frear

Για το βιβλίο «Αντιστροφή» του Ηλία Λιατσόπουλου – γράφει η Λένα Καλλέργη

Τι κάνεις τώρα εδώ με τόση ομορφιά*

Το πρώτο βιβλίο ποίησης του Ηλία Λιατσόπουλου, η Αντιστροφή (Ηριδανός, 2019), παρουσιάζει έναν ετερόκλητο και ευαίσθητο οραματισμό των πραγμάτων. Ο δημιουργός του χρησιμοποιεί διάφορους ρυθμούς, τρόπους και πηγές με συνεχές ζητούμενο να παραμείνει, τόσο ο ίδιος όσο και ο αναγνώστης, ανοιχτός, πειραματιζόμενος και παθιασμένος. Ο Λιατσόπουλος, έχοντας περάσει, δοκιμάσει και δοκιμαστεί από τη λογοτεχνία και από άλλες τέχνες (τη μουσική, τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο, αλλά και τη λογοτεχνική μετάφραση), φέρει τον πλούτο των εμπειριών, των διαβασμάτων, και της σύνδεσής του με τις διάφορες μορφές δημιουργίας, σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Φτιάχνει, έτσι, ένα πρώτο βιβλίο που δεν έχει αποφασίσει πού θέλει να πάει, ούτε έχει επιλέξει ένα μόνο όχημα, αλλά η πολυσυλλεκτικότητά του του βιώνεται ως πλούτος παρά ως αδυναμία επιλογής.

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Αντικείμενα», ο Λιατσόπουλος υιοθετεί μια στάση απέναντι στα πράγματα και στον κόσμο που εμπεριέχει έναν αγώνα για ζωή ανοιχτή, για σύνδεση, για ομορφιά και έρωτα. Διακρίνεται, επίσης, ο τρόμος του θανάτου και της απόστασης. Χρησιμοποιεί ελεύθερο στίχο, σονέτο, σχεδόν σονέτο, κατακερματισμένους στίχους, συνδυάζοντάς τους με το μήνυμα κάθε ποιήματος. Κι αν δεν έχει αποφασίσει πάντα τι θέλει να κάνει, ξέρει όμως τι θέλει να δοκιμάσει, και αυτό το έχει διαλέξει συνειδητά.

Παραθέτω μερικά παραδείγματα:

Κι όταν ως άνοιξη τον τρόμο θα θωρώ
θα λέω πως έφτιαξα ένα ποίημα ερωτικό
(Από το ποίημα «Σονέτο δεύτερο ή πώς γυρίζει»)

Μα τι ευφορία απώτερη
η έλλειψη
που αχνοφέγγει μαύρο.
(Από το ποίημα «για μιαν Ελένη»)

Ομορφιά και τέχνη στέκονται απέναντι στο εσωτερικό ρήγμα του δημιουργού, ενώ η άνοιξη, οι νέες ανοίξεις και τα νυχτολούλουδα ήδη χαρίζουν τις ευωδιές τους από τα πρώτα ποιήματα. Η θέαση του κόσμου γίνεται με μάτια γεμάτα φως, ήδη σοφά από απώλειες και πόνους που έρχονται ακόμα και από το παιδικό παρελθόν, το οποίο ανασύρεται μέσα από αναμνήσεις και αγαπημένα, παλιά αντικείμενα.

Η αλήθεια αυτή των πραγμάτων
πόσο μαγική να είναι
(Από το «ποίημα που δεν τελειώνει ποτέ_»)

Ο αναγνώστης συναντά, στο ποίημα «Οχήματα», μπερδεμένα αλφάβητα, λατινικά και ελληνικά, και τον ποιητή να στέκεται με τρυφερότητα απέναντι στα «γλυκά μας latins», τα οποία συμμετέχουν κι αυτά στη δημιουργία ποιημάτων. Ενδεικτικό της γενικότερης στάσης του Λιατσόπουλου είναι το γεγονός ότι δεν τα κατακρίνει, δεν τα απορρίπτει ούτε τα χρησιμοποιεί ειρωνικά, αλλά και δεν τα επευφημεί: δείχνει, χρησιμοποιώντας τα, την αμήχανη, κάπως τραγική και κωμική ταυτόχρονα, θέση τους, σαν τους ξένους σε μια παρέα ομόγλωσσων. Γίνονται κι αυτά οχήματα πέρα από την κάθε γλώσσα και παίζουν τον ρόλο του δείκτη μέσα σ’ ενα ποίημα.

Δεν έχω βρει ποίημα χωρίς άνθη, κήπους, φτερουγίσματα, σε όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου. Αυτά τα σύμβολα είναι πάντα τοποθετημένα σε καίρια σημεία των ποιημάτων. Δείχνουν τα σωτήρια, τα φωτεινά, τα σωσμένα πράγματα αλλά και τα ιδανικά, τα επιθυμητά, τα ερωτευμένα και ερωτικά.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο «Γραφές» ο Λιατσόπουλος συνδιαλέγεται με γραφές άλλων, φεύγοντας έτσι από το πιο προσωπικό σύμπαν του πρώτου μέρους. Παρουσιάζει φυσιογνωμίες σημαντικές, είτε ως προσωπικότητες είτε ως συμβολικές μορφές ανθρώπων. Το βλέμμα του Λιατσόπουλου είναι πάντα ένα βλέμμα που θαυμάζει: ακόμα και ο πόνος και η δυστυχία κρύβουν μέσα τους το θαύμα. Συνομιλεί με τον Βιζυηνό που μιλά με τον εαυτό του και με τον Πλωτίνο, με τον Γκιγιέν Σέρο, τον Σπινόζα, και άλλους. Και όλοι αυτοί με τους οποίους συνδιαλέγεται είναι δημιουργοί μπροστά στη μεγάλη στιγμή τους και μπροστά στο «κόστος τού να γίνεσαι το ποίημα», με τη φωνή του Γεώργιου Μαυρομιχάλη στο ποίημα «το γένος Μοροζίνι». Σε κάθε ποίημα αυτής της ενότητας τον Λιατσόπουλο απασχολεί ξεκάθαρα η γλώσσα και η ποιητική δημιουργία, όπως συνοψίζεται, κατά τη γνώμη μου, στο ποίημα «Αν μπορούσε να μιλήσει το λιοντάρι»:

Εμποδίζοντας τη βροχή δια της γλωσσικής αρτηρίας/ Διανοίγοντας τους ουρανούς, τα όρη, τα μυστήρια/ κοιτώντας θαρρετά τις πρώιμες αυταπάτες/ δακρύζοντας άνοιξη ή όπως άλλοτε το έλεγαν οι θαλεροί το πρωινό φαρμάκι. Ανασταίνοντας τους νεκρούς, ο ίδιος δεν πεθαίνει/ μετρώντας τρεις χιλιετίες/ προφητεύοντας τις ρωγμές στα έαρα της αβύσσου/ διασχίζοντας την έρημο με βάδην, τα σπήλαια εξερευνώντας διαλεχτά, τη γλώσσα ως κατάργηση. […]

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, «Τα σημεία», ο Λιατσόπουλος ξεκινά με μότο ότι «το έργο τέχνης οφείλει να κείτεται ως ένα θαύμα», κάτι που επεξεργάζεται συνεχώς και όταν δεν το δηλώνει τόσο ξεκάθαρα. Ξεκίνησε από τα αντικείμενα, τα οποία έγιναν γραφές και ύστερα σημεία, όπως, ίσως, λειτουργεί και η ίδια η γραφή, η κωδικοποίηση της λογοτεχνίας. Στην ενότητα αυτή λειτουργεί στο προσωπικό επίπεδο αλλά και περισσότερο κοινωνικά, χρησιμοποιώντας μεμονωμένα άτομα και κοινωνικές ομάδες για να φτιάξει τα ποιήματά του. Συνεχίζει να έχει στο εργαστήριό του τις λέξεις και τους κώδικες που τολμούν να μην ταιριάζουν η μία με την άλλη και να συνδέονται από διαφορετικές παραδόσεις και χρονικές περιόδους χωρίς να διστάζουν. Στο τέλος, ο Λιατσόπουλος ως «Ατίβαρος» διαλύει τη γλώσσα «μια για πάντα», θέλοντας όμως μάλλον να φτιάξει μια δυνατότερη, να προχωρήσει σε αλλαγή και σε ροή. Άλλωστε, η γλώσσα φτιάχνεται για να διαλύεται και να αναδιαμορφώνεται και όχι για να μένει στάσιμη. Το θαύμα, ο τρόμος, η αναζήτηση, η σύνθεση, η ανοιχτότητα, μπορούν να συμπλέουν, με αυτό τον τρόπο, στο δημιούργημα του Λιατσόπουλου.

Συνοψίζοντας, στο πρώτο βιβλίο του Ηλία Λιατσόπουλου κάθε ποίημα είναι καλοφτιαγμένο. Ο κόσμος του βρίσκεται υπό διαμόρφωση αλλά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Η γνώση της ποιητικής παράδοσης και η αίσθηση των σημερινών πραγμάτων αποτελούν σημαντικό πλούτο. Η τόλμη της έκφρασης και οι δοκιμές του είναι κυρίως εύστοχες. Η ευαισθησία, η επιθυμία, ο ερωτισμός και η ζωή/ομορφιά είναι συγκινητικές. Τα σύμβολα του φωτός/ήλιου, της άνοιξης, των δασών και των δέντρων, των πουλιών/φτερών, χωρίς να κυριαρχούν στα ποιήματα, εντούτοις αποτελούν τη βάση του (ιδανικού) κόσμου με τον οποίο αναμετριέται ο ποιητής σχεδόν σε κάθε ποίημα. Πηγαίνει και έρχεται από το «εμείς εδώ» στο πιο ρομαντικό, με τη λογοτεχνική σημασία, «εκεί». Και πάντα τον απασχολεί το «εκεί ποίημα» μέσα στο «εδώ ποίημα»: έχει την έγνοια της γλώσσας, των τρόπων της, της θέσης της, της χρήσης της και της αναδιαμόρφωσής της. Η πολιτική της διάσταση αναμετριέται κι αυτή με το όνειρο. Στην ποίηση του Λιατσόπουλου ισορροπούν η στροφή και η αντιστροφή, η τέχνη και η αντιτέχνη, το «στέκομαι» και το «αντιστέκομαι».

[*Στίχος από το ποίημα «Η ποίηση εγγράφεται σε μέρη» στη σελ. 34 του βιβλίου. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Jacek Yerka. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly