frear

Δύο ποιήματα – του π. Αθανασίου Πολύζου

Ο ΚΑΨΑΛΗΣ

Χρυσὲς οἱ καστανιὲς στὴν ὄχθη
καὶ τὸ μονοπάτι ἀνάμεσα
στὰ εὐωδιαστὰ ξύλα.
Μὲ τὸ σούρουπο ἔφθασα στὸ μοναστήρι.
Κι ὅπως ἄνοιξε ἡ πύλη
καὶ βύθιζε ἡ νύχτα
θυμήθηκα ἐκείνη τὴν ἄλλη νύχτα
πρὶν δέκα χρόνια..
Ἤμουν τότε στὸ μοναστῆρι ἐπισκέπτης.
Ἦταν νύχτα καὶ χειμώνας.
Ἀπ’ τὸ κρεβάτι μου ἄκουγα τὸν ἄνεμο νὰ μουγκρίζει.
Ὁ οὐρανὸς ἔμοιαζε θαλασσωμένος.
Μακριὰ τὸν ἔφεγγε ἕνας ξεχασμένος φάρος.
Τότε ἀκούστηκαν τὰ οὐρλιαχτὰ
τὰ γαβγίσματα, μετὰ τὸ κλάμα καὶ ἡ σιωπή.
Καιρὸ ἔπειτα, δύο ἐπισκέπτες μοῦ ’πανε
γιὰ τὸ περιστατικὸ τῆς νύχτας ἐκείνης.
«Ἤμουν σκοπὸς στὴ βίγλα» ἔλεγε
«κι εἶχε καλὸ φεγγάρι. Ἔτσι εἶδα ὅλη τὴ μάχη.
Πῶς τὸν κυκλώσανε οἱ λύκοι.
Πῶς πάλεψε ὁ Καψάλης.
Ὁρμοῦσε μόνος καταπάνω σ’ ὅλους!
Τοὺς γέμιζε δαγκωματιές!
Μὰ οἱ λύκοι ἦταν πολλοί.
Σὲ κάποια ἕφοδο τοῦ τσάκισαν τὸ πόδι.
Κάτω ἀπ’ τὸ πλατάνι τὸν μισοτελειώσανε.
Τὸ κλάμα του ἀκουγότανε ὣς τὸ πρωί.
Ἦταν νὰ ραγίσεις».
Τότε μίλησε ὁ ἄλλος, ἑβδομηντάρης,
ρουφηγμένος, κρατοῦσε τσιγάρο
«Τρεῖς μέρες ἔμεινε ἐκεῖ τὸ κορμὶ τοῦ ζώου.
Τὴν τρίτη μιὰ μπόρα ξεγύμνωσε τὰ κόκαλα.
Ἕνα μῆνα ἀσπρίζανε τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ τοῦ ἥρωα.
Ἔλεγες πὼς ὁ πολεμιστὴς σκύλος ἔδειχνε τὰ δόντια του.
Λύκος δὲ ματαπάτησε στὰ μέρη ἐκεῖνα».
Φτωχὲ Καψάλη, συλλογίστηκα.
Ἤθλησας νομίμως σὲ καιρὸ ποὺ οἱ λύκοι
δὲ φοβοῦνται οὔτε σκύλους, οὔτε ἀνθρώπους.
Κι ἀλίμονο…
Οὔτε ὀστᾶ, οὔτε κόκαλα…

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ

Στὸν π. Ἀντώνιο Πινακούλα

«Ἐκράτησέ μου τῆς χειρὸς
προπορευόμενός μου
καὶ οὕτως ἀπηρξάμεθα
τὴν ὁδὸν διανύειν»

ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Ὅταν οἱ μέρες μου πιὰ ἔγιναν δύσκολες,
ἔπαψα νὰ ἐπισκέπτομαι καὶ νὰ βλέπω τὸ Γέροντα.
Ἄρχισα ὅμως νὰ τὸν βλέπω στὸν ὕπνο μου.
Ἔτσι ἔγινε καὶ τὸ περασμένο βράδυ.
Κατεβαίναμε, λέει, ἕνα μεγάλο βουνό.
Μπροστὰ πήγαινε ἐκεῖνος κι ἐγὼ ἀκολουθοῦσα.
Ἐκεῖνος πρόσεχε σὲ ποιὲς πέτρες πατοῦσε,
γιατὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὶς περισσότερες φίδια.
Σιχαμερὰ φίδια κουλουριασμένα.
Προσπαθοῦσα νὰ πατάω στὶς ἴδιες πέτρες.
Φοβόμουνα.
Ἄρχισα νὰ μιλάω. Τοῦ ἔλεγα:
«Γέροντα, τώρα θυμήθηκα τὸν ἅγιο Σιλουανό.
Κάποτε αἰστάνθηκε ὅτι κατάπιε φίδι
καὶ ἄκουσε τὴ φωνὴ τῆς Παναγίας:
– Εἶδες πῶς ἀηδίασες ἐσὺ ποὺ κατάπιες φίδι;
Ἔτσι καὶ σὲ μένα δὲν ἀρέσει ἡ ζωή σου».
Ὁ Γέροντας δὲν ἀπάντησε.
Συνέχισε νὰ κατεβαίνει, ὥσπου φτάσαμε
στοὺς πρόποδες.
Τότε ἔχασα τὸ Γέροντα.
Ἔψαξα μὲ τὸ βλέμμα καὶ τὸν βρῆκα.
Ἦταν ἀπέναντι καὶ κάθονταν σὲ μιὰ πέτρα.
Μιὰ ἥσυχη λίμνη μᾶς χώριζε…

[Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Καὶ ὁ θάνατος μέσα στὶς λεμονιὲς θὰ κυματίσει, ἐκδόσεις Ἀκτὴ, 2010. Ἡ φωτογραφία ἀπό τή Νοσταλγία του Ἀντρέι Ταρκόφσκι.]

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη

%d bloggers like this: