frear

Λόγια που πετούν – του Στάθη Κομνηνού

 

Κύριες κύριοι,

κατ΄αρχήν ευχαριστώ όλους σας που ήρθατε σήμερα εδώ. Ευχαριστώ τον Αρμό για την ευκαιρία που μάς δίνει, στο φιλόξενο πατάρι του, να επικοινωνήσουμε με αφορμή και άλλοθι την Ποίηση και μια συγκεκριμένη σάρκα της: την αραβική. Κάνω πρόταση στον Αρμό και την εκφράζω, για πρώτη φορά από το βήμα αυτό, στον κ. Χατζηιακώβου, να σχεδιαζόταν, ίσως, μια σειρά διαλέξεων-σεμιναρίων ή έστω ποιητικών βραδιών, για τον σημιτικό πολιτισμό εν γένει, που θα στόχευαν να προσπορίσουν άμεση επαφή και βάσιμη, ας ελπίσουμε, εμπειρικά τεκμηριωμένη γνώση. Που θα είχαν ως πρόταγμα τη ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ διάκριση και ψηλάφηση γεγονότων και θα έβγαζαν γλώσσα σε κάθε τι ιδεοποιημένο.

Δοκιμάζω έκπληξη από το ενδιαφέρον σας για την ποίηση της Ανατολής, η οποία είχε και κρυφίως, ίσως, συνεχίζει να έχει, στενές επαφές με την Ελλάδα, καθώς η εμπειρία μου στην Ελλάδα από την περιπέτεια του πόθου μου να συνουσιασθεί με την Ανατολή και το σώμα της, μόνο ντροπή, απογοήτευση και απέχθεια μέχρι τώρα μ’ έχει κεράσει. Απ’ τα ενδημούντα καλά της πατρίδας…

Δοκιμάζω οργή στην τρέχουσα χρήση της λέξεως πληροφορία. Αισθάνομαι κάτι υπαλληλικά διεκπεραιωτικό, μιας χρήσης, με απαλλαχτικό χαρακτήρα υπνωτικού εφησυχασμού. Κάτι που, ως ευυπόληπτη δημιουργία μιας πανοπλίας αυτοκατοχύρωσης και ψευδαισθητικής γνώσης, δεν θα ’χει βρέξει –ακαδημαϊκώς– ούτε το δαχτυλάκι του στο παφλάζον ύδωρ του γεγονότος της ζωής. Η πληροφορία αν δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτό που η ίδια η λέξη επαγγέλλεται (φέρω, εμφορούμαι, πλήρως, μετέχω δηλ. σε κάποιον ή κάτι ως αποτέλεσμα, θα συμπλήρωνα, ερωτικής φοράς μου προς), σκοτώνει, νεκροποιεί, δημιουργεί διανοουμένους, ποιητικές ή άλλες αυθεντίες, θωρακισμένα φαντάσματα με πλήρη ψευδαίσθηση κατοχής, εγωτική αυτάρκεια δήθεν γνώσης, κοντολογίς στεγανοποιημένη ζωή. Εφιάλτης. Γι’ αυτό αρνούμαι να σας πληροφορήσω ακαδημαϊκά, δηλ. εξ αποστάσεως, για τη φυσιογνωμία της Ανατολής –άλλωστε υπάρχουν μονογραφίες και εγχειρίδια που ο ενδιαφερόμενος θα μπορούσε με ευκολία να ανατρέξει.

Θα προσπαθήσω να σημάνω το γενικό, το καθόλου, μέσα από το επιμέρους, το ειδικό. Πρώτα η Ποίηση, κοινή και αχρωμάτιστη και μετά η αραβική και η εν γένει σημιτική απεικόνισή της, που όμως, όπως κάθε όν, όπως κάθε υπόσταση, φορά ειδική σάρκα στο καθόλου, στο γενικό. Κι αυτό ενδιαφέρει βαθιά.

Θα αναφερθώ ειδικά σε σαφείς οντολογικές κατηγορίες : Κίνηση, Μνήμη-Σώμα, Προς τί, Γλώσσα =Λέξη-Ποίηση.

Θα προσπαθήσω να είμαι υπαινικτικός κι ωστόσο, ελπίζω, καίριος.

Εν αρχή ήν η Κίνηση. Η πορεία μέρα ή νύχτα. Σάμαρ (=νυχτέρι). Μέσα στην έρημο. Διερχόμενοι και παραμένοντες. Καμήλες. Ο ουρανός από την έρημο. Εκεί η επωδός. Εκεί η ιστορία, η αφήγηση – الاعرب ايام αϊάμ αλ αάραμπ (οι μέρες των αράβων).

[Μια μικρή παρέκβαση: μην απολυτοποιηθεί το σχήμα. Μπορεί να διασώζει ακέραιη την ουσία του σε άλλους πολιτισμούς και υπό άλλη ένδυση…]

Ο Άμπου Νουάς, αναφέρεται, γίνεται ερημοπολίτης (θυμάστε, θαρρώ, την ποιητική-οντολογική έκφραση από τα δοξαστικά, τα ιδιόμελα ή τα στιχηρά προσόμοια του Εσπερινού, ή τα τροπάρια του ορθρινού κανόνα…), για να αποκτήσει ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ, να καθαρεύσει η ποιητική του γλώσσα ! Συνιστώσες δύο : κίνηση, έρημος. Κι αυτός ο κόσμος, η έρημος και η κίνηση, η έρημος που υποδέχεται και ανθοκομεί την αραβική (και όχι μόνο) ποίηση και η κίνηση που σημαιοφορεί το ταξίδι, το άγνωστο, τη διακινδύνευση, τον λοξό δρόμο (=Ποίηση) και την έκπληξη, τί σχέση έχει με τον κόσμο μας ; Εκείνον τον φοβητσιάρη και καχεκτικό στο άκουσμα της μοναξιάς, της ερήμου, της σιωπής. Ξεχνάτε το άναμμα της t.v. μόλις μπαίνουμε σπίτι; Ή την τοτεμική χρήση του φορητού (κινητού) τηλεφώνου; Εκείνον τον περιδεή και λιποτάκτη κόσμο μας από κάθε ανασφάλεια, ειρηνεμένη άγνοια, ταξιδιωτική παιδικότητα; Πόση έρημο είμαστε διατεθειμένοι να εντάξουμε στην καθημερινή μας ζωή, στην κάθε νέα αυγή της ευκαιρίας; Πόση κίνηση να εγκαθιδρύσουμε πάνω στους καναπέδες και μέσα στα γραφεία μας;

Έκθεση στον ανοιχτό και επικίνδυνο αέρα της προσωπικής διακινδύνευσης. Μανία και αγωνία να φας αυτό με το οποίο σχετίζεσαι. Να το αφήσεις να σε μεταμορφώσει. Πολλές φορές θανάσιμα. Άδικα. Ανοίκεια. Μια φαινομενική χασούρα. Ωστόσο, πραγματική αλήθεια. Να αφεθείς ελεύθερα να αλλοιωθείς. Να μην κρατήσεις την ιδιωτεία σου, τα μίζερα συνοράκια σου. Νομίζω πως μόνο όταν σε παρασύρουν οι ποταμοί εκβάλλεις στο πραγματικό σου πρόσωπο. Αυτή, άλλωστε, είναι και μια πυρηνική λειτουργία της Ποίησης. Έχεις την αίσθηση πως απέτυχες, μάλιστα, αν δεν κρατάς το ποίημα στα χέρια σου ως κάτι ξένο, κάτι που δεν αναγνωρίζεις έκτυπα δικό σου κι ωστόσο το νιώθεις καίρια μύχιο, αληθινό ενέργημα των σπλάγχνων τού αταυτοποίητου κι όμως τόσο καταδικού σου εαυτού. Έκθεση στην εμπειρία και το βίωμα λοιπόν πρώτα. Μετά Ποίηση.

Η μήτρα του γραπτού λόγου και εν προκειμένω της Ποίησης, είναι η Μνήμη. Αυτή με τη σειρά της προϋποθέτει το ζωντανό λόγο και την προφορικότητα (καταστάσεις υψηλότατου σεβασμού στη σημιτική παράδοση. Ακόμη και τώρα. Εντονότατα. Μπροστά σ’ένα βιβλίο Ποίησης και σε χείλια που την λαλούν, οι άραβες θα επέλεγαν ασυζητητί το δεύτερο). Αυτά πάλι το πανηγύρι, τη σύναξη, την κοινότητα, την Πόλη. Οι σημιτικοί λαοί ανεξαιρέτως και εν προκειμένω οι άραβες προτάσσουν το ΣΩΜΑ και έπεται η γραφή, η λέξη. Αν η τελευταία υπάρχει και διαδραματίζει ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ρόλο, είναι για να ενσαρκώσει, να σωματοποιήσει, να κοινωνήσει ψηλαφητά το άρρητο. Να εικονογραφήσει την Πόλη, να παραπέμψει στην Πράξη του Σώματος. Οι Έλληνες το ίδιο κάναμε. Θυμάστε, βέβαια, τους αιώνες που κυλούν μέχρι να καταγραφούν, να μπουν στο χαρτί, τα Ομηρικά Έπη και την υστερότερη έκπαγλη μανία μας για ποιητικό θέατρο (= ένσαρκο λόγο), με τον ενθηκευμένο στο απολλώνειο Μέτρο, ίλιγγο της Αρχαίας Τραγωδίας. Αλήθεια, η πράξη μας να φακελοποιούμε και το παραμικρό μας συναίσθημα σήμερα, από τη μια, και να θυσιάζουμε, από την άλλη, την ύπαρξή μας στο Μολώχ της αφηρημένης ιδέας –ποτέ δεν κατάλαβα πώς μπορεί κάτι να μεταβάλλεται σε ή να «είναι» αφηρημένο…, αφού επί σωμάτων, πάντα, επιβαίνει η ζωή– ή στο Μολώχ αυτού που ανήκει στο χώρο του… «πνεύματος»!, μοιάζει νά’χει τίποτε κοινό με τα λόγια που πετούν; Με μια μνήμη που αρκείται απλά να υπάρχει; Να υπάρχει χωρίς διεκδίκηση λογοτεχνικής «αθανασίας»… Έχουμε το θάρρος και την τόλμη να ζούμε δίχως να αποζητούμε απεγνωσμένα και μανιωδώς να απομνημειωθούμε τεχνητά εν τω γράφειν; Το τελευταίο ας εκληφθεί παντοιοτρόπως. Αφήνουμε να μάς επισκέπτεται το λέγειν (με φως και σκοτάδι εν ταυτώ), ώστε να λειτουργήσει υπηρετικά της ζωής;

Ο ποιητής υπάρχει σε αναφορά προς τον λαό του. Η ατομικότητά του λίγο ενδιαφέρει. Τα αραβικά βραβεία ποίησης πήγαιναν στη φυλή που ανήκε ο ποιητής, όχι στη ξεμοναχιασμένη του περισπούδαστη ατομικότητα. Η αρρώστια της ιδιωτείας και της … «καλλιτεχνικής» ζωής, ως κάτι αποκομμένο από τη σκόνη, το χώμα, την ανάγκη, τη… χθαμαλή λαϊκότητα, που με υπερφυή εξαϋλωση, «εκλέπτυνση» και βλέμμα αλλόκοσμο, καταδέχεται να συνυπάρχει με τους χύδην ανώνυμους, νομίζω θα αποσπούσε το μακάριο γέλωτα της αραβικής κοινότητας και όχι μόνο. Ως τεχνίτης, ο ποιητής κουβαλούσε κάποιον, υπήρχε εν ονόματι κάποιου, διαμεσολαβούσε, με την Τέχνη του, ώστε να συσταθεί κοινωνία προσώπων. Να φωταγωγηθεί το Υπαρκτό. Να αποκαλυφθεί –έστω και κρυπτικά– το Άρρητο. Να κοινωνηθεί η Ζωή. Ο Ιμπν Χαλντούν ευστοχότατα σημειώνει: «ο συγγραφέας είναι σαν τον χτίστη ή τον υφαντή».

Ένα μεγάλο λάθος που διαπράττουν οι ποιητές είναι πως πιστεύουν ότι η Ποίηση υπάρχει ως τόπος έκφρασης της ατομικής τους περίπτωσης. Ιδιωτικές κλάψες, ιδιωτικές χαρές και παληκαρισμοί. Ντυμένες με περισπούδαστη αχλύ περιγραφές, που ξύνοντάς τις αναδύεται ο πλέον κοινότοπος οφθαλμός, η πλέον τετριμμένη οπτική. Δεν αφορούν ούτε ενδιαφέρουν κανέναν. Είναι ανεκτά, ωστόσο, ως προεισαγωγική άσκηση. Όχι ως κυρίως γεύμα. Δεν επιχειρούν οι ποιητές, δυστυχώς, μέσα από το προσωπικό τους βίωμα και τη συγκεκριμένη τους θέαση, μιαν ΑΓΡΑ, δεν επιχειρούν να αγρεύσουν τον Κοινό Λόγο. Τη μόνη ρεαλιστική καταξίωση, κατ’ εμέ, της Ποίησης. Ο Ηράκλειτος ξέρει. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, κι αν εκεί πράγματι στοχεύει η Ποίηση, τότε οι σύγχρονες κοινωνίες και ο σημερινός παιδαριώδης νεοβαρβαρισμός (απελπιστικά θρασύδειλος και πομπωδώς ανίσχυρος εν όψει της Ζωής, πιστέψτε με), που έχουν φροντίσει επιμελώς να μην έχει θεσμική θέση και θεσμικό ρόλο ο ποιητής, είναι κοινωνίες τυφλές, άρρωστες προς θάνατον, πρωτόγονες και αυτοκτονικές και, ευτυχώς, το πληρώνουν. Αντιθέτως, και χωρίς να αναφέρω το αρχαιοελληνικό υπόδειγμα σχετικά με τη μεταχείριση και αποδοχή της ποιητικής λειτουργίας, οι άραβες και η κοινωνία τους φροντίζουν να γράψουν σε πολύτιμο ύφασμα με χρυσά γράμματα επτά ποιήματα της προϊσλαμικής ποίησης (της «ειδωλολατρικής» ποίησης), τα λεγόμενα κρεμαστά (μουαλακάτ) ποιήματα, και να τα κρεμάσουν στην Κάαμπα !

Εμείς, όμως, μα την αλήθεια, έχουμε καθημερινά την ανάγκη να μην απιστούμε εξακολουθητικά στον εαυτό μας, να οικούμε δηλαδή τον κόσμο ΠΟΙΗΤΙΚΑ, με τον ίδιο τρόπο που έχουμε την ανάγκη να φορούμε ένα ρούχο ή να μαγειρεύουμε εύγεστα, ή η Ποίηση σημαίνει για μας μια… ρομαντική ανορθολογική ποιητική συλλογή στο ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ της «πραγματικής» μας ζωής; Ο ποιητής στις «κοινωνίες» που οικοδομήσαμε δεν είναι ο προγραμματικά εξόριστος; Ο θεσμικά ανοχύρωτος και ανύπαρχτος; Ο κοινωνικά απόβλητος με ευγενικές και απαστράπτουσες κλωτσιές; Ο δίχως προσκέφαλο και κατάπτυστος; Το αντικείμενο χλεύης και απόμακρης ανοχής εκ μέρους του… «πραγματικού» που βαστά, πίσω απ’ την πλάτη, τη ράβδο και τη λεμονόκουπα μιας κοινωνίας πια κουτσής, τυφλής, και σαρκοβόρας, ακριβώς χάρη στην επιλογή της αυτή; Εμείς δεν είμαστε οι ορκισμένοι πραιτωριανοί της μυθιστορηματικά ευπώλητης χαριτωμενιάς τα τελευταία 25 χρόνια; Αν σημαίνουν τίποτα όλες αυτές οι φανφάρες για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, τότε δεν βλέπω τί άλλο μπορεί νά’ναι από την ορκισμένη απόφαση μεταμόρφωσής μας σ’ αυτό που πραγματικά ΟΛΟΙ είμαστε: Ποιητές. Από καταβολής. Και DNA.

Η Ποίηση προέρχεται από την Αφωνία. Εκεί οικοδομείται. Εκεί χτίζει. Καλείται να μετατρέψει την αφωνία σε Λόγο που παραπέμπει στη… σιωπή ! Η Ποίηση συντελείται μέσα στη γλώσσα. Δεν θα επεκταθώ. Δυο λόγια φαινομενολογικής υφής ίσως : Άλλοτε περισσότερο (αραβικό παράδειγμα) κι άλλοτε λιγότερο, η γλώσσα εμφορείται από προσωδιακότητα με τρόπο πολύ έντονο. Επίσης, είναι πρόδηλο πως, για την αραβική περίπτωση, η γλώσσα βρίσκει την Εστία της (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου) στο Κοράν. Εκεί όμως κυριαρχεί, ίσως χωρίς προηγούμενο, η ποιητικότητα. Ομοιοκαταληξίες, ισοσύλλαβα, ρυθμός, μουσικότητα… Λες και οι άραβες υποδηλώνουν, μ’αυτόν τον τρόπο, την ταύτιση Ποίησης και Γλώσσας. Και, κατ’ επέκταση, την ταύτιση αυτών με το Άρρητο, το Μετα-φυσικό.

Στο σημιτικό υπόδειγμα (με όλες τις πιθανές διαφοροποιήσεις) και εν προκειμένω στο αραβικό παράδειγμα, ισχύει η διγλωσσία και η πολυγλωσσία. Μην ξεχνάμε όμως, όπως ξεχάσαμε κωμικά τον 19ο και 20ο αιώνα με το περιβόητο γλωσσικό ζήτημα, πως η Ποίηση γίνεται με ΟΛΗ τη γλώσσα της. Στο ΝΥΝ. Δεν υφίσταται λέξη παρωχημένη στην Ποίηση. Ειδικότερα για μας τους Έλληνες, θα έπρεπε να κολυμπάμε σ’ όλο το εύρος της θάλασσάς μας: μεγαλογράμματη γραφή, μικρογράμματη, κοινή ελληνιστική, κλασική, ομηρική, διαλέκτους, βυζαντινή, ντοπιολαλιές, ιδιώματα, καθαρεύουσα, δημοτική, ατονικό, μονοτονικό, πολυτονικό.. Ο ποιητής, άλλωστε, μέσα στις άλλες λειτουργίες του είναι κι ένας χαλκωματής. Αυτό οντολογικώς…

Στις σημιτικές γλώσσες ο ακρογωνιαίος λίθος είναι η ρίζα. Απίστευτη γοητεία. Γοητεία παραπετάσματος και ψηλαφητού μυστηρίου. Ζωοποιός έκπληξη του γκελ (τουρκιστί), της αναπήδησης. Μια συγκεκριμένη τριαδική πλαισίωση των όντων για την παραγωγή απροσδόκητων, αλλογενών Εκπλήξεων ! Παραδείγματος χάριν : Από τη ρίζα شعر σ-α’-ρ = αισθάνθηκε, προκύπτει το μαλλί, η τρίχα, η Ποίηση (…κάτι στα άκρα ε;)!, το αίσθημα, ο Σείριος, η αίσθηση…

Ορίζεις υπερφυώς και εν γνόφω, ωστόσο με ακλόνητη Πίστη, πως το συμφωνικό σύμπλεγμαطلب τ-λ-μπ =εκζήτησε απαίτησε (γιατί συγκεκριμένα αυτά τα φωνήματα, άραγε, να ορίζουν αυτό το σημαινόμενο ; Δεν θα μάθουμε, γοητευτικώς, ποτέ.) σημαίνει ψάξιμο, αναζήτηση, εκζήτηση, κι απ’ αυτό φτάνει να σου προκύπτει, μέσα από πλήθος αλληλουχιών, από τη μια ο (τάλιμπ) φοιτητής (…=αναζητών, ψάχνων, εκζητών, μια που η σημασία της λέξης «φοιτητής» διασώζει ταυτόχρονα και την αρχική σημασία της ρίζας της), οδηγώντας σε σε καίριους (…κοινωνιολογικούς) συνειρμούς : …όχι, δηλαδή, θεσιθήρας, αργυραμοιβός της γνώσης, κι από την άλλη ο ποθητός (ματλούμπ) ! Δεν επεκτείνομαι άλλο. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις σημιτικές γλώσσες, το τονίζω (εβραϊκά, συριακά/αραμαϊκά, ακκαδικά, αραβικά). Στη σημιτική θέαση του κόσμου. Το σύμπλεγμα طرق τ-ρ-κ =έκρουσε, σού αποκαλύπτει την… παγίδα (τάρακα) [βραχέα φωνήεντα], τον αυγερινό (τάρικ) [μακρό φωνήεν], τον δρόμο (ταρίκ) [μακρό φωνήεν] !

Αρκούμαι σ’ αυτά και σταματώ. Συνοψίζω:

Μνήμη. Γιατί ; Ως αποφυγή από εγκυστώσεις σχολαστικισμού, δηλαδή αποστειρωμένης σχέσης με τα όντα, καθώς προϋποθέτει σπαρταριστή συνάντηση μαζί τους.

Σώμα. Γιατί ; Ως αίτημα και βίωση ρεαλιστικής μετοχής στο ΕΙΝΑΙ, άσχετης προς κάθε ψιμυθιοποιημένη νεφελοποίηση της ακατέργαστης και αληθινής Αμεσότητας. Ως μοναδική οδό και δυνατότητα, ως τα Άγια των Αγίων της ύπαρξης.

Κίνηση. Γιατί ; Ως εκτίθεσθαι παντοιοτρόπως και εν παντί. Δηλαδή, ως μήτρα που γεννά ζωή, όχι ιδέες.

Προς τί; Το ποιητικώς λειτουργείν και πράττειν Ως αποφυγή ιδιωτείας και συντονισμός με τον Κοινό Λόγο, που συγκρατεί και συνεχεί το Υπαρκτό. Ως απεγκλωβισμό από κάθε είδους «λογοτεχνικό» αυτοσκοπό. Ως διακονική κίνηση υπηρέτησης Σώματος, ως παραπεμπτική λειτουργία για τη βίωση Σώματος.

Τέλος, μια μικρή εξομολόγηση. Μια αναγκαία για μένα και, πιθανότατα, περιττή για σας διευκρίνιση : Στον τρίτο Πυθιόνικο ο Πίνδαρος – αναφέρεται κι ο Σεφέρης σ’αυτό στον «Ερωτικό Λόγο» – ελεεινολογεί εκείνους που φτύνοντας το επιχώριο φως τους προσκυνούν φώτα αλλότρια. Γνωστή η περίπτωση του ελλαδικού κρατιδίου με τα πολυπόθητα και πιθηκίζοντα εσπέρια φώτα του τους τελευταίους αιώνες. Αγαπώ τις σημιτικές γλώσσες και σχετίζομαι μανιωδώς και αφιερωτικά μαζί τους, διότι δεν θέλω να χαθεί καμιά ειδική θέαση, κανένα τμήμα του ενιαίου Σώματος έναντι του Μυστηρίου. Δεν παντρεύομαι όμως. Ούτε γίνομαι βασιλικότερος της βασιλικής μου αγάπης. Κοντολογίς, θα έλεγα, από κοντά-κοντά κι απόμακρα και τρισαγαπημένοι. Η ταυτότητά μου οφείλει να διατηρηθεί γαλανή και στην επιφάνειά της να παίζει όλος ο χρωματικός ορίζοντας του υπαρκτού (το υποκείμενο «εγώ» έχει εδώ, λανθανόντως, κοινοτική σημασία. Ξορκίζει μια μανία μας εμάς των Ελλήνων να πέφτουμε με τα μούτρα στο οθνείο και να υποβαθμίζουμε, τραυματικά, το ημέτερο. Είναι, μολαταύτα, αναμενόμενο ολίσθημα προσώπων εθισμένων σε ακροβασίες.).

Έτσι, δεν επιθυμώ να ταυτιστώ με την αραβική ποίηση αποκλειστικά. Ομιλώ, σήμερα, για σύνολη τη σημιτική παρακαταθήκη κατά βάθος. Και με βάση αυτό, για κάθε εντοπιότητα που χρωματίζει τον Μέγα Ξυνό Λόγο της Ποίησης. Αναφορικά με την παλαιστινιακή ποίηση, εκπόνησα μια μετάφραση 11 ποιημάτων για το Κουκούτσι. Θα ήταν εύκολη κι αυτονόητη η άμεση καταφυγή μου στα ποιήματα αντίστασης. Δεν τα υποτιμώ διόλου. Όμως, ήθελα να δείξω πως το πυρηνικό ζητούμενο της Ποίησης είναι άλλο. Είναι σαν να αιτεί αμείλικτα, εκστατικά και ωμοφαγικά από τον ποιητή αυτό : «Όχι τα δικά σου, όχι τα γύρω από εσένα, αλλά Εσένα. Η ευκαιρία γι’ αυτό σου δόθηκε.».

Ευχαριστώ για την υπομονή σας.

[Ομιλία στον Αρμό, στην παγκόσμια ημέρα ποίησης, το 2010. Μεταφράσεις αραβικής ποίησης που εκπόνησε ο Στάθης Κομνηνός έχουν δημοσιευτεί στο περ. Κουκούτσι (Μάιος 2010).]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη