη Βιολέττα δεν φαίνεται να του κάνει, χωρίς εντούτοις να παίρνει οριστική απόφαση. Η αναποφασιστικότητα είναι ένα άλλο γνώρισμα του ημερολογιογράφου, χωρίς να είναι βέβαιο αν οφείλεται στη συγκεκριμένη περίοδο κρίσεως ή αποτελεί ίδιον του χαρακτήρα του. Αποφεύγει τις πολλές αναλύσεις, δεν εκφράζει τίποτε πιο εσωτερικό, και ενώ ανησυχεί από τη γενικότερη κατάστασή του, δεν προσπαθεί να εμβαθύνει, ούτε αναζητάει νόημα. Φέρεται λες και αποβλέπει απλώς στην έκβαση της φαρμακευτικής θεραπείας, όπως κάθε ασθενής. Είναι προσηλωμένος στην καταγραφή του καθημερινού ωραρίου απασχόλησης –ύπνος φαγητό, έξοδοι, μουσική, ανάγνωση–, και κυρίως στην αυτοπαρακολούθηση των δύο τάσεων: κλάμα και στύση. Ακολουθεί με άλλα λόγια ένα πρόγραμμα ψυχοπαθολογικής παρατήρησης καθ’ υπόδειξιν ασφαλώς της ψυχιάτρου Φωτεινής (σ. 94). Μια φορά μάλιστα αναρωτιέται «για τη χρησιμότητα αυτών που γράφω» (σ. 101).

Η πρόοδος των τάσεων για κλάμα και στύση καλύπτουν όλο το Ημερολόγιο. Προς το τέλος, φαίνεται έτοιμος να ενδώσει σε κάποια πρόταση γάμου μεταξύ δύο πιθανών υποψηφίων, της Βιολέττας και της Έφης. Ελάχιστα λέγονται για τα πρόσωπα αυτά. Από τη μορφή του δημοσιευμένου χειρογράφου πάντως, είναι άδηλο αν τελικώς αποφάσισε να παντρευτεί ή όχι.

Βασικό χαρακτηριστικό του Ημερολογίου είναι η ασάφεια και η έμμονη παρακολούθηση των τάσεων για κλάμα και στύση, η συχνότητα των οποίων μειώνεται σταδιακά με κατάληξη την εξαφάνισή τους: «5η μέρα σήμερα χωρίς σοβαρή τάση κλάματος αλλά και χωρίς στύση εκτός από χθες το μεσημέρι με την ‘μητέρα’ της Λολίτας. Τα δόντια ηρεμούν μάλλον εκτός εξαιρέσεων» (σ. 124). Πρόκειται άραγε για την τελική φάση της ανάρρωσης; Διόλου απίθανο, διότι εκείνες τις ημέρες τελειώνει και το χειρόγραφο. Πάντως, στην τελευταία εγγραφή (Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 1981) ο ημερολογιογράφος σημειώνει με προφανή ανακούφιση: «Αισθάνομαι να μου λείπει ύπνος. Απασχόλησις με τα γνωστά προβλήματα, σχεδόν υγιής» (σ. 129). Λίγο παρακάτω, φαίνεται πλέον οργανωμένος και με εμπιστοσύνη στο μέλλον: «Η σκέψις μου συνεχώς πετά στις πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρω αύριο τηλεφωνικώς και σε πιο μακροπρόθεσμα σχέδια-όνειρα, προσγειωμένα λιγότερο ή περισσότερο, δυστυχώς».

Με λίγα λόγια, το Ημερολόγιο είναι ένα χρηστικό γραπτό ψυχοπαθητικής θεραπείας με πολύ περιορισμένη σημασία ως προς τις αυτο-αποκαλύψεις του ασθενούς. Κάτι σαν αποκούμπι μιας περιόδου ήπιας καταθλίψεως. Μέσα σε δυο μήνες, η μοναξιά και τα αρχικά συμπτώματα έχουν σχεδόν εξαφανισθεί. Και μαζί τους, η χρησιμότητα του Ημερολογίου.

Από το εξαιρετικά σύντομο διάστημα που καλύπτουν οι εγγραφές, είναι αδύνατο να διατυπωθεί ολοκληρωμένη άποψη περί του ατόμου. Βάσει του κειμένου πάντως, η ψυχοπαθητική περίοδος αυτοπαρατήρησης φαίνεται σαν κάτι έκτακτο και χρονικά περιορισμένο. Μια στιγμή ψυχικής εκκρεμότητας με έξαρση παλαιών ίσως ψυχοπαθολογικών διαταραχών ενόψει της κοινωνικής αναπροσαρμογής. Γιατρεύτηκε, παντρεύτηκε, ηρέμησε, βρήκε δουλειά, πέθανε, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Πλην όμως καμμιά απολύτως έννοια «εγκλεισμού» δεν αντιστοιχεί προς τα γραφόμενα, αλλά και τίποτε δεν δικαιολογεί τους υπερθετικούς χαρακτηρισμούς. Ούτε συμβαίνει κάτι το συνταρακτικό με την έννοια της ταραχής, της αιφνίδιας αναστάτωσης, όταν έρχονται τα πάνω-κάτω, της σφοδρής συγκίνησης. Τα πάντα εδώ είναι τακτοποιημένα, ρουτινιάρικα, παθητικά. Θά ‘λεγα μάλιστα σχεδόν γνωστά εκ των προτέρων.

Αλλά και το ύφος του Ημερολογίου δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ούτε από γλωσσική, ούτε από ανθρωπογνωστική άποψη. Η έκφραση, μάλλον ουδέτερη στην απλότητά της, είναι λιτή λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων στοχασμού ή απλώς λόγω αδιαφορίας ως προς την επεξεργασία των δεδομένων. Ακόμα και οι μουσικολογικές κρίσεις του στέκονται στην επιφάνεια, αφορούν αποκλειστικά την εκτέλεση μουσικών έργων και όχι το καθαυτό νόημα της μουσικής συγκίνησης. Οι γενικότερες παρατηρήσεις του στρέφονται μετ’ εμμονής γύρω από την ίδια ψύχωση: το σεξ. Τυπικός λόγος ενός μέσου, καλλιεργημένου ατόμου που έχει θέσει στόχο να ξεπεράσει μια δύσκολη περίοδο της ζωής του και να προσαρμοσθεί σε ένα κοινωνικό παρόν από το οποίο μάλλον απουσίαζε.

Η προσωπική μαρτυρία του Ημερολογίου εμπίπτει στην κατηγορία των αναρίθμητων κειμένων θεραπευτικής αγωγής του νεώτερου ψυχολογικού υποκειμένου, το οποίο δεν εμφανίσθηκε βεβαίως στη δεκαετία του ‘80. Και από την άποψη αυτή, αποτελεί ίσως ένα κοινωνικο-ψυχολογικό τεκμήριο της σύγχρονης κοινωνίας. Κατά κανένα τρόπο όμως «προφητικό» και « συγκλονιστικό».

Πώς δικαιολογούνται λοιπόν οι υπερθετικές κρίσεις για ένα χρηστικό, μινιμαλιστικό και σχεδόν αδιάφορο κείμενο; Ποιες είναι οι αρετές του σε σύγκριση με Ημερολόγια, όντως συνταρακτικά, όπως οι μοναδικές ενδοσκοπήσεις, οι απαράμιλλες περιγραφές, οι ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές παρατηρήσεις ενός Ιωάννη Μεταξά φερ’ ειπείν; Σε τι έγκειται τέλος πάντων η «αξιόλογη παρατηρητικότητα και καλλιτεχνική ευαισθησία» του; Είτε οι επιμελητές της πρώτης και νέας δημοσίευσης δεν είναι αρκετά εξοικειωμένοι με την παράδοση του συγκεκριμένου είδους, είτε ξεγελάσθηκαν παντελώς. Κλίνω προς το δεύτερο.

Χρονική αναφορά του Ημερολογίου είναι η χρονιά του 1980. Ατμόσφαιρα πολιτικώς υπερφορτισμένη. Η Ελλάδα εισέρχεται στην ΕΟΚ. Δεν υπάρχει ιδιωτική τηλεόραση ούτε ψηφιακή τεχνολογία. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι κάτι ασύλληπτο για την εποχή. Η γλωσσομάθεια, περιορισμένη. Εχει ανέλθει πανηγυρικα στην επιφάνεια το ΠΑΣΟΚ. Συνεχίζονται οι μεταπολιτευτικές αντιδράσεις απέναντι στην επίσημη ιστορία του Εμφυλίου και της Αντίστασης. Χρονικά, ημερολόγια, προσωπικές μαρτυρίες. Ενας νέος αέρας φαίνεται να πνέει, αντιδογματικός και σοσιαλιστικός ευρωπαϊκού τύπου. Παράλληλα, εδραιώνονται όλο και περισσότερο τα κεκτημένα της σεξουαλικής επανάστασης. Τα αναγνώσματα ερωτικού περιεχομένου πληθαίνουν. Το γυμνό και το πορνό αρχίζουν να απελευθερώνονται στην αγορά. Η μοιχεία αποποινικοποιείται. Ο φαντάρος του 1980 που προσήλθε για ουρολογική εξέταση έλαβε από τα χέρια της νοσοκόμας χωρίς πολλά πολλά ένα πορνοπεριοδικό για να εξασφαλισθεί η ανάλυση του σπέρματος.

Ταυτοχρόνως, ο δημόσιος λόγος διατηρεί όλα τα συντηρητικά χαρακτηριστικά του. Επισήμως, το σεξ θεωρείται θέμα πορνογραφικό και άρα εμπίπτει στα κατώτατα είδη λόγου. Είναι εντελώς άπρεπη η χρησιμοποίηση λέξεων και φράσεων που αφορούν τον ερωτικό βίο. Η οποιαδήποτε αναφορά στις λειτουργίες του σώματος είναι αισθητικώς απορρίψιμη. Το 1979 θα διεξαχθεί η πολύκροτη δίκη για την ελληνική μετάφραση της Φιλοσοφίας στο μπουντουάρ του μαρκησίου ντε Σαντ. Ο Μέγας Ανατολικός του Ανδρέα Εμπειρίκου θα εκδοθεί δέκα χρόνια αργότερα (1990-92). Πλην όμως, μια αισθητική μελέτη των μέσων της δεκαετίας του ’90 γύρω από το πρόβλημα των φωνητών και ου φωνητών στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία θα συναντούσε δυσκολίες δημοσιεύσεως.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστηρίξει κανείς ότι το Ημερολόγιο φέρνει στην επιφάνεια μια ελληνική ατομικότητα νέου είδους που θέτει στο κέντρο των ενδιαφερόντων του το σεξ και αυτοκαθορίζεται αναλόγως. Την εποχή εκείνη άλλωστε η ψυχανάλυση στην Ελλάδα απευθύνεται σε λίγους. Αρκούν όμως αυτά για να χαρακτηρισθεί το Ημερολόγιο ως «μοναδική μαρτυρία … του απρόσωπου ιδρυματικού χαρακτήρα της σύγχρονης ιδιωτικότητας»; Και υπό ποίαν έννοια σχετίζεται με τον επιβεβλημένο κατ’ οίκον περιορισμό λόγω πανδημίας; Αν με την έννοια «κείμενο προφητικό» εννοείται η γενικευμένη προσφυγή στις ψυχοπαθολογικές θεραπείες των τελευταίων δεκαετιών, τότε παραθεωρείται νομίζω η ψυχιατρική ιστορία του τόπου μας. Αλλά και ως απλό κοινωνιολογικό τεκμήριο, το Ημερολόγιο είναι μάλλον περιορισμένης σημασίας. Ήταν κάτι εντελώς προσωπικό, ένα εργαλείο θεραπείας που τελικώς πετάχθηκε στα σκουπίδια. Δεν ξέρουμε αν και τι έγραψε ο συντάκτης πριν και μετά. Ενδέχεται ο Άγνωστος να είναι σήμερα ένας κανονικός παππούς και μάλιστα να βλέπει ακόμη σεξουαλικά όνειρα με κοριτσάκια και μεγάλες στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας του. Ο ίδιος ο Μεταξάς τυραννιόταν από το ίδιο «κουσούρι» και συνεχώς υποσχόταν στον εαυτό του να λυτρωθεί απ’ αυτό.

Όπως και να έχει, η φράση «Έγκλειστοι Αστυκών Πολυκατοικιών» είναι όντως επίκαιρη και ευρηματική. Έχουμε όλοι παρακρούσεις λόγω πανδημίας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly