frear

Για το «Μελάνι στον ουρανίσκο» της Γεωργίας Κολοβελώνη – γράφει η Άννα Κουστινούδη

Γεωργία Κολοβελώνη, Μελάνι στον Ουρανίσκο, Μελάνι, Αθήνα 2015.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωσή μου της ποιητικής συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη με τίτλο Μελάνι στον Ουρανίσκο η επίγευση που ένοιωσα στον δικό μου λογοτεχνικό ουρανίσκο, είναι, θα έλεγα, ένα μείγμα πολλών, αλλά συναφών, γεύσεων με κυρίαρχη εκείνη του πένθους, της απώλειας, της φθοράς, του ματαιωμένου χρόνου, της ήττας και του υπαρξιακού κενού και της αγωνίας, της έλλειψης, αλλά και της γλωσσικής περίσσειας που παραμένει εγκλωβισμένη στις παρυφές και στα διάκενα της γραφής ως παρούσα απουσία (ή και το αντίστροφο), αφού αυτά αποτελούν τις κεντρικές θεματικές της εν λόγω συλλογής. Σε κάποιες σκιερές κρυψώνες ορισμένων ποιημάτων, ελαφρώς προβάλλει και ο έρωτας, ως βίωμα της ματαίωσης και της απώλειας, όμως, κι αυτός, αφού οι όποιες χαρές του ακυρώνονται (καταργούνται) από την επίγνωση της εφήμερης υπόστασής του. Το ποιητικό υποκείμενο, συχνά εσωστρεφές και αποστασιοποιημένο από την υλικότητα των πραγμάτων, αλλά όχι και από εκείνη των λέξεων, συνομιλεί με τις μνήμες και τα τραύματα χρόνων παρόντων και αλλοτινών, τραύματα που εκπορεύονται από τις αέναες συναισθηματικές επενδύσεις του στους άλλους, «ξένες οφειλές» τις ονομάζει στο 1ο ποίημα της συλλογής «Μεγάλη οθόνη», όπως και στο πολιτιστικό περικείμενο από το οποίο αυτές αναδύονται: «Έζησα σε κέλυφος αυγού/δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία/του ρήματος κόβω/παρτίδες με το παρελθόν…Ο μπαμπάς ταξίδευε σε μια χώρα/με ένρινα και υγρά/ ξεχνάω πάντα τ’ όνομά της/κι η μαμά άναβε κεράκια σε αγίους/με παράξενα ονόματα/εγώ μισούσα τις κούκλες/την ατσαλάκωτή τους τελειότητα/ζωγράφιζα μαύρα πουλιά/στα παιδικά τετράδια της μνήμης/και έπαιζα με κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα/έσταζαν αντί μελάνι/αίμα». («Πατριδογνωσία», σελ. 19.).

melani2Στην ποίηση της Κολοβελώνη, αυτό που στην καθημερινότητά μας αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό, βιώνεται ως μία έλλειψη που βρίσκει απάγκιο στις λέξεις και στο μελάνι, που κι αυτό, ωστόσο, από την έλλειψη εμφορείται: «Κάτι τέτοιες μέρες/θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη/να μουτζουρώσω βάναυσα το αδηφάγο λευκό/μα δεν έχω στάλα μελάνι/στον ουρανίσκο» διαβάζουμε στο ποίημα «Άνυδρο τοπίο». Το μελάνι ως τροφή στο αδηφάγο στόμα του λευκού χαρτιού υποκαθιστά, μετουσιώνοντας, την τροφή σε λέξεις και την επιθυμία σε αέναη αναζήτηση. Έχουμε, δηλαδή, εδώ, αναπόφευκτα αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε sublimation of desire, δηλαδή, μετουσίωση της υλικής επιθυμίας σε πολιτιστικά υποκατάστατα και βέβαια αν δεν συνέβαινε αυτό στις κοινωνίες των ανθρώπων, τότε δεν θα υπήρχαν ούτε τέχνες ούτε και πολιτισμός, που μέσω αυτών, τελικά, το πένθος της έλλειψης προσπαθούμε να διεξέλθουμε και να διαχειριστούμε: «Όλα λειψά/συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις/πιο κει η ζωή έχει γεύση φύλλου/που σαπίζει στο χώμα», διαβάζουμε στο ποίημα με τίτλο «Σχεδόν ζωή» (σελ. 12). Αλλά και η ίδια η γλώσσα μια έλλειψη είναι, μια παρούσα απουσία που δομείται από την περίφημη Λακανική εξίσωση: Απαίτηση μείον Χρεία ίσον επιθυμία. Γλώσσα και σώμα πάσχουν από την οδύνη της επιθυμίας ως έλλειψη, βρίσκοντας, ωστόσο, υποκατάστατο στο ηδονικό παιχνίδι της γραφής. «Γεννώ ποιήματα/αντί μωρά/τα εκκολάπτω στον βυθό της νύχτας/αθροίζονται οι λέξεις στο σκοτάδι/η υγρασία διογκώνει τους αρμούς/κολυμπούν στο αμνιακό υγρό του εγκεφάλου μου/τρέφονται με ιστούς και σάλιο απ΄ τα φιλιά/γεμίζουνε τα σωθικά με ήχους/κάποτε εγκαταλείπουνε τη θαλπωρή/της πρόσκαιρής τους κατοικίας/κυλάει τότε κόκκινο το αίμα/ανάμεσα στα πόδια μου/άχρηστα φωνήεντα (όπως ωμέγα, όμικρον)/σε θήκες νεκρές», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ωδίνη».

Η ζωή, και όλα όσα τη χαρακτηρίζουν βιώνεται με τρόπο ιδιαιτέρως εγκεφαλικό στην ποίηση της Γεωργίας Κολοβελώνη, αφού είναι το σημαίνον και όχι το σημαινόμενο εκείνο που συστηματικά πριμοδοτείται εδώ. Μα τι άλλο είναι η γραφή και δη η ποίηση, ευλόγως θα μου αντιτάξει κάποιος, παρά ακριβώς αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος εις βάρος του σημαινόμενου; Ωστόσο, στην εν λόγω ποιητική συλλογή, αυτή η πρωτοκαθεδρία του σημαίνοντος αποκτά μια ιδιάζουσα βαρύτητα, αφού το ποιητικό υποκείμενο κατονομάζει το κατ΄ εξοχήν υλικό συστατικό του, το μελάνι, προσβλέποντας σε αυτό ως τροφή ζωής. Το μελάνι επέχει θέση τροφής στον ουρανίσκο ως υποκατάστατο της βιολογικής ζωοδότρας τροφής, αλλά κι αυτό ακόμα το μελάνι, όπως και τα σύμβολά του πάνω στο λευκό χαρτί, την έλλειψη σηματοδοτεί, αφού η επιθυμία είναι πάντα αυτό που απομένει από την αιώνια πάλη ανάμεσα στην απαίτηση και στην ανάγκη. Αν αφαιρέσουμε, αν διεκδικήσουμε και λάβουμε ή αν μας δοθεί το αναγκαίο από το απαιτούμενο μας μένει το ζητούμενο, το επιζητούμενο, δηλαδή η επιθυμία για το επόμενο, και αυτό είναι μια αέναη διαδικασία για το ζων, όπως και για το γράφον υποκείμενο, που όσο υπάρχουν λέξεις πρέπει να τις λέει. Η ζωή, ωστόσο, παρά το γεγονός ότι διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και τα τερτίπια της, είναι από μόνη της μία περίσσεια, που πάντα θα διαφεύγει της δεύτερης ως ενσώματη κατάσταση και οντότητα, αλλά που συνεχώς διατηρεί τη διαλεκτική της σχέση με τη γλώσσα, το μέσο της αναπαράστασής της. Όμως και το ίδιο το συμβολικό σύστημα, η γλώσσα πάσχει στον τομέα αυτό, αφού όποτε ο λόγος επιχειρεί να αρθρώσει την επιθυμία, παράγεται πάντοτε ένα υπόλοιπο, μια περίσσεια, που υπερβαίνει το λόγο, το πεδίο της ομιλίας, αλλά και της γραφής. Γιατί η επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου που πηγάζει από την έλλειψη του σώματος και του γλωσσικού κώδικα που αναπόδραστα το ετεροκαθορίζει, αυτοκαθορίζοντάς το ταυτόχρονα: «Ακροπατώντας στη σελίδα/έψαχνα/τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/φωνημάτων/κι ενώ στο ποίημα γίνονταν/σημεία και τέρατα/ένα μαύρο ζωγράφιζε/σήμα κινδύνου/σε στήθος λευκό/ο ποιητής/με χαμόγελο λεπίδι στα μάτια/στάθηκε στο ραγισμένο κάδρο/του μεσημεριού/και έκοψε στα δύο/τη μέρα/ στο μεταξύ η επιθυμία τρεφότανε από τη σάρκα της», μας λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Ισορροπία».

paul_valery
Πωλ Βαλερύ

Σύμφωνα με τον Πωλ Βαλερύ, «είμαι σε κάθε στιγμή ένα τεράστιο συμβάν αναμνήσεων», πράγμα που μας υπενθυμίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει συγγραφή ή απλά γραφή χωρίς το αυτοβιογραφικό στοιχείο να λανθάνει ή να υποκρύπτεται μέσα της. Η Γεωργία Κολοβελώνη συνθέτει και χειρίζεται το βιωματικό υλικό της μετουσιώνοντάς το σε ποιητικό λόγο αναστοχαστικό με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδύεται ως ένα είδος προσωπικής εξομολόγησης ή μαρτυρίας. Δεν παραλείπει να τονίσει, ακόμα, την αυτο-αναφορική διάσταση του γλωσσικού της κώδικα, αφιερώνοντας το τελευταίο ποίημα της συλλογής στο ρήμα «γράφω», στο οποίο και αποδίδει μία σειρά από καίρια επίθετα που καταμαρτυρούν θέλω να πιστεύω και τις δικές μου, έως τώρα, παρατηρήσεις στην παρούσα προσέγγιση. Το χαρακτηρίζει λοιπόν ως ρήμα χαμαιλέοντα, άρα και ρήμα κοινωνικό, ρήμα απρόβλεπτο, άρα και ρήμα κομήτη, ρήμα ζογκλέρ, και ενδημικό, ρήμα γυμνό και ρήμα σαρκοβόρο που ποτέ δεν τελειώνει μαζί σου, ποτέ δεν τελειώνεις μαζί του, ρήμα ομπρέλα, θα το χαρακτήριζα, που όλα τα λέει, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί αυτός είναι ο προορισμός, η ίδια η μοίρα του.

Κολοβελώνη-φωτο-για-Μελάνι
Γεωργία Κολοβελώνη

Ακόμη, στην παρούσα ποιητική συλλογή, η Γεωργία Κολοβελώνη ανάμεσα σε όλα αυτά τα πολύσημα και αμφίσημα, μεταγράφει και τον αρχαίο, αλλά και το βιβλικό μύθο επανεγγράφοντάς τον, ενώ δεν λείπουν οι υπαινιγμοί της αναφορικά με την επιτελεστικότητα, τη λεγόμενη παραστασιακή διάσταση του «υπάρχειν, και του γράφειν, εις τον κόσμον», ενώ θίγεται και το ζήτημα του Άλλου ένδον ως «το ζώο που κρύβεται μέσα μας», όπως στα πολύ ιδιαίτερα ποιήματα «Η επιστροφή της Πηνελόπης», «Μεταμφίεση» και «Η Εύα και το φίδι».

Κλείνοντας, τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ, και στο υπαρξιακό ζήτημα του χρόνου που απασχολεί επίμονα, βασανιστικά, θα έλεγα, την ποιήτρια ως μνήμη, ως επώδυνο παρόν και μέλλον, ως ιστορία συλλογική και ατομική και ως ματαιωμένο αδικαίωτο παλίμψηστο στιγμών, όπου η έννοια του φαντάζει ως αντίπαλος, αλλά και ως αχώριστος, εκ των πραγμάτων συνοδοιπόρος, καίτοι επιφέρει την ήττα και τη ματαίωση: «αύριο δεν είναι ποτέ μια άλλη μέρα/αύριο είναι πάντα χτες/οι φίλοι έχουν όλοι φύγει/μια ορχήστρα αόρατη παίζει/σε σάλα αδειανή το βαλς/μιας ζωής σπαταλημένης σε ξένες οφειλές/πυκνή σιωπή επικάθηται στα έπιπλα/στο πάτωμα ίχνη από παλιά ναυάγια/φτερά από καπέλα εποχής/μια πέρλα ανάμνηση από λαιμό λευκό/που αγαπήθηκε πολύ/ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας/κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό/κοιτάμε βουβοί την οθόνη/πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν/ οι τίτλοι του τέλους» («Μεγάλη οθόνη»).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Coskun Cokbulan.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly