frear

«Ο φιλικός κόσμος των οικείων πραγμάτων» – του Κώστα Κουτσουρέλη

Μιχάλης Μακρόπουλος, Τσότσηγια & Ω’μ, Κίχλη,Αθήνα 2017.

Τρόπους η κριτική ματιά έχει πολλούς. Ένας απ’ αυτούς είναι να στέκεται στο κείμενο αυστηρά. Ένας δεύτερος, να το βλέπει από την σκοπιά του συγγραφέα του και της εποχής του. Ή, ακόμη, από εκείνην μιας κοσμοθεωρίας, μιας ιδεολογικής γραμμής και στάσης. Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη, ιδιαίτερος: να δούμε το έργο ως κάτι που μας αφορά προσωπικά. Τι σκέψεις, τι ερεθίσματα, τις εντυπώσεις ψυχικές μάς γεννά η ανάγνωσή του; Τι είναι εκείνο που ο συγγραφέας αντλεί και αλιεύει από μέσα μας; Πώς μας οδηγεί και προς τα πού;

Σ’ αυτή την περίπτωση, η φορά του βλέμματος του κρίνοντος αναστρέφεται. Η παρατήρηση γίνεται τότε αυτοπαρατήρηση, αυτοπεριγραφή, αυτοψυχογράφηση. Και ένας συγγραφέας ίσως δεν μπορεί να πετύχει κάτι ανώτερο απ’ αυτό: από το να μας κινητοποιήσει διανοητικά και ηθικά τόσο, ώστε ξεχνώντας προσώρας το βιβλίο του να ξεκινήσουμε να αναρωτιόμαστε για μας τους ίδιους.

Με το Τσότσηγια & Ω’μ, τις δυο εκδοτικά σύνοικες τούτες νουβέλες του, ο Μιχάλης Μακρόπουλος το πράγμα αυτό το έχει επιτύχει. Μας κάνει να αναρωτιόμαστε για μύρια όσα μ’ έναν τρόπο τόσο λεπταίσθητο, που είναι σαν αυτή η αναρώτηση να είναι το πιο φυσικό στον κόσμο. Όμως δεν είναι. Εκείνος την προκάλεσε. Και είχε την τέχνη να μας την υποβάλλει έτσι ώστε να νομίζουμε ότι μας ήταν πάντα οικεία.

Ποιο είναι το γνώρισμα το κύριο, το κρίσιμο, το απόλυτα διακριτικό αυτού του βιβλίου; Με μια λέξη: η τρυφερότητα. Υπάρχει μια απέραντη τρυφερότητα σ’ αυτές τις δυο νουβέλες του Μακρόπουλου, σε κάθε σελίδα, κάθε φράση τους σχεδόν, που κερδίζει εξαρχής τον αναγνώστη, που τον κάνει να μετέχει όχι απλώς συναισθηματικά, αλλά θα ’λεγε κανείς σωματικά στα δρώμενα, και τον αφήνει στο τέλος, και για μέρες πολλές, με την ανάμνηση μιας συγκίνησης απ’ τις σπάνιες.

Καταλαβαίνω βέβαια, με λέξεις όπως τρυφερότητα, συναίσθημα, συγκίνηση, κινδυνεύω να παρεξηγηθώ, για να μην πω να πάρω στον λαιμό μου τον συγγραφέα, που έχει κάθε λόγο να μη θέλει το έργο του να συμφύρεται με τους ποικιλόχρωμους συναισθηματισμούς, και βιογραφισμούς κι άλλα τέτοια φαινόμενα που μαστίζουν ένα τμήμα της πεζογραφίας μας, και το μεγαλύτερο της ποίησης. Ωστόσο, όταν μιλάμε για την λογοτεχνία, και το αντικείμενό της που είναι ο άνθρωπος, κάποιες λέξεις είναι αναπόφευκτες, αν θέλουμε να συνεννοηθούμε. Φτάνει κανείς κατά το δυνατόν να διευκρινίζει την χρήση τους, αρχίζοντας από το βασικό εκείνο: ότι το περιεχόμενο που τους προσδίδει είναι αμιγώς λογοτεχνικό.

Τι σημαίνει λοιπόν, τι μπορεί να σημαίνει στην γλώσσα την λογοτεχνική η τρυφερότητα; Ένας Τέλλος Άγρας θα έπιανε το πράγμα ίσως αλλιώτικα, θα μιλούσε για την “συμπαθητική φαντασία” του συγγραφέα, πάει να πει για μια στάση συμπάσχουσα, μετέχουσα στα πάθη και τα παθήματα των νοερών πλασμάτων που πλάθει. Κι αν πάρει κανείς πίσω πίσω το νήμα, θα φτάσει μέχρι τον Αριστοτέλη και τον δικό του έλεο και φόβο. Αν αναφέρω τον Άγρα είναι γιατί και στα δικά του ποιήματα ξαναβρίσκουμε κάποια από τα στοιχεία της πεζογραφίας του Μακρόπουλου, την έγνοια για τους μικρούς και ταπεινούς, την παρατήρηση του κοινού και του καθημερινού και την ανάδειξή του σε πρωτεύον, το βλέμμα το εταστικό πάνω στην χαμοζωή και τους άδοξους ήρωές της.

Η τρυφερότητα όμως είναι πρωτίστως τρόπος. Είναι μια δεξιότητα ορισμένη to do things with words, που σου επιτρέπει να παραβάλλεις λ.χ. την πρωινή σιγαλιά με την εικόνα μιας σιωπής φτιαγμένης από βαμβάκι τόσο πυκνό ώστε βουβαίνει μέσα του και την τουφεκιά ενός κυνηγού, όπως στη σελ. 35. Είναι ένα είδος ποιητικής ενσυναίσθησης, σαν κι εκείνη τη μοναδική που απολαμβάνουμε στις σελίδες του Ρίλκε όταν μας μιλά για την ψυχή ενός ψαλιδιού ή μιας κούκλας, μια μορφή συγγραφικής ικανότητας δηλαδή, να δίνεις όχι μόνο στα ανθρώπινα, αλλά και σ’ όλα τ’ άλλα, έμψυχα κι άψυχα, φόρτιση θυμική, να αναγνωρίζεις σ’ εκείνα, όπως γράφει ο Μακρόπουλος, τον «φιλικό κόσμο των οικείων πραγμάτων».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν θέλω να πω ότι ο Μακρόπουλος είναι φιλάνθρωπος, ότι οι σελίδες του αποπνέουν ανθρωπιά, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Μπορεί ως ιδιώτης και να ’ναι, δεν ενδιαφέρει. Ως συγγραφέας όμως περιγράφει την conditio humana όπως οφείλει να το κάνει ένας συγγραφέας, με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό το δείχνουν πρωτίστως οι αρνητικοί του ήρωες, ο δράκος και οι γιοι του, λ.χ. στην Τσότσηγια, ή οι αιμοβόροι σπηλαιάνθρωποι στον Ω’μ. Σ’ αυτόν τον τελευταίο, που είναι εν σμικρώ μια αλληγορική ιστορία του πολιτισμού μας τοποθετημένη καίρια στις παλαιολιθικές απαρχές του, βρίσκουμε μια ανθρωπογνωσία, μια κατανόηση των μηχανισμών της ανάγκης και της βίας, που κάνει εντύπωση για την εμβρίθειά της. Το ίδιο και στην Τσότσηγια, η σύγκρουση των αντιθέτων (άρρεν-θήλυ, ξενότητα-εντοπιότητα, αδυναμία-ισχύς, ευγένεια-βαναυσότητα) δίνεται με ακρίβεια σχεδόν κοινωνιολογική που δεν αντιστρατεύεται στιγμή τον παραμυθικό χαρακτήρα της αφήγησης. Και είναι αυτό ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μακρόπουλου. Ότι ενώ καταπιάνεται με θέματα που εύκολα μπορούν να γλιστρήσουν στο εύκολο συναίσθημα ή στον μελοδραματισμό, δεν χάνει το έδαφος της πραγματικότητας.

Ο ουμανισμός, η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός ή ότι μπορεί να γίνει τέτοιος άπαξ και διαπαντός, κατά την γνώμη την δική μου είναι μια πλάνη, ένα ιδεολόγημα, ένα φάντασμα. Σε πείσμα του, καμιά λογοτεχνία δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια της στο “κακό”, ακριβώς επειδή αυτό ενοικεί μέσα μας και μας ορίζει. Το γεγονός όμως, δεν πρέπει να μας κάνει να περιπέσουμε στο άλλο άκρο, να πιστέψουμε ότι επειδή το λεγόμενο κακό είναι ανεξάλειπτο, το νόμισμα δεν έχει κι άλλη όψη. Ακόμη και οι μεγάλοι κυνικοί το γνώριζαν αυτό, στο μέτρο που περισσότερο από κυνικοί ήταν πρωτίστως συγγραφείς. Έτσι, βρίσκει κανείς στα βιβλία του Σελίν, του Νίτσε, του Γκόττφρηντ Μπεν, του Όσκαρ Ουάιλντ, σελίδες καταυγασμένες από την απρόσμενη λάμψη της αγαθότητας και της φιλαλληλίας. Είναι ο ίδιος ο αγώνας της επιβίωσης που μεταμορφώνει ενίοτε ακόμη και την πιο ωμή εκμετάλλευση και βία στο αντίθετό της. Φτάνει ο παρατηρητής της νά ’χει την ευαισθησία, αυτή την μεταμόρφωση να την δει.

Ήταν μια τέτοια ευαισθησία νομίζω που έσπρωξε έναν Ουάιλντ, σκληρό κυνικό σε τόσα, να γράψει πλάι στο Πορτραίτο και τους πασίγνωστους δηλητηριώδεις αφορισμούς του, εκείνα τα υπέροχα, αξιολάτρευτα παραμύθια του – μνημεία ες αεί συμπάθειας και αγάπης. Δεν πρόκειται για αντίφαση εδώ, για πράγματα ασυμβίβαστα, αλλά για την απόδοση της ανθρώπινης κατάστασης στην πληρότητά της, που ένας συγγραφέας άξιος του ονόματος μπορεί να μας δώσει. Και τούτο εδώ το βιβλίο του Μακρόπουλου έχει μια τέτοια πληρότητα. Καθώς μάλιστα κινείται στον παραπλήσιο χώρο του ρεαλιστικού μύθου ή παραμυθιού (δεν ξέρω πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω ειδολογικά) ενίοτε, πράγματι, μας φέρνει στον νου την γραφή του Ουάιλντ και των άλλων παραμυθάδων.

Ακόμη και το στοιχείο το θρησκευτικό, το λυτρωτικό στον Μακρόπουλο, η εμφάνιση της υπερκόσμιας μητρικής μορφής στο προτελευταίο κεφάλαιο της Τσότσηγιας, με το «μπλε ρουτί» και την «κόκκινη ομπόλια», που ο γιος της είναι μάλιστα ποιμένας, κομμάτι αυτής της πληρότητας είναι. Ο συγγραφέας άλλωστε φροντίζει σοφά να μας προετοιμάσει για την εμφάνιση αυτή, έχοντάς μας δείξει προηγουμένως, σε στιγμή ανύποπτη, την βαθιά λαϊκή πίστη της Κατερίνας, της βασικής του ηρωίδας.

Κάποιοι θα δουν στο βιβλίο ένα πνεύμα, ένα άγγιγμα χριστιανικό. Και δεν θα ’χουν άδικο ίσως. Ωστόσο, ας θυμηθούμε εδώ, οι οριακές ανθρώπινες καταστάσεις, όπως τις έλεγαν παλιότερα οι υπαρξιακοί, ριζώνουν βαθύτερα απ’ τις λατρείες και τις θρησκείες και τις ιδέες, που σε στιγμή πολύ μεταγενέστερη, τις συμβολοποιούν. Μια απ’ αυτές τις οριακές καταστάσεις, αξεπέραστη, είναι και το θαύμα. Η προσδοκία του πρωτίστως, ενίοτε κι αυτή η τέλεσή του, για όσους λευκοφόρους την διανοίαν μπορούν να πιστέψουν σ’ εκείνο. Και το βιβλίο του Μακρόπουλου κορυφώνεται όταν περιγράφει ακριβώς τις στιγμές τις όμορες με το θαύμα – τις στιγμές που το παραμύθι γυρνά και γίνεται, ως όφειλε, παρηγοριά, παραμυθία.

Δεν θα πω ποιες είναι αυτές, ας τις αναζητήσει ο αναγνώστης. Κι αν αισθανθεί μετά την ανάγκη να τις εκλογικεύσει για να τις βάλει σε μια σειρά, ο συγγραφέας του δίνει το ελεύθερο. Ο ίδιος δεν ερμηνεύει, μόνο δείχνει. Και φυσικά είναι άλλη υπόθεση, τι καθένας στο τέλος θα μπορέσει να δει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη