frear

Προσφώνηση για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2014 – του Αλέξη Ζήρα

Κύριε υπουργέ, κυρίες και κύριοι υπεύθυνοι του τομέα των γραμμάτων αλλά και όσες και όσοι της φιλαναγνωσίας είναι σήμερα εδώ, για να τιμήσουν τις βραβευμένες και τους βραβευμένους για το 2014. Ας ξεχάσουμε για λίγο σήμερα, συμμετέχοντας σε μια γιορτή σε περίοδο εορτών, τις κάποιες αρρυθμίες που προηγήθηκαν και δημιούργησαν μικρές και μεγάλες καθυστερήσεις ως προς τη λειτουργία του θεσμού. Αρρυθμίες οφειλόμενες κατά ένα μέρος στον ταραχώδη δημόσιο βίο της χώρας, αλλά και κατά ένα άλλο στο ότι τα πολιτισμικά, κατά πάγια συνήθεια πολλών ετών, ο παντοκράτωρ ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός τα σκέπτεται τελευταία! Δεν θα αναπτύξω εδώ τα αυτονόητα, δηλαδή το πόσο λάθος είναι αυτή η κρατούσα διακομματική οικονομίστικη αντίληψη, ιδίως μάλιστα για μια χώρα όπως η Ελλάδα. Θα πω όμως κάτι που το οφείλω πρώτα πρώτα στα μέλη της επιτροπής, της οποίας είχα την τιμή να είμαι πρόεδρος, ότι σε περιόδους όπως αυτή φάνηκε, για όσους ξέρουν, πόσο οι άνθρωποι των γραμμάτων, συνεισφέροντας στο κοινό ταμείο της συλλογικής προσπάθειας, αίρονται πάνω από τα κατά περίσταση ατομικά οφέλη και τις εγωτικές διεκδικήσεις.

Γνωρίζοντας σήμερα την εύλογη ανάγκη περιορισμού του χρόνου ο οποίος θα χρειαζόταν για την πλήρη ανάπτυξη των λόγων που προκάλεσαν και στήριξαν τις βραβεύσεις, θα περιοριστώ να αναφέρω λίγα επιγραμματικά μόνο για το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων και τ’ άλλα επιμέρους βραβεία: μυθιστορήματος, διηγήματος, ποίησης, κριτικής-δοκιμίου, χρονικού–μαρτυρίας, λογοτεχνών που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά, βραβείου που προάγει τον διάλογο για ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, και τέλος, την τιμητική διάκριση σε δύο λογοτεχνικά περιοδικά. Θυμίζω ότι η επιτροπή βραβείων της προηγούμενης διετίας, απαρτιζόμενη από συγγραφείς, δασκάλους των πανεπιστημίων, μάχιμους λογοτεχνικούς κριτικούς και εκπροσώπους των σημαντικότερων λογοτεχνικών σωματείων, είχε ως αντιπρόεδρό της τον Γιώργο Ανδρειωμένο και ως μέλη την Άννα Καρακατσούλη, τον Γιώργο Ξενάριο, τον Μιχάλη Μπακογιάννη, τον Διονύση Μαγκλιβέρα, τον Γιώργο Συμπάρδη, τον Γιάννη Τζανή και τη Λίλα Κονομάρα.

Όπως ξέρουμε, το Μεγάλο Βραβείο δόθηκε στην ποιήτρια και εξαίρετη μεταφράστρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αναγνωρισμένη και ευρύτατα αγαπημένη τόσο για τον θερμό, ενορατικό της λόγο και για τα ζωτικότατα θέματα που αποτελούν τον πυρήνα της ποιητικής της, αλλά και για την άκρως φιλοσοφημένη της γλώσσα. Η Αγγελάκη από τις αρχές του ΄60 ακόμα ξεχώρισε για τον στοχαστικό λυρισμό της και τη δύναμη με την οποία παρέστησε την επίδραση των φυσικών στοιχείων, των εναλλαγών της κάθε εποχής, του αρχέγονου πνεύματος των τόπων, στη διαμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού και του συναισθήματος. Άκρως αισθησιακή, ποιήτρια του πάθους για τη ζωή και την ομορφιά, με την πάροδο του χρόνου έγινε ακόμα στοχαστικότερη, εστιάζοντας με όλη τη δύναμη της φαντασίας και της μνήμης της στη χοϊκή και στην ουράνια αίσθηση ενός κόσμου που, παρά τις αλλοιώσεις, στο βάθος μένει ο ίδιος.

Από παλαιότερα ακόμα ο πεζογράφος Δημήτρης Νόλλας ενδιαφέρθηκε πολύ για θέματα όπως η πατρίδα και η έλλειψή της, η προσφυγιά και η υπερορία, η σύνδεση της ανθρώπινης μοίρας με ένα είδος χαμένου κέντρου, όπου ο τόπος, ως πατρίδα, ως αίσθηση της ανθρώπινης διαχρονίας,παίζει κορυφαίο ρόλο στην ιδιοπροσωπία και στη συγκρότηση των ταυτοτήτων, ατόμων και λαών. Στο Ταξίδι στην Ελλάδα, το μυθιστόρημα που βραβεύτηκε από την επιτροπή μας, χαμένο αλλά πανταχού παρών κέντρο είναι ο μακεδονικός χώρος, ένας χώρος ανοιχτός και βασανισμένος ιδιαίτερα από την ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα. Τα πρόσωπα του Νόλλα, ανήσυχα, βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και άγχος, ξενιτεύονται και φεύγουν, αλλά τους είναι αδύνατο να μην επιστρέψουν στη γενεαλογική τους κοίτη, καθώς η ζωή τους αλλά και η συνείδησή τους πάσχουν από έναν μετεωρισμό και παρουσιάζουν ένα μόνιμο ελλειματικό, τραυματικό κενό, όταν αποσυνδεθούν από την αίσθηση του κοινοτικού περιβάλλοντος.

Ο Κώστας Μαυρουδής προήλθε από τους κόλπους της ποίησης, αν και δεν νομίζω ότι αποσυνδέθηκε ποτέ, ούτε από τη γλώσσα της, διατηρώντας πάντοτε την πυκνότητα και τον εσωτερικό της ρυθμό, ούτε από το βλέμμα της, ένα βλέμμα μινιμαλιστικό που ενδιαφέρεται κυρίως να δείξει τη στιγμιαία ή τη λανθάνουσα ψυχοσωματική κατάσταση ενός προσώπου που παρατηρεί διαρκώς και στοχάζεται. Μυθοπλασία στον αφηγητή Μαυρουδή είναι η ίδια η διαδικασία συλλογής, σύνθεσης και μεταγραφής των καταστάσεων αυτών- αυτή η διαδικασία είναι το θέμα του. Έτσι και στην Αθανασία των σκύλων, στα 70 λιλιπούτεια πεζά του βιβλίου, έχει ως πηγές του γεγονότα της ιστορίας που περνούν συνειρμικά από το νου του, επουσιώδη και αφανή για τους άλλους περιστατικά της καθημερινότητας, τον ήχο ενός μουσικού κομματιού, το χρώμα ενός κτηρίου. Σημεία όπου πέφτει η ματιά και ξυπνά απρόσκλητες αναμνήσεις, συγκινημένες, θλιμμένες ή πικρά σατιρικές, μέσα από την αφήγηση των οποίων ο αναγνώστης κάνει τις δικές του ζωτικές αναπαραστάσεις.

930435_16097633Τα Τιμαλφή του Πάνου Κυπαρίσση είναι μια συνέχεια και ταυτόχρονα μια μικρή αλλά αξιοσημείωτη στροφή στην ποίησή του. Αφ΄ενός υπάρχουν εδώ τα πάγια χαρακτηριστικά του, ο χαμηλόφωνος, πυκνός και ελεγειακός τόνος που προδίδει την άκρα ευαισθησία του, ο τραυματικός ερωτικός λόγος αλλά και η μόνιμη αίσθηση της φθοράς και της απώλειας που προέρχονται από τις αλλεπάλληλες αναδρομές της μνήμης του ποιητή σε σκοτεινές εποχές και σκηνές αίματος, σε τοπία θανάτου των πρώιμων, παιδικών, εμφύλιων βιωμάτων του στην Ήπειρο. Αφ’ ετέρου, όμως, ξεμυτίζει στα Τιμαλφή και μια αλλαγή βλέμματος, μια θεραπευτική ενατένιση και κατάφαση στη ζωή, με την ερωτική, γυναικεία μορφή να ανθίζει όλο χρώματα και να αλλάζει άρδην, σαν όνειρο, τον φωτισμό του εσωτερικού τοπίου.

10410798_1722946771282921_87750699901172558_nΗ βραβευμένη φιλολογική μελέτη της Βάσως Αλεξανδράκη, Το παιχνίδι της επιθυμίας και της γραφής στο Μυθιστόρημα της κυρίας `Ερσης του Ν.Γ.Πεντζίκη, και μόνο για το ότι ασχολείται με ένα από τα πιο ρηξικέλευθα, δύσκολα μα και ριζοσπαστικά έργα της γενιάς του ’30, είναι ένα ευπρόσδεκτο εγχείρημα για τα γράμματά μας. Σ’ αυτό ας προστεθεί ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα συγκριτολογική σπουδή, καθώς συνεξετάζει και συμπαραθέτει το μυθιστόρημα του Πεντζίκη (1966) και εκείνο του Γεωργίου Δροσίνη, την Έρση (1922) που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και διαλόγου για τον πρώτο. Η Αλεξανδράκη παρουσιάζει στη μελέτη της αυτή έργα ωριμότητας και των δυο, αλλά όχι μόνο ως ιδιότυπα έργα τέχνης. Πηγαίνοντας βαθύτερα τα συσχετίζει ως τρόπους προσωπικής σύλληψης του κόσμου από τον κάθε συγγραφέα, ως τρόπους αναπαράστασης ενός διαφορετικού νοήματος της ζωής και επομένως ενός διαφορετικού κώδικα με τον οποίο αποδιδόταν στην κάθε εποχή η ομορφιά, το πάθος, η ηθική, η υποκειμενική αίσθηση του χρόνου και της ιστορίας.

Μαρτυρία μα και χρονικό είναι το βιβλίο του ιστορικού δάσκαλου Γιώργου Δερτιλή, Συνειρμοί, μαρτυρίες,μυθιστορίες που βραβεύτηκε στην ανάλογη κατηγορία. Με τον τίτλο του ακόμα δείχνει ότι τα τεκμήρια και τα πραγματολογικά με τα οποία ο συγγραφέας ανασυνθέτει την ίδια τη ζωή του, συμπλέκονται σε μια απόπειρα ξανακερδίσματος του χρόνου που πέρασε, με την μυθοπλασία, δηλαδή με τη φαντασία. Συμπλοκή αναμενόμενη άλλωστε, καθώς κάθε ανάμνηση που ενεργοποιείται και ζωντανεύει είναι και μια διαφορετική κάθε φορά όψη της εμπειρίας που αποκτήσαμε άλλοτε. Έτσι, ο χυμώδης αυτοαναφορικός λόγος του Δερτιλή, που ανασύρει εικόνες και σπαράγματα βιωμάτων από τα πρώιμα, παιδικά και νεανικά του χρόνια στην Κρήτη, στην Αθήνα ή στην Μάνη, από τις μετέπειτα σπουδές και την πανεπιστημιακή του θητεία, ελλαδική και ευρωπαϊκή, στηρίζεται και πλαισιώνεται από τον ώριμο γνωσιακό έλεγχο του λογίου, ο οποίος βλέπει πίσω και μέσα από το ατομικό το συλλογικό πεδίο της κάθε εποχής.

Και για τα βιβλία του 2013, ως προς το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στη λογοτεχνία, προστρέξαμε στην επιλογή που ήδη έχει γίνει σε προηγούμενα χρόνια, στο μοίρασμα και στην εξ ημισείας βράβευση ενός βιβλίου ποίησης και ενός πεζογραφίας. Και τούτο για τον προφανή λόγο να ενθαρρυνθούν περισσότερο και περισσότεροι από τους νεώτερους που ξεχώρισαν με το ταλέντο τους. Την ποιητική της ιδιοσυστασία και φωνή έδειξε αμέσως λ.χ. η Ελευθερία Κυρίτση με τη Χειρόγραφη πόλη της. Είναι μια ποιητική σύνθεση μικροαφηγήσεων, πολλές φορές παραστημένων με αιφνιδιασμούς και ευρηματικές εκπλήξεις, όχι μόνο στη γλώσσα αλλά και στο νοηματικό της πεδίο. Ανατροπές που κάνουν τον αναγνώστη να στέκεται και να αναστοχάζεται. Ο κλειστός και άνυδρος ορίζοντας της υπάρχουσας αστικής ζωής, η ρομαντική αδυναμία συνταιριασμού με αυτήν, σπρώχνουν τη φαντασία της Κυρίτση να ανοιχτεί εν είδει διεξόδου προς την αναβίωση εικόνων και στιγμιοτύπων από τα πρώιμα χρόνια της, όπου τα πάντα ήταν πιο εύρυθμα, σταθερά και ουσιαστικά.

Πρωτοτυπίες, ως προς την αφηγηματική τεχνική, έχει και το μυθιστόρημα του επίσης νεοεμφανιζόμενου Λευτέρη Καλοσπύρου, Η μοναδική οικογένεια. Πρόκειται για ένα βιβλίο υβριδικό ή μεικτής φύσεως, με συγκερασμό της μυθοπλασίας και του δραματουργικού λόγου, με εναλλαγές διαλόγων και αφηγηματικών μερών που δημιουργούν μια κυματοειδή ένταση στον ρυθμό της ανάγνωσης. Ενδιαφέρουσα είναι εδώ η διαπίστωση ότι το κυματοειδές που προέρχεται από τη μεικτή τεχνική του βιβλίου και που ίσως θα μπορούσε να παρασταθεί σε θεατρικό αναλόγιο, εντείνεται περισσότερο από μέσα, από την ταυτότητα των προσώπων που αποτελούν την μυθιστορηματική οικογένεια του Καλοσπύρου. Είναι πρόσωπα ψυχικώς ευμετάβλητα που οι υπερβολικές τους αντιδράσεις μοιάζουν να είναι σχεδιασμένες έτσι από τον συγγραφέα, ώστε να τα σατιρίζει έμμεσα αλλά και ανατρεπτικά.

logotexnikavraveiaΣτην κατηγορία των υποψήφιων βιβλίων που προάγουν ευαίσθητα κοινωνικά προβλήματα, αυτό που μοιραία έχει πρωτεύουσα σημασία είναι το θέμα. Γι’ αυτό και η επιλογή είναι δύσκολη και γι’ αυτό το πεζό του Αλέξανδρου Στεφανίδη, Το χάδι, ήταν μια ευτυχής συγκυρία, ευαίσθητου ευρύτερα θέματος αλλά και λογοτεχνικής ποιότητας. Το θέμα προέρχεται από το βίωμα της παιδικής γονεϊκής στέρησης και του πώς η ορφάνια δημιουργεί προβλήματα ψυχικά στα μετέπειτα χρόνια της ένταξης στο κοινωνικό περιβάλλον, αφού η στέρηση σε πολλές περιπτώσεις όχι μόνο δεν θεραπεύεται αλλά και ως αντίδραση ενοχική μεγαλώνει την απόσταση από τους άλλους, προκαλώντας την αίσθηση της αποξένωσης και του παραμερισμού. Το ευτύχημα όμως είναι ότι το λιγοσέλιδο αυτό βιβλίο, γραμμένο με ένα συγκρατημένο λυρισμό, χωρίς να αφήνεται σε συναισθηματικές ευκολίες και υπερβολές, παίρνει τη μορφή ενός πικρού, στοχαστικού αυτοσχόλιου, καθώς ο συγγραφέας αυτό που κυρίως γυρεύει είναι να καταλάβει μέσα από τη γραφή τον ίδιο του τον εαυτό.

Περαιώνοντας κύριε υπουργέ, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, θα αναφερθώ με λίγα λόγια στην τιμητική διάκριση των δυο περιοδικών που επέλεξε η επιτροπή για το 2013, του Μανδραγόρα και των Θεμάτων Λογοτεχνίας. Περίπου ταυτόχρονα ως προς την εμφάνισή τους, 1993 το πρώτο και 1995 το δεύτερο, με αρκετά διαφορετικό όμως χαρακτήρα, εκδοτική μορφή αλλά και σχήμα, πιο νεανικός ο Μανδραγόρας, πιο μετρημένα και ακαδημαϊκά τα Θέματα Λογοτεχνίας, δεν παύουν να είναι αξιολογότατα, αν και δεν έπαψαν ποτέ να βασανίζονται από άλυτα προβλήματα επιβίωσης. Με την ευκαιρία ας κάνω μια μικρή παρέκβαση και ας πω ότι το πρόγραμμα τής ούτως ή άλλως σχεδόν μηδαμινής ετήσιας υποστήριξης προς τα περιοδικά της κατηγορίας αυτής, επαρχιακά και αθηναϊκά, καταργήθηκε. Αλλά, πιστέψτε με, περιοδικά όπως αυτά που τιμούμε συμβολικά κάθε χρόνο, αποτελούν το οξυγόνο στην κυριολεξία της λογοτεχνίας. Ιδίως για τους νεώτερους που χρειάζεται να περάσουν από μια πρώτη περίοδο άσκησης και που έχουν δύσκολη πρόσβαση στους εκδότες σ΄αυτή τη δυσκολη εποχή.

[*Προσφώνηση στην τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2014, στην αίθουσα του κινηματογράφου Δαναός, στις 27 Δεκ. 2015, στις 12 το μεσημέρι. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφίες: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ]

24362151-600x400

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr

Mag.frear.gr – Τα ηλεκτρονικά μας τεύχη