frear

Μία ανάγνωση της συλλογής «Χαμηλά ποτάμια» του Θανάση Μαρκόπουλου

ΤΟ ΑΔΙΑΚΟΠΟ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑ
Μία ανάγνωση της συλλογής Χαμηλά ποτάμια του Θανάση Μαρκόπουλου,

εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2015

γράφει η Χλόη Κουτσουμπέλη

Αν μία συλλογή είναι πουλί, τι είδος πουλιού είναι; Στο πρώτο ποίημα της συλλογής του Θανάση Μαρκόπουλου ένα τεμαχισμένο σπουργίτι πίσω από τις περσίδες. Το βλέμμα του ποιητή, άραγε αποσπασματικό, άραγε αποστασιοποιημένο;

Στο δεύτερο ποίημα είναι τα λόγια της μάνας που φτεροκοπούν και πέφτουν στην θάλασσα, ενώ ορίζεται ο τόπος, Θεσσαλονίκη, ενώ ορίζεται η μάνα, μέσα, σπάει, κάτι.

Στο τρίτο ποίημα το πουλί είναι η μνήμη, φτερουγίζει και αφήνει επιτύμβια χειραψία με χέρια κομμένα και έναν έρωτα που παλεύει με απόγνωση να πιαστεί από την κουπαστή της ανάμνησης.

Ολοκαύτωμα στο Δίο και ένα κορίτσι πάντα να φυλάει το φως, ως σκοτάδι, ως τύψη, ως ειμαρμένη.

Κι ύστερα ένα πλάνο σταθμού, ο ποιητής πίσω από την περσίδα, το τεμαχισμένο σπουργίτι, η κατασκευή μιας ανάμνησης, όχι δικής του, ‒αλλά αυτό δεν είναι η τέχνη‒ και πιο πολύ ενός συναισθήματος και ακόμα περισσότερο ενός ποιήματος, αποσκευή ξεχασμένη, δεν πετάει, βρέχεται, δεν είναι δική του, ή ίσως είναι πιο δική του από δική του.

Ένα πουλί φωτιάς ή ίσως ένα τηλεφώνημα, ένα γυναικείο όνομα, Ρεβέκκα, μία φλόγα, μία Ανάσταση, στον λόφο. Υπήρξε, δεν υπήρξε, δεν έχει σημασία, καίγεται.

Ένας αποχαιρετισμός, εδώ η μάνα δεν ορίζεται, ορίζεται ο γιος, στο φτερό, ποιο πουλί άραγε;

Γιαγιάδες περίεργα πουλιά προβάλλουν και απεκδύονται τα μαύρα τους φουστάνια, αποκτούν φτιασίδια και πολύχρωμα φτερά, τρέχουν να κρυφτούν, πίσω απ’ την φυλλωσιά της δικής τους γιαγιάς.

Μία γυναίκα που κουβαλά, μία γυναίκα από χώμα, γη, γυναίκα, χειραφέτηση στο χώμα.

Το παιδί από την Βεργίνα, έχει ήδη πετάξει, δύο μικροί μίσχοι στηρίζουν την απουσία του, η λεζάντα γράφει το όνομά του, λέγεται έφυγα.

Οκτώ με δέκα, μικρό πουλί σε χούφτα ξένη, κεράσια μαύρα και μια μάνα που κρύβει κάτω από τα φαρδιά της φορέματα, χαμηλό πορτάκι κάτω από σκάλα, εδώ δεν ορίζεται η μάνα, ούτε ο γιός αλλά το σπίτι.

Η Λολομπριτζίτα, Βασίλισσα του Σαββά, εξωτικό πουλί, η περσίδα πέφτει, ολόκληρη η γυναίκα στην οθόνη, το θαύμα στα έφηβα μάτια που αστράφτουν.

Η επέλαση των νέων, γυμνά, μικρά, γυμνασμένα πουλιά, σε σμήνη, νέα, ορμητικά, ανθεκτικά, φεύγουν για να ξανάρθουν καινούργια.

Ένας τάφος προγούλι στο πρόσωπο, ευημερία, ευοί, ευάν, ο καθρέφτης, γελάμε για να τον ξεγελάμε

Το ίδιο βλέμμα όχι πίσω από την περσίδα, αλλά σε κάδρο, κάποιος πετάει στην βροχή, ο ποιητής μέσα στεγνός, το βλέμμα προστατευμένο εντός. Όμως τα δάκρυα κάνουν τις δικές τους πτήσεις.

Ποιο πουλί είναι το βράδυ με την μαύρη φτερούγα του, τι τελειώνει, τι περιστρέφεται γύρω από το περίστροφο;

Σκέτος αέρας ύλη για πέταγμα τι μένει τι υπάρχει τι αιωρείται πούπουλα φτερά

Όταν υπάρχει η αλήθεια και η ομορφιά, ο Παρθενώνας και η Πνύκα, τα χαρτιά ορυχεία ψεύδους. Και η απώλεια; Πάντα παρούσα, δεν χάθηκε ποτέ.

Ποίημα απολωλός που ο ποιητής κυνηγά με φουσκωμένα πανιά, ποίημα που θα μείνει αποίητο, διακεκομμένο από τηλεφώνημα

Και τραγούδι με τριζόνια, λύκους, φεγγίτες φλέβες μοναχικό σαν αρχαία σιωπή.

Και αστραπές βουβές, η μία τρυφερό λυχνάρι, η άλλη σκοτωμένο νερό και η τρίτη η πιο πολύτιμη, απαγορευμένο περγαμόντο.

Και κεράσια, ένα κορίτσι που γίνεται κυκλάμινο, το θαύμα του θεατή που περνάει επιτέλους το γεφύρι και ένα βασιλόπουλο που κλαίει στ’ αλήθεια και μία σολίστ κοριτσάκι που πεινάει.

Και ένα βλέμμα όχι του ποιητή αλλά των άλλων, εδώ ούτε η μάνα, ούτε ο γιος, ούτε το σπίτι, εδώ ορίζεται η ηλικία.

Μοναχοί φωτός στο σκότος που περικλείει, μοναχοί ή ίσως όχι.

Η γυναίκα του κύριου Παναγιώτη είναι χελιδόνα, οι καρέκλες παραμένουν δύο, ο φίκος πάντα ένας.

Ένας καφές, ένας φίλος που χάθηκε, ένας φίλος ποιητής που κάπνιζε, ένας φίλος ποιητής που κάπνιζε και χάθηκε, που δεν τον σκότωσαν τα τσιγάρα, τα ποιήματα τον σκότωσαν με το φαρμάκι τους, μαύρη μηλιά, Δεσκάτη, κάπου στον κόσμο.

Ένα γράμμα που στέλνει ένα παιδί σε ένα διήγημα, και ένα διήγημα που ο ποιητής έκλεισε μέσα σε ένα ποίημα, κι αν το παιδί δεν έχει την διεύθυνση του παππού του για να στείλει το γράμμα, ο ποιητής έχει άραγε την διεύθυνση της μοναξιάς για να στείλει το ποίημα με το διήγημα μέσα; Ναι την έχει και την γράφει.

Πολυχρόνης Μπαϊρακταρίδης, παιδικός φίλος, κούραζε τα κοτσύφια στο βαθύ χιόνι, γιατί υπάρχουν και ποιήματα εικονοστάσια, ανάβεις ένα κερί και ανθίζουν.

Ο γιος της μάνας είναι ποιητής και φτερουγίζει, φτερουγίζει ασταμάτητα, τι είδους πουλί είναι η συλλογή αυτή, η μάνα μεγαλώνει, ο γιος μεγαλώνει, και ο γιος φεύγει και επιστρέφει σαν το φεγγάρι. Εδώ ορίζεται η αγάπη.

Μία φωτογραφία εικασία θανάτου, πώς να ζητήσεις από την μάνα να ποζάρει μελλοντικό πένθος για να απαθανατίσεις αθανασία;

Ο πατέρας ανεβαίνει στο κάδρο του. Τυφεκιοφόρος εθνικού χαμού κλάσεως 44. Τι είδος πουλιού φτερουγίζει τώρα σ’ αυτό το ποίημα; Πες κάργες. Τρεις.

Πάνω από τον πατέρα. Που πλέει ακύμαντος. Βάμμα αγάπης, έκρηξη θέρους, μαλλιά νύφης. Πέντε σιωπές που φτερουγίζουν. Ο Πατέρας θάβει, ο Πατέρας φοβάται, ο πατέρας σωπαίνει, ο πατέρας χάνει βαθμιαία όλα του τα φτερά, στην παιδική ηλικία του ποιητή, ο πατέρας χάνει τα φτερά του. Κακό φτερό φέρνει τον θείο στην πένθιμη συνοικία. Κάργες πάλι στο σπίτι και ένα παράπονο που αναβλύζει από τους στίχους, καίει το κάδρο του πατέρα, καίει και λυτρώνει.

Διαβάζοντας κανείς την συλλογή αυτή ακούει φτερούγες πουλιών που ανοιγοκλείνουν, μία ασθματική ανάσα και τον χτύπο της καρδιάς του ποιητή. Αυτό το αδιάκοπο φτερούγισμα άλλωστε είναι που κάνει την συλλογή αυτή τόσο σπαρακτικά αληθινή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: George Caleb Bingham.]

10862604_1236177343075885_6600472932362883305_o

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Το πρώτο μας ηλεκτρονικό τεύχος είναι εδώ

mag.frear.gr