frear

Kalymnos by night – της Αρχοντούλας Διαβάτη

Ας μην έπαιρναν αυτή την επιστροφή φόρου από την Εφορία και ωραίες διακοπές θα έκαναν, όπως πέρσι, πηγαινέλα στον Ποταμό, τρία τέταρτα απ’ το σπίτι τους, καθημερινά, έξω τα Σαββατοκύριακα που έπηζε ο Θερμαϊκός, η Χαλκιδική, η πλάση όλη.

Τώρα όμως σχεδίασαν επί χάρτου το όνειρο μιας μικρής εβδομάδας στο πιο μακρινό νησί, νότια στο Αιγαίο, στα Δωδεκάνησα που δεν είναι ακριβώς δώδεκα νησιά –αυτοί μόνο τη Ρόδο είχαν να θυμούνται ως τώρα, από την «πενταήμερη» με το σχολείο. Με το μικρό Πόλο, εγκάρσια στη χώρα για τον Πειραιά, οδήγησε πρώτα εκείνος, αργότερα ίσως θα έπαιρνε κι εκείνη το τιμόνι. Θα κοιμούνταν στο παιδί τους στην Αθήνα κι από ’κεί την άλλη μέρα Πειραιάς, πλοίο, Κάλυμνος. Όπερ έδει δείξαι.

Εκείνη κοίταζε ανήσυχη τα 495 χιλιόμετρα, και πότε θα γίνονταν ένας διψήφιος αριθμός και απαριθμούσε γελώντας τα διόδια, Μάλγαρα, Αιγίνιο, Μοσχοχώρι, κι έβρισκε μικρά ψιλά και άλλαζε τραγούδι στο εμπιθρί που τους είχε ετοιμάσει η κόρη τους, και Πελαγία, Μαυρομαντήλα, Αγιατριάδα, Τραγάνα. Άναβε το κλιματιστικό, τραγούδι, διόδια, και πάλι απ’ την αρχή. Ήταν μια ζεστή μέρα, ο καιρός αίθριος, είχε αναγγείλει καθησυχαστικά το πρωί ο εκφωνητής στην τηλεόραση ‒ευφημισμός για τον καύσωνα και το σαραντάρι, ό μη γένοιτο. Καλύτερα να μην ανάβει το κλιματιστικό, ζορίζεται η μηχανή και δεν τραβάει καλά, της είχε ζητήσει εκείνος, κι έτσι περιορίστηκε στα κέρματα και στα τραγούδια. Η ώρα περνούσε. Σαν κοντάρι σημαίας είχε σηκωθεί ψηλά ο ήλιος και στην αχλή του μεσημεριού θάμπωνε και διαθλούσε ένα γύρω τα τοπία, το πράσινο, το τσιμέντο, τους ήχους και τα χρώματα στην εθνική oδό, έρημη, με μεγάλα φορτηγά πότε πότε. ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ, ΖΗΤΩ Η ΑΣΩΤΙΑ, διάβασε στο κάτω μέρος ενός δυσθεόρατου διεθνών μεταφορών τιρ, συρόμενης νταλίκας, που προσπέρασαν. Όλα ψεύτικα, συμφώνησε τραγουδιστά ο Άκης Πάνου. Πήγαιναν, πήγαιναν. Η κλεψύδρα άδειαζε και κάποιος τη γέμιζε πάλι. Η ζωή μπροστά τους ήτανε. Από σκουλήκια μες στο χώμα, στο γραφείο όλη τη χρονιά είχαν βγει στον ήλιο και στον αέρα, να τραγουδήσουν σαν τζιτζίκια το τραγούδι τους, και να πεθάνουν. Τι άλλο ήθελαν. Τυχεροί. Εκείνος έβγαζε πότε πότε το μικρό σαν του Παπάζογλου κόκκινο μαντίλι και σκούπιζε τον ιδρώτα απ’ το λαιμό και το πρόσωπο. Ας άφηνε κι εκείνη το σουντόκου, αυτό της φέρνει ναυτία. ΠΑΘΕ, έτσι την έλεγαν την εθνική οδό, της εξηγούσε εκείνος. Πάνθηρα άκουγε αυτή. Πάτρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Εύζωνοι. Ποιοι εύζωνοι; Τι της έλεγε; H μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων τους νανούριζε, τους άφηνε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλια –μπορείς να μου φωτίσεις μια στιγμή, το κορμί μου είναι μόνο η αφορμή‒ ας σταματούσαν για έναν δυνατό, πικρό καφέ. Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή. Παιανία, τελευταία διόδια. Αφίδνες. Ουφ. Αττική οδός, Κηφισίας, Καλλιμάρμαρο. Στρίβουν για το Παγκράτι. Έφτασαν. Αγκαλιές, φιλιά. Αύριο πάλι.

Όλα αυτά τα σκέφτονταν εκείνος, στο ξενοδοχείο, στο κρεβάτι τους, μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Οι βαλίτσες έτοιμες έχουν βάλει ξυπνητήρι για να προλάβουν το πλοίο για το σπίτι, τα χαράματα. Οι διακοπές τέλειωσαν και την αγάπησαν την Κάλυμνο, σαν μάνα, έτσι αφημένη σαν ένα δώρο σεμνό ανάμεσα σε γκρίζα θεόρατα βουνά. Κι η κόρη τους που είχε έρθει πέρσι για αναρρίχηση, την είχε λατρέψει κι εκείνη. Από αυτήν είχαν πάρει τη σκυτάλη της αγάπης και την περπάτησαν απ’ άκρη σ’ άκρη. Στις ακρογιαλιές και τις εκκλησιές και τα καφενεία. Είχαν μιλήσει με ανθρώπους, μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς από την Αμερική και την Αυστραλία, παιδιά κι εγγόνια σφουγγαράδων. Την αγάπησαν σα μάνα και υπερασπίζονταν κιόλας τη λαϊκότητά της απέναντι σε άλλα τουριστικά και φινετσάτα νησιά. Σκέψεις που τον νανούριζαν και τον κοίμισαν κι αυτόν, όπως εκείνην, που κοιμήθηκε πρώτη και καλύτερη κι ονειρεύτηκε και. Πάνω, κάτω, μα τι γινόταν, πού ήμαστε, τι γίνεται. Σεισμός. Αγκαλιασμένοι πάνω, κάτω, φωνάζοντας, φωνάζοντας πιο δυνατά όσο κρατούσε ο ήχος, ατελείωτος ήχος, το τράνταγμα. Άναψαν τα φώτα, πήραν τις βαλίτσες και τράβηξαν κατά το λιμάνι. Αργά και ο αέρας καφτός, έκατσαν σε ένα καφενείο της προκυμαίας, μπροστά από ένα νεανικό κλαμπ. Από μέσα δυνατή μουσική που κατά καιρούς ανέβαινε στη διαπασών, και άγριες φωνές που συνόδευαν τα ρεφραίν ‒ελληνική βραδιά η αποψινή– και γέλια δυνατά, και χοροί, έβγαιναν κάθε τόσο για να καπνίσουν ‒άλλος θεός γι’ αυτούς, τίποτα δεν είχαν καταλάβει.

Μπήκαν στο διαδίκτυο κι έμαθαν το επίκεντρο και τις πρώτες εκτιμήσεις κι έπιασαν να διηγούνται ο ένας στον άλλο παλιές τους μνήμες από τον δυνατό σεισμό στην πόλη τους. Είχαν πάρει το μωρό τους αγκαλιά και βγήκαν στις σκηνές την άλλη κιόλας μέρα. Κάποιοι νέοι ήρθαν δίπλα τους και τους άκουγαν να διηγούνται. Δεν φοβούνταν τίποτα. Δεν ήξεραν τίποτα. Παιδιά σχεδόν. Αύριο θα έβλεπαν στην τηλεόραση ερείπια και θύματα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Όλο τον Ιούλιο δημοσιεύουμε κείμενα για τον καύσωνα. Ζωγραφική: Eric Zener.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly