frear

Ειδομένη 2 ή «φαβέλες στην Ελλάδα…» – του Λάζαρου Βλαχόπουλου

Ο αέρας το βράδυ είναι παράξενος εδώ, στην ελληνική εσχατιά, κι έχει συχνά μια μεταλλική γεύση. Ίσως οι τροφές με τα πολλά συντηρητικά, ίσως η έκθεση σε χημικά από τις τουαλέτες ως τα δακρυγόνα (προσφορά των γειτόνων) μα, νομίζω, πάνω από όλα η θλίψη που πλανιέται παντού, διαπερνώντας τα κορμιά και αγγίζοντας την λάσπη, τις πέτρες και τη λιγοστή ταλαιπωρημένη βλάστηση, αλλοιώνει και αυτή την αίσθηση της γεύσης.

«Θα μείνεις;», ρώτησε ο Οηές, έτσι τους λέμε εδώ αυτούς που δουλεύουν για την Ύπατη Αρμοστεία. Κανονικά είναι «όρος» που συνοδεύει τους κυανόκρανους, αλλά απουσία τέτοιων…

«Λίγο ακόμα». Είχε ένταση όλη μέρα, τώρα σιγά-σιγά σαν να ηρεμεί ο τόπος. Κάποιες φωτιές, κάποιοι ψίθυροι, αχνά φωτισμένες σκηνές. Ο συνάδελφος «Οηές» ανασηκώνει τους ώμους και απομακρύνεται, είναι κι αυτός κουρασμένος. Θέλει να προλάβει κάποιο γκρουπ για το ξενοδοχείο του. Καθαρά σεντόνια, ζεστό νερό, ιδιωτικός χώρος… άβυσσος μας χωρίζει με τους πρόσφυγες… Κοιτάζω ένα γύρω, ο χώρος που στην άκρη του βρίσκομαι είναι καλά φωτισμένος, οι σκηνές και τα κοντέινερ. Περπατάω λίγο ανάμεσα στα ανακατωμένα αντίσκηνα, πρέπει να προσέχει κανείς. Λάσπες, κάθε είδους απορρίμματα και ακαθαρσίες, νερά, σκοινιά, λιγοστό φως, ευτυχώς έχει φεγγάρι σήμερα. Οι ταλαιπωρημένοι αυτοί άνθρωποι, που σίγουρα θα ’θελαν να είναι πίσω στα σπίτια τους με ειρήνη και ευημερία (δεν είναι χόμπι η προσφυγιά και η μετανάστευση νομίζω…) το βράδυ μαζεύονται. Μαζεύουν τα ελάχιστα υπάρχοντα τους, τα παιδιά τους και προσπαθούν να βγάλουν την νύχτα σε ξένη χώρα. Ναι, αυτό που εμένα είναι η πατρίδα μου γι’ αυτούς είναι ξένο και καμιά φορά και τρομακτικό μέρος, με την έννοια πως δεν ξέρουν όχι τι τους ξημερώνει, αλλά πως θα βγάλουν και τη νύχτα. Καταλαβαίνουν ‒οι περισσότεροι τουλάχιστον‒ πως και για εμάς δεν είναι εύκολο, αλλά, σκέφτομαι, άλλη δυσκολία έχουν αυτοί, άλλου είδους και άλλου μεγέθους.

ÅÉÄÏÌÅÍÇ-ÊÁÔÁÉÃÉÄÁ ÓÔÏÍ ÊÁÔÁÕËÉÓÌÏ ÔÙÍ ÐÑÏÓÖÕÃÙÍ.(EUROKINISSI-ÌÐÏËÁÑÇ ÔÁÔÉÁÍÁ )

Δεν έχει αδειάσει ο καταυλισμός τόσους μήνες, αντίθετα σαν να έχει στεριώσει… πάνω στα χαρτόκουτα, παράξενο, αλλά αυτά τα χαρτόκουτα, που μοιάζει να βρίσκονται παντού, αποδεικνύονται πολύ γερά θεμέλια, ίσως γιατί είναι γεμάτα με ένα μίγμα από ελπίδα και απελπισία. Θέλουν να είναι εδώ, αν ανοίξουν τα σύνορα, θέλουν να είναι εδώ για να μην τους ξεχάσουν όλοι… γι’ αυτό γαντζώνονται σε σύνορα και λιμάνια, για να μην ξεχαστούν, μήπως ήδη δεν έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε (να απωθούμε) τους καταυλισμούς σε όλη τη χώρα; πράγμα που ίσως είναι κατανοητό με όσα περνάμε οι Έλληνες, αλλά δεν είναι λογικό ή έξυπνο. Τα προβλήματα ποτέ δεν λύνονται κάτω από το χαλί…

Μου έρχεται στο μυαλό η E. Kubler-Ross που έλεγε πως ο άνθρωπος ζει ένα μήνα χωρίς τροφή, μία εβδομάδα χωρίς νερό, ούτε μέρα χωρίς ελπίδα. Και η απελπισία; Πού βρίσκεται σε αυτό το μοντέλο, μήπως είναι κι αυτή μια μορφή ελπίδας; Τι συμβαίνει όταν κάποιος γαντζώνεται σε αυτήν;

Έφτασα περπατώντας στον παλιό σταθμό, λίγες εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, σαν προάστιο φαβέλας. Απέναντι, σειρές τα ακινητοποιημένα βαγόνια, να στέκουν και να ξεθωριάζουν, να σκουριάζουν αργά-αργά, σαν τα όνειρα…

Ο καταυλισμός της Ειδομένης έχει στ’ αλήθεια αρχίσει να έχει χαρακτηριστικά φαβέλας, με πιο χαρακτηριστικά εκείνα της δυστυχίας, των ονείρων και της άναρχης αυτο-οργάνωσης. όταν θα έχει γίνει πια τέτοια –αν προλάβει– δεν θα μπορεί απλά να αδειάσει πια, αδειάζεις ένα κουβά νερό, αλλά τη δεξαμενή πρέπει να την γκρεμίσεις να την ξεριζώσεις, έτσι και ο καταυλισμός που έγινε φαβέλα, μόνο να ξεριζωθεί μπορεί… ή να μετατραπεί σε πόλη-φάντασμα αν οι βασανισμένοι της μάθουν πως αλλού υπάρχει «χρυσός» (δίοδος), όπως στις παλιές ταινίες γουέστερν. Μόνο που εδώ δεν είναι ταινία, ο πόνος είναι καθημερινότητα, τόσο καθημερινότητα που έπαψε να ενοχλεί σαν πόνος κι ενοχλεί που μας θυμίζει πως υπάρχει πόνος…

Έχουμε δύο δρόμους: να μην ξεχάσουμε μόνοι μας ή να μας το θυμίζουν όσα θα γίνονται. Αν δεν ξεχάσουμε έχουμε μια ελπίδα να καβαλήσουμε το τσουνάμι, αλλιώς θα μας παρασέρνει όπου θέλει. Τι να θυμόμαστε όμως; μα πως έχουμε τόσες ανθρώπινες ψυχές, με όνειρα, με ελπίδες, αλλά και με απελπισία και σιγά-σιγά και θυμό. Όχι απέναντι σε μας, αλλά εμείς είμαστε εδώ, δεν είναι όλοι αυτοί που τους έφεραν ως εδώ – μεταφορικά και κυριολεκτικά. Να θυμόμαστε πως όταν οι παππούδες μας βρέθηκαν σε ανάλογη θέση δεν έμειναν εσαεί σε αντίσκηνα, στην άκρη των πόλεων και των οικισμών. Να καταλάβουμε πως οι πόλεις μας, τα χωριά μας έχουν νέους κατοίκους (μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα) ή και νέες συνοικίες και οι τοπικές αρχές να δράσουν ανάλογα. Αν σε μια εκκολαπτόμενη φαβέλα γίνει δημοτικό γραφείο/παράρτημα, αστυνομικός σταθμός, αγροτικό ιατρεία και παιδικός σταθμός (όχι σχολείο, πάει σε γκέτο μετά) ίσως να μην γίνει φαβέλα γιατί αρχίζει μια οργάνωση εξωτερική που θα περάσει και στον ψυχισμό, αλλά χρειάζεται έγνοια, χρόνος και χρήματα και κυρίως: να νιώσουμε την ευθύνη απέναντι στο μέλλον. Όλοι οι καταυλισμοί, τυπικοί και άτυποι, αν αφεθούν στην τύχη τους ‒οργανωτικά‒ σύντομα θα πάνε και αυτοί σιγά – σιγά προς κάποιο είδος φαβέλας με άναρχη αυτο-οργάνωση όπου θα κυριαρχούν ‒πιθανόν‒ κακοποιά στοιχεία.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν διαφέρουν από εμάς, έχουν ανάμεσα τους πολλά καλά και χρήσιμα για την κοινωνία άτομα, αλλά και άτομα που αν τους δοθεί η ευκαιρία θα παρανομήσουν, θα καιροσκοπήσουν. Στοιχεία καθαρά τυχοδιωκτικά. Οι νόμοι, οι θεσμοί δεν θα χρειαζόντουσαν αν οι κοινωνίες αποτελούνταν από αγγέλους, αλλά χρειάζονται ώστε οι λίγοι τυχοδιώκτες να μην καταπιέζουν τους πολλούς ήσυχους ανθρώπους που απλά γυρεύουν να ζήσουν μια ήρεμη και αξιοπρεπή ζωή.

Κάθομαι στην ξεχαρβαλωμένη αποβάθρα, νομίζω θα ’θελα ένα τσιγάρο τώρα, μα δεν έχω, δεν καπνίζω. Στο νου μου έρχονται εικόνες από παλιές ελληνικές ταινίες που ξερίζωναν, γκρέμιζαν υποβαθμισμένες συνοικίες στην Αθήνα κι έδιωχναν τον κόσμο. Πόσο πόνο έχουμε ζήσει, πόσο πόνο έχουμε δει, πόσο πόνο έχουμε απωθήσει. Ποια πόλη δεν έχει ακόμα συνοικία που λέγεται «προσφυγικά», «περίθαλψη» ή κάπως έτσι;

Θυμάμαι πόσο παράξενο μου φαινόταν, όταν μικρός έβλεπα τις ταινίες αυτές, κι έβλεπα τους ήρωες να μην θέλουν να φύγουν, να κλαίνε. Μετά κατάλαβα, η συνήθεια και το άγνωστο. «Αγαπάμε αυτό για το οποίο έχουμε υποφέρει», λέει o Lewis. Για να μάθεις να ζεις σε μια φαβέλα έχεις υποφέρει πολύ και μετά αρχίζεις να την πονάς. Αλλά είναι και το άλλο, το άγνωστο, ο φόβος πως τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα. Το μυαλό σου λέει πως δεν μπορεί να γίνουν χειρότερα, αλλά έχεις δει τόσα που ο φόβος υπερισχύει και γαντζώνεσαι από το κακό που ξέρεις, γιατί φοβάσαι το χειρότερο που μπορεί να έρθει.

Και τι μπορεί άραγε να γίνει; Ή να ξεριζωθεί βίαια, αφήνοντας μια ουλή να χάσκει στις ψυχές ξεριζωμένων και ξεριζωτών ή με έγνοια αληθινή, σίγα-σιγά, σαν το μικρό παιδί που με γλυκά λόγια και απαλές κινήσεις το πείθεις δάχτυλο-δάχτυλο να ξεγαντζώσει το χέρι του από κάτι που σφιχτά, απελπισμένα, κρατάει!

Αυτό όμως, τα γλυκά λόγια και η ήρεμη/σταθερή πειθώ, θέλει απόθεμα ψυχής, σχέδιο και υπομονή… ποιoς; Οι ταλαιπωρημένοι πολίτες; Η εξουθενωμένη πολιτεία; Ποιός;

Πάλι αυτή η μεταλλική γεύση. Κοιτάω προς τις σκηνές. Μοιάζουν να ηρεμούν, πέρα από κάτι ψίθυρους που μεταφέρει ο απαλός άνεμος. Αλλά άραγε κοιμάται ποτέ η απελπισία; Αναπαύεται; Κοιτάω προς το χωριό (οικισμός ουσιαστικά). Υπερβολικά ήσυχο, σαν να κρατάει την ανάσα του… καιρό τώρα.

Αποφασίζω να περπατήσω λίγο προς τον οικισμό. Αυτόν τον μικρό οικισμό που προσπάθησε να σηκώσει με αξιοπρέπεια το βάρος που αναλογούσε σε μια χώρα. Και τα κατάφερε παραπάνω από όσο θα μπορούσε να ελπίζει κανείς, αλλά όπως λέγαμε από την αρχή: ως πότε; Περνάω ένα σημείο με δύο περιπολικά 4Χ4 και μερικούς αστυνομικούς. Νεαρούς, έφηβους σχεδόν. Ήρεμους, αλλά φανερά κουρασμένους. Κάποιοι από αυτούς, μήνες πριν, έπαιρναν με χρήματά τους σάντουιτς και καραμέλες για τα παιδιά- πρόσφυγες. Τους θύμιζαν τα δικά τους… τώρα είναι κουρασμένοι, από όλους και όλα, και με ένα είδος παρατεταμένης αγωνίας στα μάτια. Που θα πάει αυτό; Τι περιμένουν όλοι από αυτούς; Τι θα κληθούν τελικά να κάνουν;

Καλησπερίζω, γνωριζόμαστε λίγο, όλοι γνωριζόμαστε λίγο εδώ πάνω. Σαν μακρινοί συγγενείς σε μοιρολόι… γυρνάω στο καφενεδάκι, θα κλείσει σε λίγο. Έχει μια-δυο παρέες, κάποιοι ντόπιοι, λίγοι αργοπορημένοι από ΜΚΟ. Πεινάω, αλλά δεν θέλω τίποτε, «μπαϊλντισμένος» το έλεγε η γιαγιά μου.

Α! θυμήθηκα έχω λίγο ψωμί και νερό στο αυτοκίνητο. Ψωμί χωριάτικο! Αληθινή λιχουδιά.

Σαν αυτό που μοιράζει εκείνος ο συμπατριώτης μου, που έρχεται καιρό τώρα, με ένα φορτηγάκι ψωμί και το πουλάει 80 λεπτά το καρβέλι και δεν δέχεται ούτε λεπτό παραπάνω, κι αν κάποιος προσπαθήσει να τον δελεάσει με περισσότερα χρήματα (μια και τα καρβέλια είναι μετρημένα) δεν του δίνει καθόλου! ‒αυτός νομίζω είναι αριστερός, σκέφτομαι και χαμογελάω.

Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω είναι ένα μνημείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ψηλά σε ένα λόφο, έχω ηρεμήσει κι άλλοτε εκεί, αλλά μέρα. Η βραδιά είναι φωτεινή κι έτσι αποφασίζω να κάνω το ψωμάκι μου πικ-νικ, έχει και νεράκι φρέσκο κει πάνω. Παρέα με αγάλματα και μνημεία. Τόσο παράξενο, πώς με τα χρόνια τα μνημεία αδειάζουν από μνήμες και στέκονται μοναχά τους. Από την άλλη έτσι δεν αποκτούν και μια αυθυπαρξία; Και αυτήν την αυθυπαρξία τους έχω ανάγκη αυτό το βράδυ. Την σιωπηλή τους μοναξιά. Αν είχαν μνήμη θα τα ένιωθα να μιλούν πίσω μου, καθώς στο παραπέτο κοιτάω κάτω την νυχτερινή, αλλά όχι σκοτεινή, πεδιάδα που οδηγεί προς το Κιλκίς. Δεν μιλούν όμως, δεν λεν τίποτε για πολέμους, για νίκες, για τελετές και παράτες, για επισήμους που αφήνουν δάφνινα στεφάνια και φεύγουν βιαστικά με τις λιμουζίνες. Απλά στέκονται. Υπάρχουν, άδεια από μεγαλείο, που δεν θα ταίριαζε άλλωστε στο δράμα που εκτυλίσσεται κάτω και γύρω τους, όχι όμως άδεια εντελώς… σαν μια διακριτική παρουσία. Σαν διακριτική υπενθύμιση πως η ιστορία, η ζωή συνεχίζεται, άλλοτε τρέχοντας κι άλλοτε μπουσουλώντας, αλλά συνεχίζεται. Κι έχω και μια υποψία, πως δεν είμαι ο πρώτος, κι ούτε ο τελευταίος που περνάει από εδώ, λίγο προβληματίζεται, λίγο ηρεμεί και μετά φεύγει. Και πως και εκείνους του δύσμοιρους εκεί κάτω θα τους καταπιεί η σκόνη του χρόνου, αλλά έχει διαφορά, δεν μπορεί παρά να έχει διαφορά αν είσαι σπίτι σου ή στον δρόμο, στην πατρίδα σου η πρόσφυγας. Νιώθω πως έχει διαφορά εκεί βαθιά, στην ψυχή, ακόμα κι όταν δεν είσαι πια παρά σκόνη στον χρόνο. Έχει διαφορά, να δώσουμε ένα χέρι, να παρηγορήσουμε, να απαλύνουμε… όσο είναι μπορετό.

Νομίζω είναι ώρα να γυρίσω, η νύχτα δεν κρατάει ποτέ για πάντα.

Λάζαρος Βλαχόπουλος
Σύμβουλος ΙΕΠ

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

βββ

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly