frear

Καθ’ οδόν. Σημειώσεις για την πανδημία – του Δημήτρη Αγγελή

Σίγουρα δεν το είχαμε φανταστεί έτσι. Η παραδοσιακή ιστοριογραφία μάς έχει μάθει ότι η ιστορία μιλάει πάντοτε για «maps and chaps», για χάρτες και μάγκες. Κι όμως: εμείς ζούμε ιστορικές στιγμές από τα σπίτια μας. Κι αυτοί που άλλοτε βρίσκονταν στα μετόπισθεν –οι γιατροί, οι νοσηλευτές– πολεμούν τώρα στην πρώτη γραμμή. Είναι οι άγιοι της εποχής μας, εκείνοι που προστατεύουν το αγαθό της ζωής: ο γιατρός Ρομπέρτο Στέλλα που συνέχισε να περιποιείται ασθενείς ακόμα κι όταν εξαντλήθηκαν τα προστατευτικά γάντια και οι μάσκες, ο ιερέας Τζουζέπε Μπεραρντέλι που πρόσφερε τον αναπνευστήρα του για να σωθεί κάποιος νεότερός του, εκείνοι που θυσιάζονται για χάρη των άλλων όταν όλοι βάζουν την αυτοπροστασία τους πάνω από καθετί. Ετούτοι οι άνθρωποι δίνουν μαρτυρία αίματος στην αρένα των νοσοκομείων, σε αυτή τη νεωτερική επινόηση που δημιουργήθηκε ως χώρος προβλέψιμων και ελέγξιμων καταστάσεων σε αντικατάσταση της αταξίας, της αδαημοσύνης και της τυχαιότητας και που τώρα, λόγω της πληθώρας των κρουσμάτων, έχουν την εικόνα χαοτικών χειρουργείων εκστρατείας.

«Η αλήθεια του ορθού λόγου δεν είναι η αλήθεια του Χριστού, αλλά η αλήθεια του Πιλάτου», σημείωνε ο Μπλέηκ διαβάζοντας Φράνσις Μπέικον. Ο Πιλάτος, όπως κι εμείς, νίπτει τας χείρας του «πολύ σχολαστικά», όπως λέει η διαφήμιση. Εμείς είμαστε απ’ τη μεριά του Πιλάτου, ανήμποροι. Κάποιοι στέκονται στην απέναντι όχθη, διαρκώς εκτεθειμένοι. Εμείς συζητάμε για το αύριο, αναλογιζόμαστε πώς θα είναι το μέλλον, κρυμμένοι στην ασφάλεια του σπιτιού μας. Εκείνοι ασχολούνται μόνο με το παρόν. Και το παράδοξο: όσο κι αν τους χειροκροτάμε στα μπαλκόνια μας, αυτοί οι άγιοι της εποχής μας είναι μοιραίο να ξεχαστούν όταν περάσει η κρίση. «Οι καλές πράξεις», γράφει η Άρεντ, «επειδή οφείλουν να ξεχαστούν αμέσως [«διότι και η θύμησή τους ακόμη θα καταστρέψει την ιδιότητά τους να είναι καλές»], δεν μπορούν ποτέ να γίνουν μέρος του κόσμου· έρχονται και παρέρχονται, χωρίς ν’ αφήσουν ίχνος. Δεν είναι, πράγματι, του κόσμου τούτου». Του κόσμου τούτου είμαστε εμείς που προστατεύουμε τη γυμνή ζωή μας κι έχουμε όλο τον χρόνο στη διάθεσή μας για να σκεφτούμε το μέλλον.

#

Μας αρέσει να προτρέχουμε. Μας αρέσει να προβλέπουμε το μέλλον μας και ίσως και να το προκαταλαμβάνουμε. Θέλουμε απόλυτο έλεγχο στις ζωές μας, παρ’ ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια οι κοινωνιολόγοι προέβλεπαν κοινωνίες διακινδύνευσης (Άντονι Γκίντενς, Ούλριχ Μπεκ κ.ά.) και διαπίστωναν εξαφάνιση της γενιάς του βιβλιαρίου αποταμίευσης. Τώρα όμως με την πανδημία πολλοί δεν μιλούν πια με όρους μέλλοντος, αλλά με όρους επιστροφής στο παρελθόν. Αν η επιστημονική φαντασία ως λογοτεχνικό και κινηματογραφικό είδος συνιστά πάντοτε ένα ακραίο σχόλιο πάνω στις αρνητικές όψεις του παρόντος (ποτέ δεν αφορά το μέλλον), η δική μας προβολή στο μέλλον μετά τον κορονοϊό παίρνει αίφνης μεσαιωνικά χαρακτηριστικά με προφητείες ολέθρου. Πανδημίες, δεισιδαιμονίες (τα fake news), αυτοδικίες (αύξηση αδειών οπλοφορίας σε πολλές χώρες), ένας κόσμος που απορρυθμίζεται και επιστρέφει από τη δυνατότητα επιλογής στη μοίρα, στον φαταλισμό, ο οποίος φέρνει στο προσκήνιο και τάσεις πολιτικής απάθειας και κυνισμού.

Συγχρόνως, όμως, μας αρέσει και η fin de siècle ρητορική, η αισθητική της νοσταλγίας και του vintage και δεν πρέπει να παρασυρόμαστε. Ας μείνουμε σε αυτά που μοιάζουν βέβαια, αν η πανδημία και ο συνακόλουθος εγκλεισμός παραταθούν:

Η μάχη της παγκοσμιοποίησης εναντίον των εθνικών κρατών τελείωσε, νίκησαν τα εθνικά κράτη. Είχε τελειώσει ήδη από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, αλλά τώρα η πανδημία τής έδωσε τη χαριστική βολή. Θα επανέλθουν άραγε στο επόμενο διάστημα οι εθνικές ταυτότητες πιο ισχυρές στο προσκήνιο και με τι όρους; Η παγκοσμιοποίηση επίσης αλλάζει μορφή: αν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί (οι προβλέψεις για την ώρα είναι απαισιόδοξες), τα ταξίδια θα αραιώσουν και ο τουρισμός θα ελαττωθεί –γεγονός όχι κατ’ ανάγκην αρνητικό αφού ήδη πολλοί επιστήμονες έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για τις περιβαλλοντικές συνέπειές τους και την αλλοίωση παραδοσιακών πολιτισμών και ιστορικών μνημείων. Με την ύφεση και την ανεργία που θα προκύψουν, μοιραία η αγοραστική δύναμη του μέσου ανθρώπου θα ελαττωθεί, άρα θα υπάρξει περιστολή της καταναλωτικής (και όχι μόνο) επιθυμίας. Τα εθνικά κράτη, προκειμένου να αυξήσουν την αυτονομία τους σε είδη πρώτης ανάγκης, ενδεχομένως θα στραφούν ξανά στη γεωργική και βιομηχανική τους παραγωγή, που τη διέλυσαν παράλογες αποφάσεις της κοινής αγοράς.

Όμως η παγκόσμια κοινότητα εξακολουθεί να μας αφορά και να μπαίνει στα σπίτια μας μέσα από το διαδίκτυο. Μας θλίβουν αληθινά οι φάλαγγες θανάτου στην Ιταλία, όπως πριν αγωνιούσαμε για τους θανάτους στην Κίνα. Μόνο που με τον αποκλεισμό του δημόσιου χώρου,  η δράση μεταφέρεται ακόμα περισσότερο στον ασυνεχή χώρο ροής πληροφοριών του διαδικτύου, όπου ξανασυναντιόμαστε σ’ ένα νέο μαζί, σχηματίζοντας συμβολικές κοινότητες περιστασιακής συμφωνίας. Ο ανέστιος εαυτός της παγκοσμιοποίησης γίνεται τώρα οικόσιτος, η «ανοιχτή κοινωνία» γίνεται πλέον «εκτεθειμένη κοινωνία». Τα αρνητικά των κοινωνικών δικτύων τα γνωρίζουμε ήδη: εκεί συναντιόμαστε ως ψευδεπίγραφες αυτοσκηνοθετημένες διαδικτυακές περσόνες χωρίς νοηματικό υπόβαθρο, ως αποσπασματικές υπάρξεις χωρίς πραγματική ζωή μέσα στον κόσμο. Το γεγονός ότι το επόμενο διάστημα λόγω των κλειστών σχολείων θα κυριαρχήσει η τηλε-εκπαίδευση, θα ενθαρρύνει ακόμα περισσότερο τον διαμεσολαβημένο τρόπο ζωής στις νεότερες γενιές. Δημιουργούμε λοιπόν, με ακόμα πιο επιτακτικό τρόπο, ένα μοναχικό πλήθος με δισεκατομμύρια συνδέσεις στο διαδίκτυο και κινητά τηλέφωνα στο χέρι. Μια δημοκρατία με συναισθηματικές εκρήξεις επειδή ακριβώς είναι μια δημοκρατία θερμοκηπίου. Και μια μεταφυσική που θύει στον άγνωστο θεό της διαδικτυακής ροής, όπως είναι αυτή που βλέπουμε στην ταινία Matrix (σκην. Λίνα και Λάνα Γουατσόφσκι, 1999).

Όλα αυτά όμως παραμένουν ακόμα εικασίες και φόβοι, φιλολογία επιστημονικής φαντασίας. «Η προφητεία της αβεβαιότητας πρέπει να ληφθεί πιο σοβαρά υπόψη από την προφητεία της ευτυχίας», έλεγε ο Χανς Γιόνας προτείνοντας μια συστηματική πεσιμιστική ηθική για να παραμένουμε ετοιμοπόλεμοι για το αύριο. Ωστόσο, το μέλλον χωρίς τον κορονοϊό είναι ακόμα καθ’ οδόν.

#

Μέσα στη δυσχερή συγκυρία που ζούμε προέκυψε και το θέμα της θείας κοινωνίας και το κλείσιμο των εκκλησιών. Η Εκκλησία ως ευχαριστιακή κοινότητα, δηλαδή κοινωνία που συγκροτείται οντολογικά από το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, δεν θα μπορούσε να αυτοκαταργηθεί σφραγίζοντας τους ναούς –και γι’ αυτό την απαγόρευση την επέβαλε η Πολιτεία. Αν και κατά τη γνώμη μου η ανελαστική αυτή απόφαση ήταν από καθαρά εκκλησιολογική άποψη λάθος (θα μπορούσαν κάποιοι ναοί να λειτουργούν με κάποιον ελάχιστο αριθμό πιστών, χωρίς κοινό ποτήριο, όπως πρότεινε πρόσφατα και ο κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος Μητροπολίτης Περγάμου), εντέλει η απαγόρευση αυτή ήταν κοινωνικά ορθή. Όπως παρατηρεί ο Άλμπρεχτ Βέλμερ, «οι δημοκρατικά νομιμοποιημένες αποφάσεις δεν είναι αναγκαστικά δίκαιες και οι δίκαιες αποφάσεις δεν είναι αναγκαστικά δημοκρατικά νομιμοποιημένες».

Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τις ατομικές ελευθερίες (απαγόρευση μετακίνησης και δήλωση αιτίας), υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των δύο απαγορεύσεων. Κάποιοι βγήκαν και μίλησαν για οργουελικό 1984, για καθεστώς παρακολούθησης κ.λπ., αγνοώντας προφανώς ότι δεν χρειάζονται τα συγκεκριμένα μέτρα για να παρακολουθείται η καθημερινότητά τους –αρκούν το διαδίκτυο, οι πιστωτικές τους κάρτες και οι κάμερες στους δρόμους. Ο Καρλ Σμιτ όμως είχε δίκιο όταν μιλούσε για τις καταστάσεις εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης, κατά τις οποίες υπάρχει πάντα μια μη αναγώγιμη στιγμή απόφασης που δημιουργεί δίκαιο και μάλιστα δίκαιο ασυμβίβαστο με τις ορθολογικές αυτοερμηνείες μιας φιλελεύθερης δικαιικής κουλτούρας (Βέλμερ). Στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως αυτή που ζούμε, έχουμε να κάνουμε με δίκαιο που περιλαμβάνει τη διακοπή του ορθολογικού δημοκρατικού διαλόγου και τη νομιμοποίηση της βίας (θυμίζω ότι τα αδέλφια Κράτος και Βία δένουν τον Προμηθέα στον Καύκασο).

Με τη συναίνεση της πλειοψηφίας στο κλείσιμο των ναών (όσο και να μην το καταλαβαίνουν οι μη πιστοί) και με την απαγόρευση της ελεύθερης μετακίνησης και της πρόσωπο-με-πρόσωπο επαφής με τους άλλους (όσο και να μην το καταλαβαίνουν οι υπερασπιστές της ασφάλειας έναντι της ελευθερίας), υπάρχει αυτοαναίρεση τόσο της Εκκλησίας όσο και της Δημοκρατίας. Η πανδημία πλήττει τον δήμο και την κοινωνική του ηθική. Ορθά η Πολιτεία παίρνει έκτακτες αποφάσεις για την προστασία του κοινωνικού σώματος. Αν η πανδημία παραταθεί για πολλούς μήνες, τότε θα πρέπει να κρατήσουμε κατά νου ότι και η ελευθερία είναι πάντα καθ’ οδόν.

#

Χρέος όμως της πολιτικής είναι πρωτίστως η διάσωση των σωμάτων. Όχι των οικονομιών. Όχι, οπωσδήποτε όχι, των τραπεζών. Αν οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ξεπεράσουν τη στενά διαχειριστική-οικονομιστική νοοτροπία τους συνειδητοποιώντας το αληθινό χρέος τους, η ήδη απαξιωμένη ΕΕ την επόμενη μέρα του κορονοϊού δεν θα υπάρχει παρά μόνο ως καρικατούρα στη συνείδηση των πολιτών της. 

Κάποιοι πάντως ήδη μετρούν τις απώλειες όχι σε αριθμό ανθρώπινων ψυχών, αλλά με όρους οικονομικής ζημίας. Κάποιοι άλλοι έφτασαν να προτείνουν με απάνθρωπη ωμότητα ένα είδος κοινωνικού δαρβινισμού με την «ανοσία αγέλης» (αν ο εγκλεισμός κρατήσει πολύ θα επανέλθουν προσυπογράφοντας το κοινωνικό κόστος για να παραμείνει φερέγγυο το χρηματοπιστωτικό σύστημα), προσδοκώντας σε ταυτόχρονη λύση και του ασφαλιστικού προβλήματος της πολύ γηραιάς πλέον ηπείρου μας. Δυστυχώς, εδώ και καιρό το Κράτος Πρόνοιας θεωρείται ελεημοσύνη και όχι δικαίωμα του πολίτη. Η μέριμνα για τους γέροντες γίνεται με επίκληση στο πλεόνασμα της ευσπλαχνίας μας ή αποτελεί ζήτημα ηθικού εθελοντισμού. Αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών δεν υφίσταται, η ανάγκη διαρκούς εκσυγχρονισμού και ανανέωσης έδινε τις τελευταίες δεκαετίες προτεραιότητα στο σφρίγος και την ομορφιά της νεότητας. Η πανδημία αυτό το χάσμα το κάνει ακόμα βαθύτερο γιατί θέτει πλέον ακόμα και τους γιατρούς σε διλήμματα. Όμως η δικαιοσύνη είναι πάντα καθ’ οδόν.

#

Η αρχαία ελληνική λέξη «αντιπελάργησις» μάς είναι πλέον άγνωστη. Σημαίνει την ανταπόδοση του παιδιού προς τον υπέργηρο γονέα των παροχών που δέχθηκε κατά την ανατροφή του. Η ετυμολογία της λέξης βασίζεται στην παρατήρηση των αρχαίων ότι οι πελαργοί συντηρούν τους ανήμπορους γεννήτορές τους –αν αυτή συνδυαστεί με τη νεότερη εικόνα ότι τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός, η σημειολογία του πράγματος γίνεται ακόμα πιο δυνατή.

Η ταινία Sweet movie (σκην. Ντούσαν Μακαβέγιεφ, 1974, με μουσική Μ. Χατζιδάκι) τελειώνει με τα παιδιά να ξυπνούν ή να αναγεννιούνται μέσα στα νάυλον –σαν κουκούλια μεταξοσκώληκα– καλύμματά τους, ενώ στο βάθος περνάει το τρένο με τους νεκρούς γονείς τους. Έχει δίκιο ο υπεύθυνος της υγείας μας που συγκινείται όταν μιλάει για τους μεγαλυτέρους μας: δεν τους αξίζει τέτοιο αύριο. Μια καλύτερη κοινωνία είναι πάντα καθ’ οδόν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly