frear

Η δεσπόζουσα αντίθεση άβυσσος-φως στην ποιητική συλλογή «Κόκκινες πηχτές σταγόνες» του Τόλη Νικηφόρου – γράφει η Χρυσούλα Παπακυριάκου

Τόλης Νικηφόρου, Κόκκινες πηχτές σταγόνες, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2019.

Ο Τόλης Νικηφόρου, εξαιρετικά παραγωγικός ως ποιητής και όχι μόνο, μας φέρνει εδώ απόψε με την δέκατη όγδοη ποιητική συλλογή του, εξαιρώντας βέβαια την έκδοση συγκεντρωτικών ή επιλεγμένων ποιημάτων. Προσθέτει τριαντατρία ακόμη ποιήματα στο έως τώρα δημοσιευμένο ποιητικό έργο του. Ληξιαρχικά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1929-1940) και παρότι ξεκίνησε ως κοινωνικός ποιητής, όπως διέκρινε νωρίς η κριτική, ανήκει πλέον όπως και ο ίδιος αναφέρει, στους υπαρξιακούς ποιητές. Η συλλογή Κόκκινες πηχτές σταγόνες που παρουσιάζουμε το επιβεβαιώνει περίτρανα.

Τα τέσσερα πρώτα ποιήματα της συλλογής αποτελούν ένα είδος εισαγωγής. είναι αφιερωμένα στην ποιητική τέχνη, είναι αυτοαναφορικά όπως λέμε. Κυριαρχεί η τέχνη της ποίησης που την παρομοιάζει με άγριο θηλυκό, με ερωμένη, με την οποία βρίσκεται σε μια σχεδόν αέναη εμπόλεμη κατάσταση («σαν άγριο θηλυκό σαν οπτασία» σελ. 11). Στο πρώτο από αυτά οφείλεται και ο τίτλος της συλλογής. Το ζήτημα της ποίησης όμως που θέτει αυτή η εισαγωγή συνδέεται άρρηκτα με τα θέματα που συνθέτουν το περιεχόμενο του βιβλίου. Συνυφαίνονται το θέμα του έρωτα και της αγάπης των προσφιλών προσώπων, της ψυχής, του φωτός και του σκοταδιού, της αβύσσου και της πατρίδας-ουτοπίας. Τη θέση του έρωτα στο έργο του Τόλη Νικηφόρου η κριτική την εντόπισε νωρίς. Ο Γιώργος Αράγης [1], ο Παναγιώτης Γούτας [2] και άλλοι αναφέρονται σε αυτό. Μάλιστα ο Τόλης Νικηφόρου ανθολόγησε τα ποιήματά του αυτά με τον τίτλο Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου. 63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015). Πολλά ακόμα ωραία ποιήματα μπορούν να συμπεριληφθούν στην ανθολόγηση αυτή που έχουν στο μεταξύ γραφεί, εφόσον φτάνει μόνο μέχρι το 2015.

Πράγματι ο έρωτας είναι θέμα που επιμένει σε όλες σχεδόν τις ποιητικές συλλογές του Τόλη Νικηφόρου και στις Κόκκινες πηχτές σταγόνες επίσης. «Ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας» [3] μας λέει από το 1979. «Ο έρωτας /όαση απόρθητη στην έρημο/χώμα στον ουρανό» [4]. Ο έρωτας σε όλες τις εκφάνσεις του είναι παντοδύναμος και ταυτίζεται με την ίδια ύπαρξη. Στις Κόκκινες πηχτές σταγόνες όμως, το θέμα του έρωτα συμπλέκεται με την απελπισμένη αγάπη προς το φως. Αυτό είναι κάτι καινούριο, ένα βήμα παραπέρα.

Στο εμβληματικό –αποκαλυπτικό ποίημα «το πιο βαθύ μου κόκκινο», ο βαθύτερος έρωτας είναι έρωτας φωτός. Εκεί αναφέρει «με φως να χαιρετίσω το σκοτάδι» και παρακάτω «σαν το πουλί ας φτερουγίζει/ μέσα σ’ αυτό το κόκκινο η ψυχή μου/μέσα στο φως που τόσο απελπισμένα/αγάπησε». Το φως αυτό είναι απρόσιτο, είναι η ίδια η ψυχή, πράγμα που το ποιητικό υποκείμενο καταλαβαίνει ξαφνικά, με τον αιφνιδιασμό μιας αποκαλυπτικής γνώσης όπως αντιλαμβανόμαστε από το ποίημα «σε θάλασσα ανάμεσα και ουρανό».

Ένα άλλο ποίημα που αποκαλύπτει την αντιπαλότητα του φωτός με το σκοτάδι, είναι το «πόσο κοστίζει αυτό το φως». Ο αγώνας αυτός δεν έχει ακόμα κριθεί, δεν φαίνεται ακόμα ποια δύναμη επικρατεί. Τα ποιήματα αυτά μαζί με το προτελευταίο «επιστροφή στην πατρίδα» αποτελούν το σκελετό της συλλογής, κατέχουν δεσπόζουσα θέση και δίνουν το στίγμα της. Από την πρώιμη ακόμα συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης του 1979 και στο ποίημα «τι θα μείνει»[5] με τον στίχο «στην πρώτη και έσχατη πατρίδα μας» εμφανίζεται με μια μεταφυσική διάσταση η έννοια της πατρίδας. Ή πολύ αργότερα στα Μυστικά και θαύματα λέει «αναζητώ μια χώρα απρόσιτη» στο ποίημα «δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός» («Ίχνη του δέους», σελ. 184). Παρά την αβεβαιότητα και τις ταλαντεύσεις που παρατηρούνται στο ποίημα «ηδονική αλχημεία» σχετικά με την υπόσταση του φωτός, το θέμα γίνεται μια σταθερά στη συλλογή, όπως φαίνεται στο ποίημα

«επιστροφή στην πατρίδα

τις ώρες της βουβής απελπισίας/ όταν τριγύρω ο κόσμος καταρρέει/και σβήνουν τ΄άστρα/όταν η άβυσσος με κοιτάει στα μάτια/γέρνει πλάι μου ξάφνου και πάλι/ ο άγγελος των παιδικών μου χρόνων/ και μου χαμογελάει/ μου κρατάει το χέρι/ μου ψιθυρίζει ένα παλιό τραγούδι / ο άγγελος των παιδικών μου χρόνων/ ξέρω όταν έρθει η ώρα/ ανάλαφρα πως θα σηκώσει/ επάνω στα φτερά του την ψυχή μου/ κι από την εξορία αυτού του κόσμου/ γαλήνια θ’ ακολουθήσουμε το φως/ για τη χαμένη μας πατρίδα».Το θέμα του φωτός, είτε σαν φυσικό μέγεθος, είτε σαν μεταφυσικό προοικονομείται στις προηγούμενες συλλογές αλλά δεν κυριαρχούσε. Από το 1979 συναντάμε τους στίχους «να κερδίσω το φως/ και πάλι να γυρίσω στο σκοτάδι» [6]. Ωστόσο πυκνώνει στα Φωτεινά παράθυρα εκδ. Μανδραγόρας 2014 και στη Φλόγα απ’ τη στάχτη εκδ. Μανδραγόρας 2017. Ποιήματα όπως «εξόριστο φως», «γιορτάζω», «γιατί το φως» των συλλογών αυτών το δηλώνουν απερίφραστα.

Το αντιθετικό ζεύγος λοιπόν, φως-άβυσσος κατέχει δεσπόζουσα θέση στη συλλογή. Βρίσκονται και οι δυο έννοιες στην κορυφή μιας κλίμακας που σχηματίζεται από ηπιότερες έννοιες. Η κλιμάκωση είναι ανιούσα. Απουσία, εγκατάλειψη, προδοσία, δάκρυ, σπασμένα δάχτυλα, τραύματα, απελπισία, μαύρη καταχνιά, άβυσσος από τη μια μεριά. Χαμόγελο, βεβαιότητα, ελπίδα, τραγούδι, άνοιξη, φως, από την άλλη. Και η λέξη άβυσσος εντοπίζεται νωρίς στην ποίησή του Τόλη Νικηφόρου και επαναλαμβάνεται συχνά, χωρίς να έχει βρει το αντίπαλό της δέος. Εδώ όμως, στη συλλογή αυτή, είναι που βρίσκει την αντίπαλή της έννοια, το φως, που τη μάχεται και την κερδίζει.

Τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή στη συλλογή, συμπλέκονται, συνυφαίνονται και είναι σχεδόν αδύνατο να τα αποσπάσει κανείς από το ενιαίο αυτό πλέγμα κι ας αναφερόμαστε χωριστά σε αυτά.

Την τρυφερή αποδοχή της συντριβής που εκφράζει το ποίημα «επιστροφή στην πατρίδα», ακολουθεί ο επίλογος της συλλογής, το εξόδιον άσμα της, επαναφέρει την αισιόδοξη εκδοχή της ζωής. Αποκαθίσταται η συνέχεια και όλα γίνονται πάλι από την αρχή, καινούρια και πρωτόγνωρα. Έτσι κάπως νικιέται η άβυσσος από την κυριαρχία της άνοιξης και του φωτός.

Η σημειωτική προσέγγιση που αποκαλύπτει τις δομές βάθους δείχνει πως το έργο του Τόλη Νικηφόρου με την αναφορά στο φως έχει αφομοιώσει την παράδοση του πλατωνισμού και την ορθόδοξη υμνογραφία που αποτελεί άρρηκτη συνέχειά της.

Θέλω να αναφερθώ και σε ένα ποίημα ακόμα της συλλογής που δείχνει επίσης ποια παράδοση αξιοποιεί ο ποιητής.

«ατύχημα στο δάσος των λέξεων»

ανάμεσα στους εξαίσιους στίχους/που συνθέτουν με ευωδιές και χρώματα/εδώ κι εκεί τ’ αγριολούλουδα/ένας αρκούδος κι ένα μωβ χελιδονάκι/έπαιζαν κάποτε χίλια δυο παιχνίδια/αγαπούσαν το λιβάδι με τη λιμνούλα/και τον απέραντο ουρανό/τους μαγνήτιζε όμως στο βάθος/το σκοτεινό δάσος των λέξεων/και θέλησαν να το εξερευνήσουν/να ρωτήσουν πώς και γιατί/ν’ ανακαλύψουν τα πανάρχαια μυστικά του/και τότε/σαν να ξύπνησαν από όνειρο/ ή να υπέκυψε στη γνώση/η εκθαμβωτική τους αθωότητα /μεταμορφώθηκαν σε ανθρώπους/κι έπεσε απ’ τις λέξεις /μια θλίψη ασήκωτη στα μάτια τους/

Το «ατύχημα στο δάσος των λέξεων » είναι ένα ποίημα παραμύθι. Παραπέμπει στην παραλλαγή της βιβλικής ιστορίας της πτώσης του ανθρώπου και της εκδίωξής του από τον παράδεισο. Τα παραμύθια όλα έχουν αίσιο τέλος αλλά το παραμύθι αυτό για μεγάλους δεν τηρεί αυτήν τη βασική προϋπόθεση. Ένας αρκούδος κι ένα μοβ χελοδονάκι παίζουν σε παραδείσια κατάσταση, αλλά τους μάγεψε το δάσος με τις λέξεις. Θέλουν να το εξερευνήσουν, όμως πληρώνουν την περιέργειά τους ακριβά. Η τιμωρία τους είναι να ξυπνήσουν. Το ξύπνημα είναι σαν να έχασαν την αθωότητά τους, γιατί υπέκυψαν στη γνώση. Επομένως , αφού η άγνοια συνδέεται με την αθωότητα η γνώση συνδέεται με την ενοχή. Η έννοια της αθωότητας συνδέεται σημασιολογικά με την ενοχή και παραπέμπει στο αξιολογικό αντιθετικό ζεύγος αθωότητα vs ενοχή.

Αθωότητα vs ενοχή

Γνώση vs άγνοια

Τελικό αποτέλεσμα είναι η μεταμόρφωσή τους σε ανθρώπους στων οποίων τα μάτια οι λέξεις επέβαλαν ασήκωτη θλίψη. Η αναζήτηση του δάσους με τις λέξεις και η ασήκωτη θλίψη που αυτές φέρνουν τελικά παραπέμπει και σε μια άλλη βιβλική ιστορία, του πύργου της Βαβέλ. Η επικράτηση των λέξεων-των γλωσσών- δεν διατήρησε την προηγούμενη ευτυχισμένη κατάσταση.

Ο ποιητικός λόγος του Τόλη Νικηφόρου είναι, όπως πάντα, με ομαλή συντακτική οργάνωση και νοηματική σαφήνεια. Απεχθάνεται νομίζεις την σκοτεινότητα, το μπαρόκ. Αγαπημένα του χρώματα το κόκκινο και το γαλάζιο. Από την πρώτη πρώτη ακόμα συλλογή έως και τώρα δεν υπάρχει κανενός είδους στίξη, ούτε μια τελεία, πράγμα που μπορεί να δηλώνει πως τα ποιήματα, όπως ακριβώς και η ποίηση δεν γνωρίζουν κανένα τέλος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Στην εισαγωγή της ανθολογίας της δεύτερης έκδοσης της ανθολογίας του Ανέστη Ευαγγέλου για τη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά αναφέρει πως «από τή μαγιακοφσκική καί ριτσική κοινωνική αντίληψη» οδηγείται «στόν τρυφερό ρομαντισμό τῆς καθημερινῆς ζωῆς» και πως «Στο πλαίσιο βέβαια αυτής της αλλαγής του Νικηφόρου, ο έρωτας, όπως είναι φυσικό, έχει την τιμητική του.» https://giorgosaragis.wordpress.com/antho1/ 

2. Αναφέρεται διεξοδικότερα στο θέμα του έρωτα και πώς διαφοροποιείται από τους ποιητές της Θεσσαλονίκης της προηγούμενης γενιάς τονίζοντας πως ο ποιητής «λατρεύει τη γυναίκα στην ολότητά της» στην εισαγωγή του στο Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου. 63 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη (1966-2015), Μανδραγόρας, 2015

3. Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979) στο ποίημα «πράξη ζωής», «Ο πλοηγός του απείρου» ,εκδ. Νέα Πορεία, 2004, (σελ. 95)

4. Στο ποίημα «η αποκάλυψη του μυστηρίου», Φωτεινά παράθυρα, εκδ. Μανδραγόρας, 2014

5. Ο πλοηγός του απείρου (1966-2002), εκδ. Νέα Πορεία, 2004, σελ.80

6. Ό.π. στο ποίημα «ερωτικό», σελ. 46

[Αναγνώστηκε στην παρουσίαση της συλλογής στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, στις 15.1.2020. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly