frear

Το Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας – κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Το Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας
Εκδ. Στοχαστής, 2015

STOXASTHS-INTZEBELHSΈνα δημοτικό μας τετράστιχο κατέτασσε την ξενιτιά ανάμεσα στα τέσσερα κακά που μπορούσαν να συμβούν σ’ έναν άνθρωπο. Τα άλλα τρία ήταν η «ορφανιά», η «πίκρα» κι η «αγάπη», όπου «πίκρα» σημαίνει θάνατος και «αγάπη» σημαίνει ερωτική απόρριψη. Αυτά λοιπόν είναι τα αβάσταχτα. Ωστόσο και η ξενιτιά, σε παλαιότερα χρόνια, ισοδυναμούσε με θάνατο ή ταυτιζόταν με την ισόβια εξορία. Τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι πολλά και τα μνημονεύομενα συνακόλουθα επίσης πολλά: η θλίψη, η μοναξιά, ο πόνος, η νοσταλγία του πατρικού σπιτιού και της οικογένειας, της αγάπης που έμεινε πίσω, του φυσικού τοπίου, των συνηθειών, της μητρικής γλώσσας και γενικά όλων εκείνων που κάνουν τη ζωή, ζωή μας, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης σΤο Ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας, δεν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία ξενιτεμένου. Ανήκει στους ευτυχείς εκείνους που τους δόθηκε η ευκαιρία να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην ένδοξη και πάμφωτη Εσπερία. Στην Αγγλία συγκεκριμένα, στο Λάουθ όπως, ο Κάλβος, ο οποίος αν και ευχήθηκε να μη του δώσει η μοίρα του σε ξένη γη τον τάφο, όμως σε ξένη γη του τον έδωσε. Και όπως ο Σεφέρης που έζησε χρόνια «εξόριστος» στο Λονδίνο και νοσταλγούσε να δει «ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι απλωμένο σαν τη θάλασσα» και προτιμούσε «μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι», και «έγινε λίμνη η μοναξιά/ έγινε λίμνη η στέρηση/, ανέγγιχτη κι αχάραχτη». Έτσι και ο Ιντζέμπελης στο Μπέρμιγχαμ, έζησε πολύ λιγότερο χρόνο, αλλά τραυματικά βιωμένο. Και εδώ είναι το περίεργο ή, απλώς, το απολύτως κατανοητό. Η Αγγλία -το Λάουθ, το Λονδίνο και το Μπέρμιγχαμ – δεν είναι εξορία στον άλλο κόσμο. Δυο τρεις ώρες πτήση είναι. Και ο Κάλβος, ο Σεφέρης και ο Ιτζέμπελης δεν ανήκουν στους ξενιτεμένους εκείνους που νοιώθουν σαν «πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο» που δεν βρίσκει κλαρί να ξαποστάσει, όπως έγραφε ο Ιωάννης Βηλαράς. Ο Κάλβος, έζησε ευπρεπώς, ο Σεφέρης, έναν αιώνα αργότερα ευπρεπέστατα και ο Ιντζέμπελης θα πρέπει να ήταν ευτυχής που του δόθηκε το ταξίδι του Οδυσσέα, δηλαδή η ευκαιρία να δει νέους τόπους, να μάθει κι άλλα πολλά πράγματα, να αποκτήσει κι άλλους επιστημονικούς τίτλους, να δημιουργήσει μια λαμπρή καριέρα. Γιατί, λοιπόν, θλίβεται; Γιατί βάζει μότο στη συλλογή του το ποίημα της Αχμάτοβα; Εκείνη έζησε μια οδύσσεια. Στερημένη οικονομικά και διωκώμενη πολιτικά. Η απάντηση είναι πως η μοναξιά του ανθρώπου που ζει έξω από τον τόπο του δεν αναπληρώνεται από τις ανέσεις που του παρέχει η εξελιγμένη χώρα. Είναι άλλα τα συστατικά εκείνα που κάνουν την ευτυχία. Και όταν πια έχει κατακτηθεί η είσοδος στο Πανεπιστήμιο, τότε επαναπροβάλλει αυτό που λείπει. Η πατρίδα, η μητέρα, η αγάπη, το σπίτι, το φως το ελληνικό, η γλύκα της Ελλάδας με τις φυσικές, οικείες για μας καλλονές της, με τα κλίμα της το θεϊκό. Ενώ εδώ στην ωραία και πολιτισμένη Αγγλία του ορθολογισμού:

«Εδώ που όλα πουλιούνται/ νομίζεις ότι αγοράζεις της νιότης το χαμένο χρόνο» («Αυταπάτη»). Η πάλαι ποτέ αυτοκρατορία ξεδοντιάστηκε, συρρικνώθηκε, μαζεύτηκε στα σύνορά της, αλλά άνοιξε διάπλατα τις πόρτες των πανεπιστημίων της στους ιθαγενείς και πρώην σκλάβους της και σε όποιον ήθελε προσέλθει να καταθέσει το αντίτιμον ενός πτυχίου. Και είναι ωραία και η γλώσσα της και η Λογοτεχνία της και ο πολιτισμός της γενικώς, αν εξαιρέσεις τον ιμπεριαλισμό, και πάμε όλοι και μαθαίνουμε Αγγλικά και καμαρώνουμε και μιλάμε και γοητευόμαστε με την ικανότητά μας να είμαστε κομμάτι της Ευρώπης που μας διώχνει με χίλιους τρόπους αλλά και μας θέλει. Αν ο «κυρ Μέντιος» του Βάρναλη έδινε εκείνη την κλωτσιά, και ερχόταν ανάποδα ο ντουνιάς, ποιος ξέρει πώς θα ήταν τα πράγματα και πώς θα πορεύονταν οι μεγάλες αυτοκρατορίες ανάποδα. Εντωμεταξύ κερδίζουμε τη χαμένη νιότη μας με έναν ακόμη τίτλο σπουδών και όχι με ένα φλιτζάνι φλαμούρι και μία μαντλέν, όπως ο Προυστ.

Και τα σπίτια είναι «μικρά σπιρτόκουτα» και «Η αυταπάτη η τέχνη του μέλλοντος», και στο δρόμο, στις σχολές, στις πλατείες, «άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, μέσα σε μια μηχανή… / Παράθυρο λίγα μέτρα πιο πάνω από μια δίφυλλη ξύλινη πόρτα./Ακτίνες του ήλιου δραπετεύουν απ’ το μικρό πέρασμα μιας κρυστάλλινης επιφάνειας./ Κλεμμένες ώρες ενός ασταθούς ουρανού./ Συννεφιά, βροχή./ Ομίχλη». Fog, έγραφε ο Σεφέρης, «Βράδυ» τιτλοφορείται το ποίημα του Ιτζέμπελη, «σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα …πέφτει το βράδυ», «πάνω στο πράσινο χορτάρι είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες οι άγγελοι», έλεγε ο Σεφέρης στο «Hamstead», εκεί «Στη χλόη παίζει με τη μπάλα του ράγκμπι ένας φοιτητής», λέει τώρα ο Ιτζέμπελης. Συγκινήσεις και συναισθήσεις παρεμφερείς. Και ο ποιητής γεννιέται πάνω στα χαρτιά του, μέσα στην ανία του ξένου σπιτιού με το «μακρύ διάδρομο» και τη «φθαρμένη μοκέτα», τα άγνωστα κεφάλια που μπαινοβγαίνουν, «Ξεσπά σε λευκά χαρτιά. Πλήθος λέξεις. Διέξοδος» («Διέξοδος»).

Η νοσταλγία της πατρίδας και της οικογενειακής εστίας που νοιώθει ένας σύγχρονος μετεκπαιδευόμενος επιστήμονας, σαν τον ποιητή αυτής της συλλογής, μόνο με του ομηρικού Οδυσσέα μπορεί να παραβληθεί. Τα υποκατάστατα ελλιπή: «Ζωγραφίζω καράβια και ταξιδεύω./ Η φαντασία καλύπτει το πάθος/ του ξέφρενου ενθουσιασμού μου» («Όνειρα»). «Τρικυμία ψυχής χωρίς λιμάνι./ Καράβι σου στέλνω το φιλί, μα δεν μπορεί να φτάσει» («Μου λείπεις»). «Και μεγαλώνεις μοναξιά όταν το φως του ήλιου πέσει./ Γίνεσαι θηρίο ανήμερο./ Μάταια ψάχνω τρόπο να σε καταλαγιάσω· να σου γυρίσω την πλάτη./ Άγριο παιχνίδι στο μακρινό χώρο μιας εξορίας που θέλει να λέγεται μάθηση» («Γραφή»).

Ενδιαφέρον έχει και η «Υπερηφάνεια», την οποία ο ποιητής αισθάνεται καταπατημένη μέσα στο ίδρυμα, όπου ο νέος επιστήμονας αντιμετωπίζεται σαν «τρόφιμος» που πρέπει να συμβιβαστεί με εξευτελιστικούς όρους, αλλιώς «Δεν θα έχεις την τιμή να έχεις τον τίτλο των σπουδών μας» («Παρακολούθηση»), εσύ ο απολίτιστος «που σου κάνανε τη χάρη να/ πληρώνεις κάθε στιγμή, αδειάζοντας τις τσέπες».

Και προσπαθώντας να σπρώξει τον καιρό, γράφει, ζωγραφίζει στίχους, αποτυπώνει τον πόνο του στο χαρτί, χτίζει τον ποιητή που ξεπήδησε από μέσα του σιγά σιγά: «Δεν ξέρω γράμματα. Τα αισθήματά μου κωδικοποιώ με τους παλμούς της καρδιάς μου» («Κωδικοποιητής»). «Μόνος μέσα στο πέλαγος, πάνω σε ένα μακρόστενο νησί, περιμένω το πλοίο της επιστροφής» («Το πλοίο»), «Και περιμένω την ώρα που οι καμπάνες θα σημάνουν την ώρα της επιστροφής μου» («Ταξίδι»).

Η μοναξιά είναι πληγή, η στέρηση είναι πόνος, η αγάπη είναι καημός, η πατρίδα είναι απαίτηση, η ευτυχία είναι δικαίωμα και όλα αυτά βρίσκονται στην αναμονή. Όμως η αγάπη, που κάπου στην πατρίδα περιμένει υπομονετικά τη σειρά της, θα τα βάλει όλα στη θέση τους. Για την ώρα οι «Διακοπές των Χριστουγέννων» είναι μια ανάπαυλα, μια ρωγμή στο συνεχές της: «Αν η αγάπη δεν έχει όρια, πολεμά τους κοινούς εχθρούς, αγκαλιάζει τους άστεγους, σε πετά στα ουράνια, δεν έχει λογική, ε, τότε ναι, είναι αλήθεια. Σ’ αγαπώ».

Ο Ιντζέμπελης έχει γράψει πολλά βιβλία με την επιστημονική του πένα. Ποίηση όμως γράφει πρώτη φορά μόνο που την γράφει με την ψυχή του, με την καρδιά του, αφήνοντας για λίγο στην άκρη τους μεταπτυχιακούς του τίτλους. Κατάγεται από τη Λέσβο και φυσικό είναι να μεταφέρει στις φλέβες του την προγονική του κληρονομιά, το Αιγαίο, αν και από την εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά της Ελλάδας, την Αιτωλοακαρνανία, όπου η τύχη τον έριξε, τον δροσίζει ο άνεμος του Ιονίου, ο Σολωμός κι ο Κάλβος κι ο Σικελιανός και τόσοι άλλοι. Άρα «φορτώνει φρέσκο αέρα και από τις δυο μεριές», όπως το «Τρελοβάπορο» του Ελύτη. Και όπως ο Ελύτης ταξιδεύει με το «Τρελοβάπορο», ο Ιντζέμπελης ταξιδεύει με παραπλήσιο μέσο, κάνει το «κορμί βάρκα», σαν να συμπλέει με τον μεγάλο πρόγονο, συνυπολογίζοντας και το εκτόπισμά του. Και είναι εμφανές πως η ποιητική του φλέβα, που χρόνια ήταν κρυμμένη, θέριευε και ετοιμαζόταν να βγει στο φως και να βρει τον τρόπο να ενωθεί με τα υπόγεια ρεύματα και τις προγονικές της ρίζες.

Σε λίγο καιρό κοντά σας με νέο ηλεκτρονικό τεύχος στο mag.frear.gr
%d bloggers like this: